Live τώρα    
Ο Σολωμός, τα δημοτικά και ο ΄Υμνος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο Σολωμός, τα δημοτικά και ο ΄Υμνος

Τμήμα σπουδαίο της ιστορίας η ποίηση και δημιούργημά της, είναι ταυτόχρονα δημιουργός ιστορίας αλλά και δημιουργός αντιλήψεων και στάσεων απέναντι στην ιστορία, την καταγεγραμμένη ή τη διαφυλαγμένη από τη συλλογική προφορικότητα. Την ιστορία του '21 μπορούμε βέβαια να τη μελετήσουμε μέσα από τα Ενθυμήματα και τα Απομνημονεύματα των αγωνιστών και τις ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, σύγχρονες με τον Αγώνα και κατοπινές. Μπορούμε όμως να την προσεγγίσουμε και μέσα από τα ποιήματα που της αφιερώθηκαν, δημοτικά ή προσωπικά, θερμά ή νηφαλιότερα, ηρωικά ή παραινετικά, αυθεντικώς συγκινημένα ή ρητορικά.

Ακόμη κι αν οι δύο λόγοι, ο ιστοριογραφικός και ο ποιητικός, εμφανίζονται αντίδικοι ή παράλληλοι, κατά βάση λειτουργούν συμπληρωματικά, αφού διαφωτίζει ο ένας τον άλλον, υπάρχουν δε και περιπτώσεις όπου ο ένας αρδεύεται από τον άλλον. Και μάλιστα δεν είναι μονόδρομη αυτή η άντληση, όπως ίσως θα αναμενόταν. Δεν επηρεάζεται δηλαδή αποκλειστικά η ποίηση από την ιστοριογραφία και τις πληροφορίες της, αλλά επηρεάζει και η ποίηση την ιστοριογραφία, εν μέρει έστω. Και πολύ περισσότερο επηρεάζει τη συλλογική συνείδηση, μέσα και από τη εκπαιδευτική διαδικασία.

Για παράδειγμα, όσες κι αν είναι σήμερα οι επιφυλάξεις αρεκετών ιστορικών για τη θυσία του Ζαλόγγου, οι στροφές που αφιέρωσε στις Σουλιώτισσες ο Διονύσιος Σολωμός, στο ποίημά του Εις τον θάνατον του Λόρδ Μπάιρον, τις καθιέρωσαν σαν υποδείγματα αυτοθυσίας:

Τες εμάζωξε εις το μέρος

του Τσαλόγγου το ακρινό

της ελευθεριάς ο έρως

και τες έμπνευσε χορό·

τέτοιο πήδημα δεν το είδαν

ούτε γάμοι, ούτε χαρές,

και άλλες μέσαν τους επήδαν

αθωότερες ζωές.

Αντίθετα, ο Ξηρομερίτης οπλαρχηγός Γεώργιος Βαρνακιώτης παραδόθηκε σε μιαν επονείδιστη αθανασία σαν προδότης, επειδή έτσι τον κατάγγειλε ο Ανδρέας Κάλβος στην «Εις τον προδότην» ωδή του (1826), ένα δημοτικό («Εγώ πασά δεν προσκυνώ, σαν τον τουρκο-Γιωργάκη») και η Ιστορία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, Ποίημα απλούν, αποδιδόμενο στον Στασινό Μικρούλη. Μολαταύτα, οι περισσότεροι ιστορικοί αντικρούουν την κατηγορία περί προδοσίας, το ίδιο δε το Βουλευτικό Σώμα τον αποκατέστησε τον Δεκέμβριο του 1827.

Στην περίπτωση αυτή συντελείται κατά κάποιον τρόπο ό,τι έλεγε ο Λουκιανός, στο Περί πένθους σύγγραμμά του, πως είχε συντελεστεί εν σχέσει με το έργο του Ομήρου και του Ησιόδου. Αποδίδεται δηλαδή κύρος νόμου στην ποίηση:

Ο μεν δη πολύς όμιλος, ούς ιδιώτας οι σοφοί καλούσι, Ομήρω τε και Ησιόδω και τοις άλλοις μυθοποιοίς περί τούτων πειθόμενοι και νόμον θέμενοι την ποίησιν αυτών, τόπον τινά υπό τη γη βαθύν 'Αιδην υπειλήφασιν, μέγαν δε και πολύχωρον τούτον είναι και ζοφερόν και ανήλιον, ουκ οίδ' όπως αυτοίς φωτίζεσθαι δοκούντα προς το και καθοράν των ενόντων έκαστον.

