Πόσες ιστορικές στιγμές αντέχει αυτή η χώρα, την εποχή μάλιστα που είναι πιασμένη στα δίχτυα του κορωνοϊού, όπως ο μισός πλανήτης, ενώ δεν έχει προλάβει να συνέλθει από μια δεκαετή οικονομική κρίση; Προφανώς αντέχει πολλές.
Την “ιστορική” επίσκεψη Πομπέο, την “ιστορική” αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, την κάπως λιγότερο “ιστορική” απόφαση της Ε.Ε. για την Τουρκία, την “ιστορική”, πλην όμως... αόρατη επιτυχία του ΝΑΤΟ να φτιάξει έναν μηχανισμό αποκλιμάκωσης στην ανατολική Μεσόγειο. Την “ιστορική” ανάκτηση της εθνικής αυτοπεποίθησης, όπως επαίρεται ο πρωθυπουργός.
Μόνο την “ιστορική” Συμφωνία των Πρεσπών δεν αντέχει -όχι η χώρα, αλλά- η κυβέρνηση Μητσοτάκη και γι' αυτό ξόδεψε διπλωματικό κεφάλαιο την περασμένη Δευτέρα για να πείσει τους Αμερικανούς να βγάλουν την κακιά λέξη από το κοινό ανακοινωθέν της επίσκεψης Πομπέο.
Το ερώτημα είναι εάν όλα αυτά τα “ιστορικά” φέρνουν πιο κοντά την ειρήνη και τη συνεργασία με τον δύσκολο γείτονα, που είναι και το πραγματικά ζητούμενο. Κι αν σ’ αυτή την προσπάθεια η ελληνική κυβέρνηση έχει στοιχειωδώς την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν είναι εύκολη. Ο Τούρκος Πρόεδρος έχει αποδείξει ότι δεν ορρωδεί προ ουδενός, ότι έχει εύκολες τις προκλήσεις κι ακόμη πιο εύκολες τις απειλές. Επιμένει ότι “δεν είναι μουσαφίρης” στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο κι ότι δεν μπορούν η Ελλάδα και (πόσο μάλλον) η Κύπρος -την οποία η Τουρκία επιμένει να μην αναγνωρίζει- να τον περιορίσουν στον κόλπο της Αττάλειας, όπως λέει.
Ο Ερντογάν δεν έχει σε μεγάλη υπόληψη το Διεθνές Δίκαιο -η Τουρκία δεν έχει καν υπογράψει τη συμφωνία για το Δίκαιο της Θάλασσας- και το επικαλείται α λα καρτ. Ζητώντας, για παράδειγμα, την πρωτοκόλληση του τουρκολιβυκού συμφώνου για τα θαλάσσια σύνορα, αυτού που αγνοεί την ύπαρξη της Κρήτης και των Δωδεκανήσων, από τη γραμματεία του ΟΗΕ.
Μπορεί η διαδικασία να είναι “τυπική”, όπως υπογραμμίζουν διπλωματικές πηγές από την Αθήνα, και η ουσία της συμφωνίας “παράνομη”, αλλά αυτό δεν σταματάει ούτε τον Ερντογάν ούτε τη μηχανή της τουρκικής προπαγάνδας, που προσπαθεί να πείσει όσο περισσότερους τρίτους μπορεί ότι η Τουρκία είναι η αδικημένη.
Ωστόσο με αυτόν τον Ερντογάν πρέπει να μιλάει η ελληνική πλευρά και είναι σίγουρα καλύτερο να δίνεται μια ευκαιρία στο διάλογο, παρά να είναι παρατεταγμένα τα πολεμικά πλοία των δύο χωρών σε μόνιμο συναγερμό στην ανατολική Μεσόγειο και να διαβάζουμε για παρηγοριά... έπη για υποβρύχια.
Βέβαια το ζητούμενο για την ελληνική κυβέρνηση, για κάθε ελληνική κυβέρνηση, είναι να υπάρχουν κανόνες σ’ αυτό τον απαραίτητο διάλογο με τον προβληματικό γείτονα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εναπόθεσε τις ελπίδες της για την επιβολή αυτών των κανόνων στους συμμάχους.
* Τη μια στην καγκελάριο Μέρκελ, τη μάνατζερ των μεγάλων κρίσεων, που έχει ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με την Άγκυρα και θεωρείται περίπου “ουδέτερη”.
* Την άλλη στον Πρόεδρο Μακρόν, που πουλάει πυγμή στην Τουρκία, αεροσκάφη στην Ελλάδα και τελικά έχει μια “συμπληρωματική προσέγγιση” με τη Γερμανία.
* Την παράλλη στον επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Πομπέο, που χρησιμοποίησε από τη Σούδα σκληρή γλώσσα εναντίον... της Κίνας και της Ρωσίας διατηρώντας το αιώνιο “βρείτε τα” όταν πρόκειται για την Τουρκία.
* Και προχθές στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που στάθηκε κατώτερο των περιστάσεων και κατέληξε σε μια μεσοβέζικη απόφαση, με λίγο “καρότο” κι ακόμη λιγότερο “μαστίγιο” για την Τουρκία, παρά το ηρωικό σόου διαπραγμάτευσης για να σωθεί η τιμή της Κύπρου.
