«Ήταν ειδικά η δική μου γενιά που τέσσερα χρόνια πριν ήταν πολύ ενθουσιασμένη όταν ανέλαβε η κυβέρνηση ότι θα είναι μια νέα σελίδα οικονομικής σταθερότητας, θεσμικής και κοινωνικής προόδου. Γι’ αυτό είναι θλιβερό για τη γενιά μου να βλέπει την αποσάθρωση των προοδευτικών θεσμών και την οπισθοδρόμηση του Κράτους Δικαίου».
Τα λόγια της Άρτεμις Σίφορντ χθες στο Ευρωκοινοβούλιο σχετικά με την περίπτωση της παρακολούθησής της από την ελληνική κυβέρνηση με τη χρήση του παράνομου λογισμικού Predator δεν θα τα ακούσατε μάλλον στα δελτία ειδήσεων ούτε και θα τα βρείτε στις εφημερίδες της «κατηγορίας 108». Δεν ανήκε στα «προβλεπόμενα».
Μια νέα γυναίκα, που, όπως είπε, δεν ήταν ούτε πολιτικός ούτε δημοσιογράφος ούτε κάποιου είδους ακτιβίστρια, βρέθηκε στο στόχαστρο του παρακράτους Μητσοτάκη, ο οποίος στο μεταξύ γυρνά περιχαρής τις ρούγες «τση Κέρκυρας» προστατευμένος από διμοιρίες των ΜΑΤ, όπως σε κάθε «αυθόρμητη» κάθοδό του προς το «πόπολο».
Η κατάθεση της Σίφορντ θα μπορούσε να είναι το απόσταγμα, ο απολογισμός της τετραετίας των αρίστων. Μιας κυβέρνησης που ξεστόμισε τόσες πολλές κενές υποσχέσεις, γνωρίζοντας, όπως αποδεικνύεται τώρα, ότι εννοούσε ακριβώς το αντίθετο. Γιατί οι παρακολουθήσεις, όπως και το κράτος των κολλητών και κομματικά ευλογημένων, η αποστέωση του δημόσιου τομέα, η δημιουργία πανίσχυρων καρτέλ σε όλους τους τομείς της οικονομίας (ηλεκτρική ενέργεια, πετρέλαια, κατασκευές, επισιτισμό) δεν ήταν αστοχίες, που τάχα θα διορθωθούν σε μια νέα τετραετία. Ήταν κυνικές επιλογές ενός αδίστακτου πολιτικού και της παρέας αυλοκολάκων που τον περιτριγυρίζει, που ξεκίνησαν από την πρώτη στιγμή να επιτελούν το έργο τους αλλάζοντας το νόημα των λέξεων, μετατρέποντας το ψέμα σε αξίωμα, δημιουργώντας μια «νέα γλώσσα» καθεστώτος.
Οι νέοι άνθρωποι που ξεγελάστηκαν ίσως πριν από τέσσερα χρόνια όπως η Άρτεμις Σίφορντ, που «ψάρωσαν» από τις βαρύγδουπες ατάκες ενός κίβδηλου μοντερνισμού, που είπαν να «βάλουν πλάτη» για ένα καλύτερο αύριο, μπορούν πλέον να διακρίνουν το ψέμα σε κάθε λέξη του «επίδοξου μονάρχη», που από τη γλώσσα του σώματος και μόνο φανερώνεται κάθε μέρα και πιο πανικόβλητος. Πόσο ψέμα να χωνέψουν πια αυτοί που καλοπροαίρετα γοητεύτηκαν από τα στενά κοστούμια του τετραημέρου της «δουλειάς, δουλειάς, δουλειάς» και τα μοδάτα μαγιό των τριημέρων της ανεμελιάς. Το παραμύθι φτάνει πια στο τέλος.