Και μεταφρασμένο:

Ο πολύς κόσμος λοιπόν, εκείνοι δηλαδή που οι σοφοί τούς ονομάζουν απαίδευτους, βασισμένοι για τα ζητήματα αυτά και στον ΄Ομηρο και στον Ησίοδο και στους άλλους μυθοποιούς, και δίνοντας κύρος νόμου στην ποίησή τους, έχουν την πεποίθηση ότι υπάρχει κάτω από τη γη ένας βαθύς τόπος, ο ΄Αδης, που είναι μεγάλος και ευρύχωρος και κατασκότεινος και ανήλιος, και δεν ξέρω πώς νομίζουν ότι φωτίζεται, ώστε να μπορεί ο καθένας να βλέπει τους άλλους παρευρισκόμενους.

Οι ποιητές της Επανάστασης του '21, κι ας μη βρίσκονταν στα πεδία της εξέγερσης, εμπιστεύονταν την έμπνευσή τους συναρθρωμένη με τη γνώση, ίσως με τη σκέψη ότι η Μελέτη ήταν μία από τις τρεις μούσες της αρχικής γενεαλογίας. Για να περιοριστούμε εδώ στον Διονύσιο Σολωμό, η προτροπή του να θεωρούμε εθνικό το αληθές δεν είναι αφ' υψηλού πατριαρχική παραίνεση προς τρίτους αλλά πρωτίστως αυστηρότατη οδηγία προς εαυτόν και εμπεδωμένος ποιητικός και πολιτικός τρόπος. Τα «φιλελεύθερα τραγούδια» του είναι εσωτερικώς ελευθερωμένα, κι αυτό το βλέπουμε να αποδεικνύεται περίτρανα στις στροφές του ΄Υμνου εις την Ελευθερίαν που ιστορούν την άλωση της Τριπολιτσάς, από την 35η έως την 73η.

Ο τόνος του εγκωμίου δεν ωθεί τον Σολωμό στην παρασιώπηση, την εξιδανίκευση ή τη βιαστική δικαιολόγηση. Αυτό ακριβώς τον υψώνει σε εθνικό ποιητή, ενώ γνωρίζουμε πια πως, όσοι επέλεξαν να πολιτευτούν σαν «εθνικοί ιστοριογράφοι», ακολούθησαν οδούς που τις είχε απορρίψει ο στοχαστικός και ακριβοδίκαιος Ζακύνθιος· το παράδειγμά του συνεχίζει να καθιστά υποχρεωτική την επανανάγνωση της ιστορίας, κι όχι για την ευκολία της αυτάρεσκης κρημνιστικής αναθεώρησης παρά για το διαφορετικά ανεύρετο και οπωσδήποτε τεράστιο όφελος της αυτογνωσίας.

Η αυτοψία στα έργα του Σολωμού έχει ήδη εντοπίσει πολλά και αναμφισβήτητα τεκμήρια για το πόσο ενήμερος ήταν ο ποιητής για όσα συνέβαιναν στην επαναστατημένη Ελλάδα, στα πεδία των μαχών, των ιδεολογικών συμπεριλαμβανομένων. Ο Σολωμός διάβαζε κι άκουγε. Διάβαζε εφημερίδες της εποχής, όπως τα Ελληνικά Χρονικά που εξέδιδε στο Μεσολόγγι, από την 1η Ιανουρίου 1824 έως τις 20 Φεβρουαρίου 1826, ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης-Ιάκωβος Μάγερ, τον Φίλο του Νόμου, την εφημερίδα της νήσου Υδρας, το πρώτο φύλλο της οποίας τυπώθηκε στις 10 Μαρτίου του 1924, και τη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος. Και άκουγε όχι μόνο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, φίλο και μέντορά του, που τον ενημέρωνε έγκαιρα για τα καθέκαστα της Επανάστασης, αλλά, σύμφωνα και με τις υπάρχουσες μαρτυρίες, τον κόσμο γύρω του όταν μιλούσε κι όταν τραγουδούσε, για να πάρει «από το στόμα του λαού» τρόπους, σχήματα, νοήματα.