Τέλος, η κυβέρνηση δεν εναπόθεσε επισήμως καμία ελπίδα στον Στόλτενμπεργκ, τον “ασόβαρο” γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, πλην όμως έπειτα από “ανύπαρκτες” συνομιλίες συμφώνησε σε έναν στρατιωτικό μηχανισμό αποκλιμάκωσης.
Τι έχει βγει από όλα αυτά; Μια εύθραυστη ηρεμία, την οποία η Τουρκία μπορεί να τορπιλίσει ανά πάσα στιγμή, καθώς και η προοπτική των διερευνητικών συνομιλιών, την έναρξη της οποίας σχεδόν κατάφερε να σαλπίσει η Μέρκελ.
Ναι στον διάλογο αλλά με τις κυρώσεις στο τραπέζι
Ο Αλέξης Τσίπρας με επιστολή του προς την ευρωπαϊκή ηγεσία και τα προοδευτικά κόμματα εισηγείται επανεκκίνηση των ευρωτουρκικών σχέσεων με "μια φιλόδοξη θετική ευρωπαϊκή ατζέντα για την Τουρκία, αλλά και την υιοθέτηση ενός συμπαγούς ευρωπαϊκού μηχανισμού κυρώσεων" * Τη γεωγραφία, ως γνωστόν, δεν μπορείς να την αλλάξεις και η Τουρκία ήταν πάντοτε δύσκολη γειτόνισσα. Το τελευταίο διάστημα ακόμη περισσότερο, με τον Ερντογάν να παίζει όλο και πιο χοντρά το εθνικιστικό χαρτί στην ανατολική Μεσόγειο
Ο Αλέξης Τσίπρας ξέρει καλά τον Ταγίπ Ερντογάν. Ως πρωθυπουργός προσπάθησε πολύ -και με αρκετή επιτυχία- να βρει ένα modus vivendi μαζί του τα δύσκολα χρόνια μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, όταν ο Τούρκος Πρόεδρος έγινε ακόμη πιο επιθετικός από πριν.
Ωστόσο ήταν από τότε σαφές ότι η ουσιαστική βελτίωση των διμερών σχέσεων περνάει μέσα από τις ευρωτουρκικές σχέσεις -κάτι που σήμερα είναι ακόμη πιο οφθαλμοφανές, καθώς η τουρκική οικονομία είναι στα τάρταρα και το προσφυγικό εξακολουθεί να προκαλεί πολιτικά σοκ στην όλο και πιο φοβική Ευρώπη.
Γι’ αυτό και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης προχώρησε σε μια ουσιαστική πρόταση προς την ευρωπαϊκή ηγεσία και τα προοδευτικά κόμματα στην Ε.Ε. προσπαθώντας και να καλύψει το έλλειμμα στρατηγικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη.
Με την επιστολή του ο Τσίπρας εισηγείται την επανεκκίνηση των ευρωτουρκικών σχέσεων με δυναμικούς όρους. Αυτό σημαίνει ότι η Ε.Ε. θα πρέπει ταυτόχρονα να αποφασίσει έναν μηχανισμό ισχυρών κυρώσεων για την Τουρκία σε περίπτωση που αυτή συνεχίσει τις παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και Κύπρου, αλλά και να της προσφέρει την προοπτική μιας ουσιαστικής θετικής ατζέντας εάν σεβαστεί το Διεθνές Δίκαιο.
Μόνο έτσι, επιμένει ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσαν να προχωρήσουν οι διερευνητικές συνομιλίες Ελλάδας - Τουρκίας και να ξαναρχίσει ο διάλογος για το Κυπριακό.
Ο Τσίπρας ξέρει ότι η γνώμη του στην Ε.Ε. μετράει. Τουλάχιστον στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Κανείς δεν ξεχνά ότι η μοναδική καλή είδηση στην Ευρώπη την τελευταία δεκαετία ήταν η επίλυση του «Μακεδονικού», με την Ελλάδα να έχει γίνει πρωταγωνίστρια της λύσης, αντί μέρος ενός χρόνιου προβλήματος. Γι’ αυτό έχει σημασία η παρέμβασή του στα του ευρωτουρκικού διαλόγου. Καθώς και η επισήμανσή του ότι “θα αποτελούσε σοβαρό λάθος εκ μέρους της Ε.Ε. να θεωρήσει ότι απλά και μόνο η επανεκκίνηση ενός εύθραυστου ελληνοτουρκικού διαλόγου, ειδικά υπό τη σταθερή απειλή της επιστροφής τουρκικών πολεμικών πλοίων, αποτελεί βιώσιμο πλαίσιο για την έξοδο από την κρίση”.
Ο Τσίπρας περιμένει από την Ε.Ε. να επιλέξει τον δύσκολο δρόμο: “την επένδυση σε μια φιλόδοξη θετική ευρωπαϊκή ατζέντα για την Τουρκία, αλλά και την υιοθέτηση ενός συμπαγούς ευρωπαϊκού μηχανισμού κυρώσεων”. Καθώς η Ε.Ε. πρέπει να δείξει ότι “είναι αποφασιστική στην προστασία των κρατών - μελών και των αξιών της, αλλά και αρκετά διορατική για να αναπτύξει τις σχέσεις της με έναν σημαντικό εταίρο για την επίλυση των παγκόσμιων και περιφερειακών προκλήσεων της εποχής μας”.