Live τώρα    
Ελληνοτουρκικά / Οι τουρκικές απειλές και τα πλεονεκτήματα της έντασης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ελληνοτουρκικά / Οι τουρκικές απειλές και τα πλεονεκτήματα της έντασης

Δένδιας-Τσαβούσογλου

Καθώς οι σχέσεις μας με την Τουρκία είναι η μεγαλύτερη πρόκληση -και το μεγαλύτερο πρόβλημα- που έχουν να αντιμετωπίσουν όσοι χαράσσουν την εξωτερική πολιτική της χώρας, δύο είναι τα ερωτήματα που τίθενται σ’ αυτή την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο σε Ελλάδα και Τουρκία. Πρώτον, αν θέλει η ελληνική κυβέρνηση να κάνει μια προσπάθεια επί της ουσίας διαλόγου με τον Τούρκο Πρόεδρο. Και δεύτερον -και σημαντικότερο- αν μπορεί.

Για τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια φάνηκε από νωρίς ότι δεν ήθελε. Ότι δεν είχε τη διάθεση να παλέψει γι’ αυτό που ο Αντώνης Σαμαράς -με περισσό φανατισμό- ονόμασε τις προάλλες «Πρέσπες του Αιγαίου». Του ήταν σημαντικότερο να «τα πει έξω από τα δόντια» στον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου μέσα στην Άγκυρα.

Αξιοποιώντας την ένταση

Για τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη όμως κάποιοι όψιμοι θαυμαστές του εκτός Ν.Δ. πίστεψαν ότι ήθελε διάλογο με την Τουρκία, πλην όμως οι προκάτοχοί του Καραμανλής και Σαμαράς, αλλά και ο Δένδιας, του έκοψαν τη φόρα. Είτε είχαν δίκιο στην εκτίμησή τους είτε όχι, αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι έναν Μητσοτάκη να… αξιοποιεί την ένταση στα ελληνοτουρκικά για να συκοφαντεί ως εθνοπροδότες τους πολιτικούς αντιπάλους του καθώς και όλους όσοι του ασκούν κριτική για οτιδήποτε. Και να είναι πανευτυχής όσο η ένταση παραμένει ελεγχόμενη, οι τηλεοράσεις ασχολούνται συνεχώς με τις -αληθινές ή μη- τουρκικές προκλήσεις και οι αναλυτές -εντός και εκτός εισαγωγικών- τον λιβανίζουν επειδή «έχει θωρακίσει τη χώρα».

Το παιχνίδι του Ερντογάν…

Επί της ουσίας, πάντως, ο Μητσοτάκης δεν έχει την πρωτοβουλία ούτε της όξυνσης ούτε της ύφεσης. Δεν έχει καν στρατηγική για το μεγαλύτερο ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Απλώς εκμεταλλεύεται την επιλογή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να κρατά σταθερή την ένταση στα ελληνοτουρκικά. Ο Τούρκος Πρόεδρος είναι αυτός που σέρνει τον χορό, αυτός που πιστεύει ότι η απειλή «μπορεί να έρθουμε βράδυ» αρέσει στο δικό του κομματικό ακροατήριο και στους εθνικιστές συμμάχους του - και θα τον βοηθήσει να κερδίσει τις εκλογές του 2023. Με τους περισσότερους αναλυτές -Τούρκους, Έλληνες και από τρίτες χώρες- να εκτιμούν πως αυτή η απειλή θα μείνει στα λόγια. Έχουμε κι εμείς την παροιμία «σκυλί που γαβγίζει δεν δαγκώνει» μου έλεγε τις προάλλες ένας έμπειρος Τούρκος διεθνολόγος αναφερόμενος στους λεονταρισμούς του Ερντογάν έναντι της Ελλάδας και επισημαίνοντας το αυτονόητο, ότι δηλαδή η Ελλάδα δεν είναι Συρία ούτε Βόρειο Ιράκ. Πράγματι, ο Ερντογάν έχει κάνει τις απειλές του πράξη σε χώρες υπό διάλυση, χωρίς τακτικό στρατό και σύγχρονα όπλα - όχι απέναντι σε μια χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.

…και η τουρκική αντιπολίτευση

Συνεπώς, θα μπορούσε βάσιμα να προβλέψει κανείς ότι μέχρι να γίνουν οι εκλογές στην Τουρκία -μάλλον περίπου ταυτόχρονα με την Ελλάδα- ούτε αποκλιμάκωση της έντασης στις διμερείς μας σχέσεις θα δούμε αλλά ούτε και πόλεμο. Κι ας δηλώνει στα κανάλια η Ντόρα Μπακογιάννη ότι πρώτη φορά ανησυχεί με την Τουρκία.

Ωστόσο, το 2023 είναι πολύ κοντά και μια σοβαρή χώρα, όπως θέλει να είναι η Ελλάδα, θα έπρεπε να κάνει τα σχέδιά της για τις σχέσεις με τον δύσκολο γείτονα την επόμενη μέρα. Αυτό απαιτεί αφενός μια ανάλυση για το πώς βλέπει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις η τουρκική αντιπολίτευση, αλλά και για το ποιος είναι πιθανόν να κερδίσει τις εκλογές στην Τουρκία. Η συμμαχία των «6» που προσπαθεί να αποκαθηλώσει τον Ερντογάν, με ισχυρότερα κόμματα τους κεμαλιστές σοσιαλδημοκράτες του CHP με πρόεδρο τον μάλλον χλομό Κεμάλ Κιλιντζάρογλου και το Καλό Κόμμα της χαρισματικής πρώην γκρίζας λύκαινας Μεράλ Ακσενέρ, δεν διαφοροποιείται επί της ουσίας από την πολιτική του Τούρκου Προέδρου έναντι της Συρίας, της Λιβύης, της Ελλάδας και γενικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Αν δηλαδή υποτεθεί πως θα καταφέρουν να κερδίσουν τις εκλογές -και το καθεστώς Ερντογάν αποδεχθεί την ήττα του-, δεν θα είναι πιο εύκολο για την όποια ελληνική κυβέρνηση να μιλήσει μαζί τους. Υπενθυμίζεται η δήλωση του Κιλιντζάρογλου το καλοκαίρι, όταν η τουρκική κυβέρνηση έβαλε πάλι στο τραπέζι το θέμα της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου: «Αν έχεις ψυχή, κάνε ένα βήμα για τα νησιά τα οποία καταλήφθηκαν και για τα στρατιωτικοποιημένα νησιά. Θα σε στηρίξουμε» είχε πει.

Από την άλλη πλευρά, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η αντιπολίτευση στην Τουρκία μπορεί να κερδίσει τον Ερντογάν. Η συμμαχία των «6» παραμένει βαθύτατα αντικουρδική - και δεν φαίνεται να μπορεί να το ξεπεράσει και να βρει σημεία επαφής με το φιλοτουρκικό HDP, ώστε να μπορέσουν μαζί να πάρουν μια άνετη πλειοψηφία. Επιπλέον, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, οι «6» δεν έχουν καταφέρει να παρουσιάσουν έναν κοινό υποψήφιο που να πείσει τους ψηφοφόρους ότι μπορεί να βγάλει τη χώρα από τη βαθύτατη οικονομική κρίση. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι νωρίς να μαντέψει κανείς τι θα γίνει στις εκλογές στη γειτονική χώρα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0