Επιπλέον, «δεν πρέπει να ξεχνάμε», όπως υπογραμμίζει η Μαρία Δεληβοριά, «ότι σ΄ όλη τη διάρκεια του Αγώνα καταφεύγαν στη Ζάκυνθο πλήθος πρόσφυγες, κάθε τάξης, και, έτσι, οι πληροφορίες και οι μαρτυρίες για τα πολεμικά και τα πολιτικά γεγονότα, που όλοι τις περίμεναν με αγωνία, διαδίδονταν αμέσως από στόμα σε στόμα. Και είναι ίσως ενδεικτικό ότι στους Ελεύθερους Πολιορκημένους ο Σολωμός μοιάζει να έχει υπόψη του περιγραφές από αυτόπτες μάρτυρες για την πολιορκία του Μεσολογγίου και την ΄Εξοδο, περιγραφές ανάλογες με αυτές του Κασομούλη ή του Σπυρομίλιου (οι οποίες ωστόσο δημοσιεύτηκαν έναν περίπου αιώνα αργότερα)».

Δύο από τις «Σημείωσες του ποιητή», με τις οποίες αποσαφηνίζει πτυχές του ΄Υμνου, υποδεικνύουν τις πηγές του Σολωμού. Η πρώτη τον εμφανίζει ευαίσθητο αποδέκτη της «κοινής φήμης»:

Αγκαλά και ήτον ημέρα όταν επάρθηκεν η Τριπολιτσά, ο ποιητής ακολούθησε την κοινήν φήμην, οπού τότε εσκορπίστηκεν, ότι το πάρσιμό της εσυνέβηκε τρεις ώρες έπειτα από τα μεσάνυχτα.

Η δεύτερη υποδηλώνει ότι γνώριζε ήδη όσα έστρωνε εν θερμώ στο χαρτί ο Σπυρίδων Τρικούπης, για να γίνουν εν καιρώ η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης (πρωτοεκδόθηκε το 1857):

Τα περιστατικά του περάσματος του ποταμού [Αχελώου], της μάχης των Χριστουγεννών και της πολιορκίας του Μεσολογγιού ευρίσκονται καταστρωμένα εις την ιστορίαν του Σπυρίδωνος Τρικούπη, εγκάρδιου φίλου του ποιητή. Αυτή η ιστορία γλήγορα θέλει πλουτίσει και την γλώσσαν μας και την φιλολογίαν μας.

«Τελάλη, να παύσει ο σφαγμός»

Για τις στροφές του ΄Υμνου που αναφέρονται στο «πάρσιμο» της Τριπολιτσάς, τον Σεπτέμβριο του 1821, στροφές όπου ο πατριώτης συλλειτουργεί με τον αντιπολεμικό άνθρωπο, ο Σολωμός βασίστηκε στις ειδήσεις (ή και «φήμες») που μεταδόθηκαν από στόμα σε στόμα, και οι οποίες, ανεξάρτητα από το ύφος και την ερμηνεία κάθε αναμεταδότη και αφηγητή, δεν θα μπορούσε να απέχουν πολύ από όσα διηγήθηκε το 1836 ο ήρωας της άλωσης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στον Γεώργιο Τερτσέτη, για να περιληφθούν στη Διήγηση συμβάντων της ελληνικής φυλής:

Βλέποντες οι ΄Ελληνες ότι θα πέσει η Τριπολιτζά, εμαζώχθηκαν 20.000 (22 Σεπτεμβρίου)· καθώς εδοκίμασαν οι Αρβανίτες να φύγουν, επήδησαν οι Ελληνες μέσα από την τάπια του Σαραγιού. Οι Αρβανίτες εβγήκαν έξω, επήραν τον Κολιόπουλο, ετράβηξαν κατά τον Μύτικα έως 2.500. Μπαίνοντας τ' ασκέρι, έβαλα τελάλη να μη σκοτώσουμε τους Αρβανίτες· εβγήκαν ώς 2.000, και μέσα εις την Τριπολιτζά έκοβαν. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. [...]

Το ασκέρι οπού ήταν μέσα το Ελληνικό έκοβε και εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες 32.000· μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ενας Υδραίος έσφαξε 90. ΄Ελληνες εσκοτώθηκαν 100· έτζι επήρε τέλος. Τελάλη, να παύσει ο σφαγμός. [...]

΄Οταν εμβήκα εις την Τριπολιτζά, με έδειξαν εις το παζάρι τον Πλάτανο οπού εκρέμαγαν τους Ελληνας, αναστέναξα και είπα: άιτε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθησαν εκεί, και εδιέταξα και τον έκοψαν· επαρηγορήθηκα και διά τον σκοτωμόν των Τούρκων.

