Στην υφιστάμενη ενεργειακή κρίση έρχεται να προστεθεί η αναταραχή που προκαλούν οι τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο Ρωσίας-Ουκρανίας, με τις όποιες επιπτώσεις στις αγορές φυσικού αερίου και πετρελαίου, να φέρνουν ξανά στο προσκήνιο την ανάγκη μείωσης της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα.
Η κρισιμότητα της αγοράς φυσικού αερίου είναι προφανής, καθώς πλέον σχεδόν η μισή ηλεκτροπαραγωγή εξαρτάται από το εισαγόμενο, ακριβό, ορυκτό καύσιμο, το κόστος του οποίου αποτελεί σημαντικό μέρος των ανατιμήσεων και στη λιανική.
Παράγοντες των αγορών και αναλυτές σημειώνουν ότι, στην παρούσα φάση τουλάχιστον, δεν φαίνεται να υπάρχουν προβλήματα στην τροφοδοσία, αλλά ούτε και σοβαρές συνέπειες στη διαμόρφωση των τιμών του φυσικού αερίου, παραπέμποντας στις μεγάλες διακυμάνσεις, προ ουκρανικής κρίσης, των προηγούμενων μηνών με τιμές αισθητά υψηλότερες των σημερινών. Στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, πάντως, σημειώθηκε χθες μεγαλύτερη αύξηση, αν και ήδη βρίσκονταν σε ανοδική πορεία.
Τα ακραία σενάρια είναι να διακόψει η Ρωσία την τροφοδοσία με αέριο στην Ουκρανία ή να σταματήσει τη μεταφορά του αερίου η Ουκρανία, που πάντως δεν φαίνονται πιθανά, καθώς συνεπάγονται σοβαρές οικονομικές απώλειες και για τις δύο χώρες, αλλά και νέα “μέτωπα”, διενέξεις δικαστικές κ.λπ., με χώρες και εταιρείες της Ευρώπης με τις οποίες υπάρχουν συμφωνίες και συμβόλαια.
Η ετοιμότητα, άλλωστε, της χώρας αφορά ακριβώς το ενδεχόμενο δραματικών εξελίξεων που πρωτίστως συνδέονται με την ηλεκτροπαραγωγή, γι' αυτό και εστιάζει σε εφοδιασμό με υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), στην επιπλέον συνεισφορά λιγνιτικών μονάδων, στην εξάντληση των υδροηλεκτρικών, στη λειτουργία μονάδων, που έχουν τη δυνατότητα, ακόμα και με πετρέλαιο - επιλογές που πάντως δεν είναι χωρίς υψηλό αντίτιμο.
Οι διακυμάνσεις των τιμών -οι οποίες διαμορφώνονται κατά βάση χρηματιστηριακά- που μπορεί να οφείλονται σε διεθνείς συγκυρίες, έκτακτα περιστατικά, γεωπολιτικές αναταράξεις κ.λπ. είναι δεδομένο ότι θα επιδρούν αρνητικά στην εγχώρια αγορά και θα μετακυλίονται στους καταναλωτές, όσο εντείνεται η εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και η εγκατάλειψη εγχώριων πηγών πριν επιτευχθεί η πλήρης ανάπτυξη καθαρών μορφών ενέργειας.
Μιλώντας στην “Αυγή” ο Σπύρος Μιχαλακάκης, χημικός, πρώην πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΒΡ Ελληνική Α.Ε. επισήμανε:
“Η επίπτωση στην Ελλάδα δεν φαίνεται, προς το παρόν, να είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ο αγωγός της Gazprom, το κομμάτι που περνάει από την Ουκρανία, εάν διαταραχθεί, θα υπάρχει γενικότερο θέμα. Βέβαια, υπάρχει και ο αγωγός TAP ως εναλλακτική/συμπληρωματική δυνατότητα μεταφοράς, αλλά η απάντηση βραχυπρόθεσμα δεν είναι άλλη από την εισαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Μεσομακροπρόθεσμα όμως επαναλαμβάνει την ανάγκη για την αξιοποίηση των εγχώριων πηγών ενέργειας, που αφορά την στρατηγική στον τομέα της ενέργειας.
Με την εξέλιξη που υπήρξε θα περίμενε κανείς άνοδο και στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο: το πετρέλαιο όντως ανέβηκε πολύ, πήγε χθες στα 98 δολάρια/βαρέλι το τύπου brent, όταν πριν από μερικές ημέρες ήταν στα 92, όμως, το φυσικό αέριο πήγε στα 4,5 δολάρια/1000btu, όταν τον Οκτώβριο ήταν πάνω από 6 δολάρια στην αμερικανική αγορά και στα 78-79 ευρώ/μεγαβατώρα, όταν τον Δεκέμβριο έφτασε μέχρι 166,8 ευρώ, στην Ευρώπη, δηλαδή δεν φαίνεται να έχει κάποια σημαντική επίπτωση στο αέριο.
Υπάρχει μια αναταραχή, ελπίζουμε να μην κλιμακωθεί. Ωστόσο, όταν εξαρτάσαι ενεργειακά από το εξωτερικό από πηγές στις οποίες έχεις ένα πολύ μικρό κομμάτι ελέγχου, υπάρχει ανά πάσα στιγμή ο κίνδυνος διακυμάνσεων και πρέπει να υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις.
Βέβαια, υπάρχει το LNG,το οποίο όμως είναι ακριβότερο από το φυσικό αέριο μέσω αγωγών, και παράλληλα η Ελλάδα “κάθεται” σε πιθανά κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου, τα οποία πρέπει να αξιοποιήσουμε.
Σήμερα, δεν έχει φανεί ακόμα στο φυσικό αέριο η ίδια σημαντική επίπτωση που φάνηκε στο πετρέλαιο, όμως η μεταβλητότητα των τιμών σε κάθε περίπτωση είναι ανησυχητική.
Η αναταραχή αυτή, και δεδομένης της ασθενούς και μη ολοκληρωμένης ενεργειακής αγοράς της Ελλάδας, είναι πιθανό να δημιουργήσει πληθωριστικές πιέσεις και παραπέρα, τουλάχιστον στα υγρά καύσιμα.
Ωστόσο, το σημαντικότερο είναι:
- Κατά πόσο στην ενεργειακή μετάβαση έχει ληφθεί υπόψη η ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας και προσιτότητας της ενέργειας για τον ευρύ πληθυσμό, που θα επέβαλε ένα άλλο πλάνο απόσυρσης των λιγνιτικών, όπως είχε κάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2018, έχοντας έναν ορίζοντα έως το 2030.
- Η ανάγκη ανάπτυξης, έστω και ως “γέφυρα”, μεσοπρόθεσμα των εγχώριων πηγών υδρογονανθράκων και παράλληλα η πραγματική στήριξη των ΑΠΕ, της αποθήκευσης και της εξοικονόμησης ενέργειας.
Επομένως, στρατηγικά, πρέπει να δούμε αυτή την υψηλή εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο που υπόκειται σε τέτοιου είδους γεωστρατηγικές, αλλά και οικονομικές επιρροές. Απαιτείται μια αναθεώρηση της πολιτικής που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση της Ν.Δ., χωρίς να αλλάξει ο στόχος, υπό το πρίσμα των αρνητικών εξελίξεων, οι οποίες πάντα ήταν πιθανές, αλλά τώρα γίνονται πραγματικότητα”.