Διανύουμε μια περίοδο εναλλασσόμενων κρίσεων (οικονομική, περιβαλλοντική, υγειονομική, ενεργειακή). Σε αυτό το πλαίσιο ένας πόλεμος εντός των ορίων της Ευρώπης ήρθε να επιβαρύνει διεθνείς σχέσεις και ισορροπίες.
Η Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε μέσω της ιστορικής, πλέον, Συνθήκης των Πρεσπών ότι ο μόνος δρόμος προς την ευτυχία των λαών είναι η γεφύρωση χρόνιων διαφορών. Απέδειξε ότι η μισαλλοδοξία, ο σκοταδιστικός εθνικισμός, η ανιστόρητη προπαγάνδα και ο φανατισμός μόνο αρνητικά αποτελέσματα έχουν να προσφέρουν ένθεν κακείθεν και ο μόνος δρόμος προς την ευημερία είναι αυτός της αλληλοκατανόησης και της συνεργασίας.
Εκεί που κάποιοι (για μικροπολιτικά οφέλη) στέλνουν όπλα και εξοπλίζουν αντιμαχόμενες παρατάξεις, ρίχνοντας λάδι στις φλόγες του ολέθρου, η απάντηση της Αριστεράς είναι η προώθηση πολιτικών που έχουν στόχο την ειρήνη, την ανταλλαγή ιδεών και το διάλογο των λαών. Πολιτικές οι οποίες θα αναδείξουν τη χώρα σε κεντρικό πόλο σταθερότητας στην περιοχή των Βαλκανίων αλλά και ευρύτερα στην ανατολική Μεσόγειο και θα ισχυροποιήσουν τον ρόλο της στην Ευρώπη, και κατά συνέπεια παγκοσμίως.
Τέτοιες πολιτικές δεν είναι απαραίτητο να βασίζονται σε παραδοσιακές μορφές διπλωματίας (επιπέδου κορυφής), αλλά στη χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής πολιτιστικής διπλωματίας, η οποία θα αφορά τη βάση της κοινωνίας.
Με τον όρο πολιτιστική διπλωματία εννοούμε ένα είδος δημόσιας διπλωματίας που περιλαμβάνει την «ανταλλαγή ιδεών, πληροφοριών, τέχνης, γλώσσας και άλλων πτυχών του πολιτισμού μεταξύ λαών με σκοπό την προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης».1 Μέσω της πολιτιστικής διπλωματίας, ένα κράτος δύναται να επηρεάζει άλλα κράτη πετυχαίνοντας στρατηγικούς στόχους με «όπλα» στη φαρέτρα του τον πολιτισμό, τις ανθρωπιστικές και πολιτισμικές του αξίες, παρά μέσω σκληρής οικονομικής και στρατιωτικής διπλωματίας ή πολιτικών εξαναγκασμού. Τέτοιες, μακροπρόθεσμες πολιτικές έχουν χρησιμοποιηθεί εκτενέστατα και αποτελεσματικά τόσο σε συνθήκες ειρήνης όσο και κατά τη διάρκεια ψυχροπολεμικών περιόδων.2
Συχνά ακούγεται στον δημόσιο λόγο ότι «ο πολιτισμός είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας μας». Είναι όμως πραγματικά έτσι; Πώς συνεισφέρει συστηματικά η κεντρική εξουσία ώστε να κεφαλαιοποιήσει και να εξαγάγει προϊόντα αυτής της βιομηχανίας σε διεθνές επίπεδο ή, έστω, να προσελκύσει το διεθνές ενδιαφέρον στη χώρα μας;
Η Ελλάδα, εκτός του ότι κατά κοινή ομολογία θεωρείται «η κοιτίδα (και όχι η κοίτη) του δυτικού πολιτισμού», είναι εξαιρετικά παραγωγική και σε επίπεδο σύγχρονου πολιτισμού, με αναρίθμητες ετήσιες παραγωγές παραστατικών έργων, εκθέσεων πλαστικών τεχνών, εκδόσεων βιβλίων, δισκογραφία, φεστιβάλ. Αυτά όμως τα πολιτιστικά προϊόντα αποσκοπούν κυρίως στην εγχώρια κατανάλωση και όχι στην προώθησή τους στο εξωτερικό, ούτε στην προσέλκυση ενδιαφέροντος από το εξωτερικό.
Το 2019 η Ελλάδα βρέθηκε στη 15η θέση στις 27 της Ε.Ε. για τον ετήσιο τζίρο πολιτιστικών δραστηριοτήτων,3 μία όχι ευκαταφρόνητη θέση, αν σκεφτεί κανείς την διαχρονική έλλειψη πολιτικών σε επίπεδο διάδοσης και προώθησης πολιτιστικών αγαθών. Μια θέση όμως που μας κάνει να αναλογιστούμε ότι δυνητικά θα μπορούσε να ήταν πολύ υψηλότερη αν αναλογιστεί κανείς ότι μιλάμε για την «κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού».