Βέβαιο πρέπει να θεωρείται ότι ο Σολωμός βασίστηκε στις περιγραφές του Τρικούπη, που δεν μπορεί παρά να του αναπαρέστησε έναν κόσμο σαν κι αυτόν που υπάρχει στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως:

Λαός αποτινάσσων πολυχρόνιον και βαρύν ζυγόν, κινείται πάντοτε θηριωδώς κατά των δεσποτών του· ο δε οπλοφόρος της Ελλάδος λαός ήτον έτι μάλλον ακράτητος κατ' εκείνας τας ημέρας, διότι ούτε κυβέρνησις υπήρχεν, ούτε μισθός εδίδετο, ούτε τροφαί τακτικώς διενέμοντο, ούτε μέλλον ασφαλές εφαίνετο, ούτε ο άτακτος επαιδεύετο, ούτε ο σωφρονών αντημείβετο. Διά ταύτα η ημέρα της αλώσεως της πρωτευούσης της Πελοποννήσου ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. ΄Ανδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέθνησκον, άλλοι φονευόμενοι, άλλοι εις τας αναφανείσας εν τη πόλει φλόγας ριπτόμενοι, και άλλοι υπό τα καταπίπτοντα στεγάσματα και πατώματα των καιομένων οικιών καταθλιβόμενοι· η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγαζε την φωνήν της φύσεως. [...] Ουδαμώς προτιθέμεθα να δικαιολογήσωμεν τας επί της αλώσεως της Τριπολιτζάς απανθρωπίας των Ελλήνων, ως απανθρωπίας των ομογενών: υπενθυμίζομεν μόνον, ότι παντός λαού η ιστορία, και αυτών των μάλλον εξευγενισμένων, έχει σελίδας απανθρωπίας.

Το μοτίβο της εκδίκησης ή της δίκαιης ανταπόδοσης, του αντιπεπονθότος στη θουκυδίδεια γραμματική του πολέμου, εντοπίζεται σε όλα τα συγκαιρινά ιστοριογραφήματα, Για παράδειγμα, στην Επιτομή της αναγεννηθείσης Ελλάδος του Αμβρόσιου Φραντζή (1839) οι ΄Ελληνες:

έχασαν την υπομονήν και άρχισαν να φονεύουν ανηλεώς τους Οθωμανούς, άνδρας, γυναίκας, παίδας και βρέφη, ώστε μεταξύ 4 ωρών διαστήματος εφόνευσαν τα δύο τρίτα των Οθωμανών, και ακολούθως κάθε νύκτα εφόνευον όσους είχον λάβει υποχειρίους έκαστον στρατόπεδον εις το μέρος του, ώστε όλη η πόλις, και αι πέριξ της πόλεως οδοί, οι χάνδακες, οι αγροί, οι λόφοι, κτλ. ήσαν εστρωμένα από πτώματα οθωμανικά διαφόρων γενών και ηλικιών· ματαίως επροσπάθησαν τόσον ο παρευρεθείς Κλήρος όσον και οι πολιτικοί και στρατιωτικοί αρχηγοί να καταστείλωσι την ανθρωπίνην εκείνην οικτράν σφαγήν, ήτις δεν έπαυσεν ολοσχερώς άχρις ότου οι Ελληνες εξεπλήρωσαν την οποίαν είχον επιθυμίαν εκδικήσεως εναντίον των τυραννησάντων αυτούς Οθωμανών, ενθυμούμενοι τας από τους ιδίους εκείνους γενομένας εις αυτούς καταδιώξεις, τας αδικίας, τας φορολογίας, τους φόνους, τας ζημίας, και τα λοιπά όσα υπέφερον επί Τουρκοκρατίας.

Οι επαναστάσεις γίνονται με χέρια αρματωμένα και όχι γαντοφορεμένα, είτε απελευθερωτικές είναι είτε κοινωνικές· και οι εμφύλιοι επίσης, και οι ελληνικοί οπωσδήποτε, όλων των εποχών, αιματηρότατοι υπήρξαν. Αν όμως υπολογίσουμε πόσες εκπαιδευτικές γενιές του 20ού αιώνα ξεσκόλισαν χωρίς ποτέ ν' ακούσουν στην τάξη τους ή να διαβάσουν στα βιβλία τους οχληρές λεπτομέρειες για την άλωση της Τριπολιτσάς, που θα σκίαζαν το εθνικό μας είδωλο, θα συνειδητοποιήσουμε άλλη μία φορά πόσο βαθύ χάσμα χωρίζει τη διδασκόμενη επίσημη/«κανονική» ιστορία από την επιστημονική, και πόσο ζημιώνεται έτσι η αυτογνωσία μας.

