Η ελληνική κυβέρνηση «χειραγωγεί τη Δικαιοσύνη προκειμένου αφενός να πλήξει την λειτουργική ανεξαρτησία συνταγματικά κατοχυρωμένης Αρχής και αφετέρου να συσκοτίσει τη διερεύνηση ενός σκανδάλου που υπονομεύει τις θεμελιακές αξίες του κοινού μας κεκτημένου», τονίζει μεταξύ άλλων ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ - ΠΣ, Κώστας Αρβανίτης σε επιστολή του προς την Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (LIBE) και την Ομάδα Εργασίας LIBE για το κράτος δικαίου αναφορικά με την αντισυνταγματική γνωμοδότηση Ντογιάκου σχετικά με το σκάνδαλο των υποκλοπών.
Ο ίδιος, κάνοντας λόγο για «υπόθεση μείζονος εθνικού και ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος» επισημαίνει ότι η κυβέρνηση της ΝΔ «δεν ενεργεί με θεσμική υπευθυνότητα, επιμέλεια, και σύνεση προκειμένου να πέσει άπλετο φως στις τουλάχιστον εξαιρετικά ύποπτες παρακολουθήσεις σε βάρος εθνικών και ενωσιακών αξιωματούχων».
Παράλληλα, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ περιγράφοντας τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών και την αντιθεσμική παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σημειώνει ότι «κατά τη νομική άποψη του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού της Ελληνικής Δικαιοσύνης, τα μέλη της ΑΔΑΕ παρανομούν όταν ασκούν τις συνταγματικά κατοχρωμένες ελεγκτικές αρμοδιότητές τους, και μάλιστα και καθίστανται ποινικά υπόλογα με βαρύτατες απειλούμενες ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης, γεγονός που δεν παραλείπει να υπενθυμίσει προς πάσα κατεύθυνση στο ακροτελεύτιο σκέλος της γνωμοδότησής του».
«Σε μια περίοδο κατά την οποία ισχυρότατοι κλυδωνισμοί διαταράσσουν την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων πολιτών απέναντι στα πολιτικά συστήματα και στους θεσμούς σε τοπικό και ενωσιακό επίπεδο, οφείλουμε όλοι να ενεργήσουμε άμεσα προκειμένου να προλάβουμε ακόμη πιο δυσάρεστες εξελίξεις.» υπογραμμίζει καταλήγοντας ο Κ. Αρβανίτης στην επιστολή του προς την πρόεδρο της LIBE, Λόπεζ Αγκιλάρ, στην εισηγήτρια της επιτροπής PEGA του Ευρωκοινοβουλίου Σόφι Ιντ Βελντ, και στους συντονιστές της LIBE των προοδευτικών πολιτικών ομάδων, Renew, Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές και Δημοκράτες, Πράσινοι.
Υπενθυμίζεται ότι χθες, ο Δ. Παπαδημούλης απέστειλε επιστολή προς την πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και στους αρχηγούς των πολιτικών ομάδων σχετικά με το ίδιο θέμα.
Αναλυτικά η επιστολή του Κ. Αρβανίτη:
«Τον τελευταίο μήνα η Ελληνική Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών επιχειρεί με συντονισμένες ενέργειες να ασκήσει τις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρμοδιότητές της προκειμένου να διερευνήσει σοβαρότατες καταγγελίες σχετικά με το ελληνικό μείζον σκάνδαλο των παρακολουθήσεων.
Στο πλαίσιο των σχετικών πρωτοβουλιών, στελέχη της Αρχής επισκέφθηκαν εγκαταστάσεις εταιριών παροχής υπηρεσιών τηλεφωνίας και διαδικτύου προκειμένου να διενεργήσουν ελέγχους και να αντλήσουν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία.
Όπως έγινε γνωστό από επώνυμες αναφορές στον εγχώριο και διεθνή Τύπο, η ελληνική Κυβέρνηση φέρεται να έχει ασκήσει έντονες πιέσεις στις διοικήσεις των τριών παρόχων προκειμένου να μη συνεργαστούν με τα κλιμάκια της Ανεξάρτητης Αρχής προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ανάδυσης ευθυνών κυβερνητικών στελεχών σε σχέση με παράνομες ή καταχρηστικές παρακολουθήσεις.
