«Καταδικάζουμε τη σημερινή επιχείρηση εκφοβισμού της Γεν. Γραμ. Αντεγκληματικής Πολιτικής Σοφίας Νικολάου από τους γνωστούς πλέον αγνώστους, αλλά και τη στοχοποίησή της από τα φερέφωνα του μίσους και του διχασμού. Καλούμε όλα τα πολιτικά κόμματα να κάνουν το ίδιο».
Με αυτή την δήλωση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχείρησε χθες να προκαταβάλει την απόφαση της Δικαιοσύνης - όπου οδηγήθηκαν δύο άτομα επειδή πέταξαν τρικάκια με σύνθημα «ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΡΑΝΕ» - ποινικοποιώντας εκ των προτέρων μια πράξη για την οποία το δικαστήριο απεφάνθη πως δεν ήταν υβριστική και φυσικά δες συνιστούσε ούτε επίθεση ούτε επιχείρηση εκφοβισμού της κυρίας Νικολάου.
Για τις σχέσεις της κυρίας Νικολάου με το αντικείμενο που υποτίθεται πως υπηρετεί έχουν γραφτεί πολλά και έχουν αποδειχτεί ακόμα πιο πολλά που εκθέτουν τόσο την ίδια όσο και αυτούς που την επέλεξαν. Εκείνο, όμως, που αξίζει κανείς να κρατήσει από την συγκεκριμένη υπόθεση είναι η σπουδή του κ. Πέτσα να απαιτήσει, από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, δηλώσεις καταδίκης για ένα γεγονός που μόνο ως καταδικαστέο δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Επειδή κανείς δεν θα πίστευε πως ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αδυνατεί να διακρίνει την διαφορά ανάμεσα στην διαμαρτυρία και την βία, εύλογα οδηγείται κανείς στο συμπέρασμα πως σκοπός του κύριου Πέτσα είναι η ταύτιση της κριτικής με την βία στην οποία η κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να απαντά με βία.
Η κριτική στις κυβερνητικές πολιτικές όπως και η διαμαρτυρία είτε θιγόμενων είτε απροστάτευτων από αυτές κινούνται πλέον πέρα των ορίων ανοχής της κυβέρνησης και ως κάτι το παράνομο αντιμετωπίζονται ασχέτως του τι θα πει η Δικαιοσύνη. Και αυτό είναι κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από τις προσαγωγές, τα πρόστιμα και τις συλλήψεις του κ. Χρυσοχοΐδη.