Στην πηγή των δημοτικών

Θα μπορoύσε άραγε μια τρίτη πηγή (όχι τόσο πληροφοριών και λεκτικών ή εικονοποιητικών στοιχείων όσο ύφους και ήθους) του Σολωμού για την άλωση να στάθηκαν τα δημοτικά τραγούδια που συνέθεσε ο ανώνυμος συλλογικός ποιητής, ούτως ή άλλως συγκλονισμένος από το μέγα γεγονός; Εδώ πρέπει να λάβουμε υπόψη μας δύο δεδομένα. Πρώτον, ότι ο Σολωμός συγκέντρωνε με επιμέλεια δημοτικά τραγούδια από διάφορα μέρη της Ελλάδας, αφού χρειάστηκε πρώτα «να καταστρώσει ένα ολόκληρο δίκτυο αλληλογράφων και πληροφορητών». Και δεύτερον, ότι ο ΄Υμνος εις την Ελευθερίαν, το μοναδικό ποίημα που ο Σολωμός κατόρθωσε να το τελειώσει μέσα σε ένα μήνα, τον Μάιο του 1823, δημοσιεύτηκε στο Μεσολόγγι το 1825 και επίσης το 1825 στο Παρίσι, μεταφρασμένο από τον Stanislas Julien, ως κείμενο με το οποίο, ύστερα από πρωτοβουλία του εκδότη Firmine Didot, που δεν ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη του ανθολόγου, ολοκληρωνόταν ο δεύτερος τόμος της περίφημης συλλογής δημοτικών τραγουδιών του Κλωντ Φωριέλ, του πρώτου εκδότη ελληνικής δημοτικής ποίησης. Στον πρώτο τόμο αυτής της συλλογής αποθησαυρίζονταν δύο δημοτικά, η «΄Αλωσις της Τριπολιτσάς» και η «Αιχμαλωσία του Κιαμίλ-μπεη», το ήθος των οποίων αναγνωρίζεται και στον ΄Υμνο.

Την ανθολογία του Φωριέλ τη γνώριζε ο Σολωμός και την αξιοποιούσε. Τεκμήριο, εσωτερικό, αποτελούν οι δύο σχετικές σημειώσεις του στο ποίημά του Εις το θάνατο του Λορδ Μπάιρον. Η πρώτη -«Ιδέ την Ιστορία του Περραιβού και τα προλεγόμενα του αξιωτάτου Κυρίου Φωριέλ, Chansons populaires»- αφορά την 98η στροφή του ποιήματος (Εκαθότουνε εις τα όρη / ο Σουλιώτης ξακουστός· / να τον διώξει δεν ημπόρει / πείνα, δίψα και αριθμός). H επόμενη -«Ανάμεσα εις όσα εγράφθησαν θεώρησε κατ' εξοχήν την περιγραφή του Κυρίου Φωριέλ, Chansons populaires»- αναφέρεται στην 101η στροφή: Τες εμάζωξε εις το μέρος / του Τσαλόγγου το ακρινό / της ελευθεριάς ο έρως, / και τες έμπνευσε χορό.

΄Αλλο ισχυρότατο τεκμήριο, η εξής φράση του Σολωμού στον Διάλογo (1824): «Είδαμε τα κλέφτικα τυπωμένα και γνωρίζουμε και άλλα απ’ αυτά, και ελυπηθήκαμε πως θα πάνε στα χέρια των νέων τόσες τρέλες ποιητικές και αηδέστατες, αλλά επαρατηρήσαμε πως δεν έχουν μία λέξη που να μη σώζεται στη Ζάκυνθο».