Αλλα κράτη που επενδύουν συστηματικά στον συγκεκριμένο τομέα έχουν ινστιτούτα τα οποία θέτουν ετήσιους στρατηγικούς στόχους σε επίπεδο πενταετίας,4 συνεισφέρουν και παρακολουθούν τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών,5 επενδύουν στη διαφάνεια και φροντίζουν να είναι ξεκάθαρο ότι πολίτες και οργανισμοί μπορούν να αποταθούν στις υπηρεσίες τους.6 Καθώς επίσης κοινοποιούν τους ετήσιους απολογισμούς πεπραγμένων τους.7
Στην Ελλάδα το αντικείμενο είναι σε εμβρυακό στάδιο. Διαχρονικά (και από την εικοσαετή εμπειρία μου ζώντας στο εξωτερικό) περισσότερη πολιτιστική και πολιτισμική διπλωματία ασκεί η Εκκλησία της Ελλάδος με τα παραρτήματά της (εκκλησίες και ιεραποστολές ανά τον κόσμο) παρά το ίδιο το οργανωμένο κράτος. Τη δεύτερη θέση κατέχουν σύλλογοι απόδημων Ελλήνων οι οποίοι πολύ συχνά συσπειρώνονται γύρω από τις εκκλησίες και τελευταίες έρχονται οι εκάστοτε πρεσβείες και προξενικές αρχές, χωρίς κι αυτές να υπακούν απαραίτητα σε κάποιο κεντρικό σχεδιασμό.
Δεν είναι τυχαίο ότι το υπουργείο Εξωτερικών στην επίσημη σελίδα του στο λήμμα πολιτιστική διπλωματία αναλώνεται στις διακρατικές συμφωνίες για την πάταξη της αρχαιοκαπηλίας και κλοπής έργων τέχνης,8 ένα ζήτημα το οποίο άπτεται ελάχιστα του αντικείμενο της πολιτιστικής διπλωματίας.
Ο κατεξοχήν υπεύθυνος οργανισμός στη χώρα μας είναι το Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού.9 Ένας οργανισμός ο οποίος έχει να επιδείξει πολλά προβλήματα διαχείρισης στα 30 χρόνια της ιστορίας του και ο οποίος πολλές φορές βρίσκεται παραγκωνισμένος από την κεντρική διοίκηση, η οποία αδυνατεί να κατανοήσει τον λόγο ύπαρξής του. Ένας οργανισμός, ο οποίος (όπως πολλοί άλλοι στη χώρα μας) δίνει την εντύπωση ότι υφίσταται για την εξασφάλιση των τιμητικών θέσεων του διοικητικού συμβουλίου του, χωρίς να υπάρχει όραμα και στρατηγική στόχευση ή δημόσιοι ετήσιοι απολογισμοί πεπραγμένων.
Σαν αποτέλεσμα, το κενό που αφήνει η έλλειψη εθνικής στρατηγικής στον συγκεκριμένο τομέα συχνά καταλαμβάνεται από ιδρύματα (όπως το Ελληνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας)10 τα οποία καλώς υφίστανται μεν, αλλά αναμφίβολα αδυνατούν να καλύψουν ανάγκες επιπέδου δημόσιας πολιτικής και εθνικής στρατηγικής.
Είναι καιρός λοιπόν να δούμε τον πολιτισμό σε επίπεδο διεθνούς πολιτικής, με τη σοβαρότητα που του αρμόζει. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας πίσω του την παρακαταθήκη της Συνθήκης των Πρεσπών, οφείλει πλέον να ηγηθεί στη χάραξη πολιτικών στο επίκεντρο των οποίων θα βρίσκεται ο πολιτισμικός διάλογος και οι διαπολιτισμικές σχέσεις, επενδύοντας έτσι στη συνεργασία και την αλληλοκατανόηση ανάμεσα στους λαούς, ορίζοντας την Ελλάδα εγγυητή της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
* Ο Θάνος Πολυμενέας-Λιοντήρης, PhD, διδάσκει μουσική τεχνολογία στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι μέλος του Δ.Σ. της κοοπερατίβας προοδευτικών πολιτικών «ThinkBee». Ήταν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την "Ανοιχτή Πόλη" υπό τον Νάσο Ηλιόπουλο
1 Lenczowski, J. (2008). Cultural diplomacy, political influence, and integrated strategy. Strategic influence: Public diplomacy, counterpropaganda, and political warfare, 74-99.
2 Arndt, R. T. (2005). The first resort of kings: American cultural diplomacy in the twentieth century. Potomac Books, Inc..
3 Βάσει των τελευταίων δεδομένων της Eurostat: https://ec.europa.eu/eurostat/web/culture/data/database
4 https://www.britishcouncil.org/sites/default/files/british_council_corporate_plan_2021-22_low_res.pdf
5 https://www.britishcouncil.org/sites/default/files/the_missing_pillar.pdf
6 https://www.bundestag.de/resource/blob/414912/0568e39c4b0e2c59ab740dd792f7b8a7/wd-10-043-06-pdf-data.pdf
7 https://www.goethe.de/resources/files/pdf234/gi_jahrbuch_2021_web1.pdf
8 https://www.mfa.gr/eidika-themata-exoterikis-politikis/politistike-diplomatia/
9 https://hfc-worldwide.org/athens/
10 https://helleniculturaldiplomacy.com/