Επιπλέον, μόλις χθες εκδόθηκε και δημοσιοποιήθηκε η υπ’ αρ. 1/2023 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για γενικότερου ενδιαφέροντος νομικό ζήτημα κατόπιν ερωτήματος του Ομίλου Εταιριών ΟΤΕ (στον οποίο ανήκουν οι μεγαλύτεροι πάροχοι της χώρας, ΟΤΕ και Cosmote) "σχετικά με τη νομιμότητα της διεξαγωγής ελέγχου σε αρχεία, τράπεζες δεδομένων, έγγραφα, βιβλία και στοιχεία των ανωνύμων εταιριών του Ομίλου ... με τις επωνυμίες "ΟΤΕ Α.Ε." και "Cosmote Α.Ε." από την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών μετά από καταγγελία - αίτημα ελέγχου κ.λπ. από ιδιώτη".
Στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση, ο Εισαγγελέας ΑΠ κ. Ισίδωρος Ντογιάκος αποφαίνεται ότι η ΑΔΑΕ είναι αναρμόδια αφενός να διαχειρίζεται αιτήματα πολιτών που ζητούν να πληροφορηθούν αν υπήρξε παρακολούθηση των τηλεφώνων τους για λόγους εθνικής ασφάλειας και αφετέρου να ασκεί έλεγχο σε παρόχους προκειμένου να απαντά σε θιγόμενους ιδιώτες. Εν ολίγοις, κατά τη νομική άποψη του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού της Ελληνικής Δικαιοσύνης, τα μέλη της ΑΔΑΕ παρανομούν όταν ασκούν τις συνταγματικά κατοχρωμένες ελεγκτικές αρμοδιότητές τους, και μάλιστα και καθίστανται ποινικά υπόλογα με βαρύτατες απειλούμενες ποινές πρόσκαιρης κάθειρξης, γεγονός που δεν παραλείπει να υπενθυμίσει προς πάσα κατεύθυνση στο ακροτελεύτιο σκέλος της γνωμοδότησής του.
Η δημοσιοποίηση της εν θέματι γνωμοδότησης αναμενόμενα ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων στον ελληνικό πολιτικό και νομικό κόσμο. Εκτός από τις δριμείες αντιδράσεις από το σύνολο των αντιπολιτευόμενων πολιτικών κομμάτων, ήδη έγκριτοι συνταγματολόγοι της χώρας -μεταξύ των οποίων και ο τέως Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Παυλόπουλος- έχουν τοποθετηθεί διαμετρικά αντίθετα προς το σκεπτικό του κ. Εισαγγελέα ΑΠ. Σημειωτέο δε ότι ο νόμος 5002/22 -τον οποίο επικαλείται προφανώς ως κατισχύοντος του Συντάγματος ο κ. Ντογιάκος- έχει επικριθεί με σφοδρότητα από κορυφαίους νομικούς κύκλους στην Ελλάδα για έντονα δικαιοκρατικά ελλείμματα λόγω της κατ’ ουσίαν απενεργοποίησης της δυνατότητας ex post ενημέρωσης του παρακολουθούμενου. Μάλιστα, σοβαρές επιφυλάξεις επί της συνταγματικότητάς του έχει διατυπώσει και ενώπιον της Inquiry Committee on the use of spyware (PEGA) του Ευρωκοινοβουλίου ο εν ενεργεία Διοικητής της ΑΔΑΕ και πρώην Αντιπρόεδρος του ΣτΕ, κ. Χρήστος Ράμμος κατά την ακρόασή του στις 8 Σεπτεμβρίου 2022.
Κύριε Πρόεδρε, αγαπητοί συνάδελφοι,
Αντιλαμβάνεστε ότι σε μια υπόθεση μείζονος εθνικού και ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος η ελληνική Κυβέρνηση όχι απλώς δεν ενεργεί με θεσμική υπευθυνότητα, επιμέλεια, και σύνεση προκειμένου να πέσει άπλετο φως στις τουλάχιστον εξαιρετικά ύποπτες παρακολουθήσεις σε βάρος εθνικών και ενωσιακών αξιωματούχων, αλλά χειραγωγεί τη Δικαιοσύνη προκειμένου αφενός να πλήξει την λειτουργική ανεξαρτησία συνταγματικά κατοχυρωμένης Αρχής και αφετέρου να συσκοτίσει τη διερεύνηση ενός σκανδάλου που υπονομεύει τις θεμελιακές αξίες του κοινού μας κεκτημένου.
Σε μια περίοδο κατά την οποία ισχυρότατοι κλυδωνισμοί διαταράσσουν την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων πολιτών απέναντι στα πολιτικά συστήματα και στους θεσμούς σε τοπικό και ενωσιακό επίπεδο, οφείλουμε όλοι να ενεργήσουμε άμεσα προκειμένου να προλάβουμε ακόμη πιο δυσάρεστες εξελίξεις».