Η φράση αυτή έχει τη δική της, μάλλον μελαγχολική, ιστορία στη γραμματολογία μας. «Είναι ενδιαφέρον ότι η νεοελληνική κοινωνία προσπάθησε να κρατήσει στην αφάνεια το χωρίο αυτό του “Διαλόγου”» (δηλ. και λυπηθήκαμε πως θα πάνε στα χέρια των νέων τόσες τρέλες ποιητικές και αηδέστατες) παρατηρεί ο Αλέξης Πολίτης, και εξηγεί: «Ο Πολυλάς το παρέλειψε, ο Λίνος Πολίτης δεν τόλμησε να το ενσωματώσει, παρά το άφησε στις σημειώσεις του, ερμηνεύοντάς το μάλιστα, κάπως αμήχανα, ως “ειρωνικό”, που “θα μπορούσε μάλιστα ίσως να παρεξηγηθεί”. Στην κανονική του θέση εκδόθηκε πρώτη φορά στην ιταλική μετάφραση του Vincenzo Rotolo, Il Dialogo sulla lingua di D. Solomos, Παλέρμο 1970, 52 (ο Rotolo αποδέχεται την ερμηνεία του Λίνου Πολίτη), και στο πρωτότυπο από τον Στυλιανό Αλεξίου, ο οποίος όμως, επίσης, προσπαθεί να το ερμηνεύσει διαφορετικά. […] Κανένας από τους παραπάνω δεν συσχετίζει το χωρίο με το πολύ γνωστό μεταγενέστερο γράμμα του Σολωμού στον Τερτσέτη (1.6.1833)».

Γράφει σχετικά ο Στυλιανός Αλεξίου:

Ο Πολίτης νόμιζε ότι η φράση λυπηθήκαμε κτλ. λέγεται ειρωνικά, για τους λογιότατους· τη δική τους γνώμη για τα κλέφτικα εννοούσε ο Σολωμός. Κατά τον Πολίτη ο Πολυλάς σκοπίμως παρέλειψε την υποτιμητική φράση για να μη θεωρηθεί ως γνώμη του Σολωμού. Ωστόσο δεν είναι έτσι. ΄Ηδη ο Φ. Μπουμπουλίδης πρόσεξε ότι η φράση του Σολωμού «ξενίζει». Παρατήρησε επίσης σωστά ότι δεν μπορεί να τεθεί ως αρχή η τήρηση του καθιερωμένου από τον Πολυλά κειμένου όπως πίστευε ο Πολίτης. Συμφωνώ με τα παραπάνω και προσθέτω ότι η φράση τρέλες ποιητικές δεν μπορεί να αφορά στα κλέφτικα. Ο Μπουμπουλίδης προτείνει την ακόλουθη ερμηνεία του σολωμικού χωρίου: «Είδαμε τα κλέφτικα τυπωμένα και γνωρίζουμε και άλλα ε κ τ ό ς από αυτά και λυπηθήκαμε» κτλ. Κατά τον ίδιο μελετητή και γνώστη της εποχής του Σολωμού, ο ποιητής πιθανώς είχε υπόψη φαναριώτικα στιχουργήματα σε απλή γλώσσα όπως αυτά που είχαν περιληφθεί στο Σχολείον των ντελικάτων εραστών και στα Έρωτος αποτελέσματα· ο Σολωμός προσθέτει έτσι ένα ακόμη δείγμα που πείθει για την ενότητα της ελληνικής γλώσσας· δείγμα διαφορετικό από τα κλέφτικα και από τη Βοσκοπούλα που ανέφερε προηγουμένως.

Έχουμε πολλούς λόγους να πιστεύουμε ότι η απόφαση του Φερμίνου Διδότου να ταιριάξει τη δημοτική ποίηση με τους στίχους του ανθρώπου που θα γινόταν ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης θα συγκινούσε βαθιά τον Σολωμό, λάτρη των δημοτικών τραγουδιών. «Στη Ζάκυνθο ο Σολωμός καταγίνεται μελετώντας τα δημοτικά τραγούδια, τον Ερωτόκριτο, τη Βοσκοπούλα κι άλλα, και τη νύχτα συχνάζει σε διάφορες διασκεδάσεις» γράφει ο Μαρίνος Σιγούρος, που μερικές σελίδες πριν έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το δημοτικό τραγούδι:

ο Σολωμός το αφομοιώνει, το μεταχειρίζεται σαν νικητής, το αλλάζει, το ανυψώνει. Ο Βαλαωρίτης το μιμείται, ο Τερτσέτης αγωνίζεται να το φτάσει, αλλά δεν τα καταφέρνει, ο Κρυστάλλης το ξαναλέει, σαν αντίλαλος, με τις ίδιες λέξεις, με όμοιους φραστικούς τρόπους. Από τους τέσσερις μόνο ο Σολωμός μάς δείχνει υπέροχα πώς πρέπει ο ποιητής να χρησιμοποιεί σε καλλιτεχνική αναδημιουργία το λαογραφικό υλικό. 

΄Αριστος γνώστης ο Ιάκωβος Πολυλάς, σημειώνει στα «Προλεγόμενά» του:

Ο ενθουσιασμένος εκείνος ερευνητής των ποιητικών αριστουργημάτων της αρχαιότητος και των νεότερων έκλινε πρόθυμα το αυτί εις τα αυτοσχεδιάσματα τυφλού γέροντος, οπού εζούσε εις την Ζάκυνθο με το τραγούδι· εδυνάμωνε μες στην ψυχή του νέου ποιητή το θάρρος του εις το μέλλον του έθνους, όταν ετύχαινε ν' ακούσει από το άτεχνο στόμα του φτωχού Νικολάου στίχους γενναίους καθώς είναι οι εξής, από μιαν περιγραφή πυρκαϊάς εις τα Ιεροσόλυμα

Ο ΄Αγιος Τάφος του Χριστού, εκείνος δεν εκάη·

εκεί που βγαίνει τ' Αγιο Φως άλλη φωτιά δεν πάει. 

Από το στόμα του λαού άκουσε και τα δημοτικά τραγούδια ο Σολωμός. Τ’ αγάπησε και τα σεβάστηκε ακέραια, ύφος και ήθος αχώριστα, κι έτσι κατέκτησε τη δυνατότητα να μην τα μιμηθεί. ΄Ενας αυτός, γράφοντας και σβήνοντας, γράφοντας και σκίζοντας, γράφοντας και διορθώνοντας, αναζητούσε από παραλλαγή σε παραλλαγή το τέλειο, ίδια όπως έπραττε ο δήμος στο σύνολό του με κάθε του δημιούργημα, που σχεδόν ποτέ δεν ήταν πλήρως απαρτισμένο με την πρώτη του φανέρωση.

Ο ίδιος ο Σολωμός «ησχολείτο με την συλλογήν δημοτικών τραγουδιών» («η ενασχόλησίς του» αυτή «δεν ήτο αποτέλεσμα απλού ερασιτεχνισμού, αλλ' ανάγκης») και «συνεκέντρωνε τραγούδια από διάφορα μέρη της Ελλάδος» γράφει ο Εμμ. Κ. Χατζηγιακουμής.Απόδειξη «αποτελεί τετράδιον πλήρες δημοτικών τραγουδιών της Κύπρου, το οποίον ευρέθη μεταξύ των χειρογράφων του ποιητού». Ο Χατζηγιακουμής μνημονεύει επίσης τη «μαρτυρία του Ιταλού ποιητή Regaldi, καθ' ην ούτος, ταξιδεύων εις Ηπειρον, είχεν ίδει εις χείρας του Μανούσου αντίτυπον της συλλογής του Fauriel πλήρες ιδιογράφων σημειώσεων του Σολωμού». Ισως -τίποτε δεν απαγορεύει εδώ την υπόθεση- κάποιες από τις «ιδιόγραφες σημειώσεις» του Σολωμού να βρίσκονταν πάνω στις σελίδες της συλλογής του Φωριέλ με τα δύο δημοτικά ποιήματα που αφορούν την άλωση της Τριπολιτσάς στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 και τα οποία δεν είναι απίθανο να είχε ακούσει ο Σολωμός πριν τα διαβάσει τυπωμένα. «Αυτά τα δυο τραγούδια αποτελούν στο μοναδικό αντίγραφο που ήρθε στα χέρια μου μιαν ενιαία σύνθεση» γράφει στο μικρό εισαγωγικό του ο Φωριέλ, και συνεχίζει:

Κρίνοντας από τη διάθεση του ποιητή, ο κύριος σκοπός της σύνθεσης είναι να θρηνήσει τη δυστυχία και την αιχμαλωσία του Κιαμίλ-μπεη, που τον συνέλαβαν στην Τριπολιτσά οι επαναστατημένοι Ελληνες του Μοριά, το 1821· εξετάζοντας τις λεπτομέρειες, που είναι και οι πιο ενδιαφέρουσες, πρόκειται για μια αφήγηση της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς· συνολικά είναι κάπως αφηρημένη και ασαφής, ασυνεπής και σκοτεινή. Αν αποχωρίσουμε το ιστορικό μέρος του τραγουδιού από ό,τι θα μπορούσα να ονομάσω συναισθηματικό μέρος, μου φαίνεται πως και το ένα και το άλλο γίνονται πιο ενδιαφέροντα και πιο ξεκάθαρα. Το πρώτο [τραγούδι] είναι μια αρκετά ζωηρή εικόνα των σπουδαιότερων περιστατικών της πολιορκίας της Τριπολιτσάς· η άλωση της πόλης δεν αναφέρεται σαφώς, αλλά υποδεικνύεται αρκετά καλά. Το άλλο κομμάτι μπορεί να θεωρηθεί σαν θρήνος ή ελεγεία για τις συμφορές των Τούρκων του Μοριά γενικώς, και του Κιαμίλ-μπεη ειδικά, κατά το πρώτο έτος της ελληνικής επανάστασης. Οι στίχοι έχουν χάρη, και το ύφος είναι πολύ παθητικό: ένας βουνίσιος Ελληνας δεν θα ήταν τόσο ευαίσθητος στις ατυχίες των δεσποτών του. Εκτός από αυτό όμως, τίποτε άλλο δεν εμποδίζει το τραγούδι να είναι λαϊκό: οι νικητές τραγουδούν ευχαρίστως τις δυστυχίες των νικημένων.

Στις επιφυλάξεις του Φωριέλ για τον αυθεντικά λαϊκό χαρακτήρα της «΄Αλωσης», οι οποίες αφορμώνται από τον συναισθηματικό τόνο του τραγουδιού, θα μπορούσε να προστεθούν κάποιες άλλες, που τις υπαγορεύουν ορισμένα γλωσσικά ή τεχνικά στοιχεία έκδηλης λογιοσύνης (λεκτικοί τύποι, διασκελισμός κτλ.). Μελετώντας το «Συμπληρωματικό τετράδιο», όπως το ονομάζει, «μια συναγωγή δεκαπέντε τραγουδιών γραμμένων από εντυπωσιακά καλλιγραφικό χέρι», το οποίο «πρέπει να γράφτηκε στο Παρίσι από άνθρωπο του στενού περιβάλλοντος του Φοριέλ», ο Αλέξης Πολίτης, αφού χωρίσει τα τραγούδια σε τρεις ομάδες («επτά με δομή δημοτική, τέσσερα που η δημοτική δομή παρουσιάζεται εμπλουτισμένη, τέσσερα αφηγηματικά, μα που ωστόσο δεν είναι ρίμες -ούτε παρουσιάζουν άλλωστε ομοιοκαταληξίες- και μοιάζουν περισσότερο προσωπικές συνθέσεις με υλικό τη γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού», με το «Τριπολιτσάς άλωσις» να συγκαταλέγεται στην τρίτη ομάδα), συμπεραίνει:

Αν τώρα λογαριάσουμε ότι τα όρια ανάμεσα στις ομάδες δεν είναι, βέβαια, σαφή, διαπιστώνουμε πως έχουμε ολόκληρη την κλίμακα από την απλή συλλογή δημοτικών τραγουδιών ώς τη σύνθεση με το υλικό και τη θεματική του. Και αν θεωρήσουμε τελικά πως το τετράδιο προέρχεται από μία και μόνο πηγή -και λογαριάσουμε τις παλαιογραφικές και αρχειακές αντινομίες απότοκα μιας τύχης του πρωτογράφου που αγνοούμε- βρισκόμαστε μπροστά σε κάποιο λόγιο που μαζεύει δημοτικά τραγούδια -είτε μάζεψε ύστερα από αίτηση του Φοριέλ ή του κύκλου του- και συνάμα συνθέτει δικά του πάνω στα ίδια μοτίβα, ή και συμπληρώνει τα πρωτότυπα με προσθήκες, προκειμένου να αποκτήσουν περισσότερη λάμψη. Εδώ θυμίζω τον Δήμο του Σπ. Τρικούπη· το φαινόμενο δεν είναι λοιπόν μοναδικό. Στηριγμένοι μάλιστα στους «ιταλισμούς» μπορούμε να υποθέσουμε πως ο λόγιος είναι επτανήσιος· ίσως και Ζακυνθινός, αν ο στίχος 30 τού «Τριπολιτσάς άλωσις» βρίσκεται στο τετράδιο αυτούσιος όπως τον έγραψε ο αρχικός συλλογέας, «κι άδειασαν τα τουφέκια τους, την λιανομπαταρίαν».

Και ποίημα προσωπικό αν θεωρηθεί πάντως η «΄Αλωση», το ήθος της θα εκκρεμούσε αμετάδοτο, για να μην πω παράδοξο, αν δεν συμφωνούσε με την ευαισθησία του συλλογικού σώματος στο οποίο με τον έναν ή άλλον τρόπο θα δοκίμαζε να απευθυνθεί, σαν ακρόαμα ή ανάγνωσμα.

«Παρασκευή ξημέρωσε...»

Διαβάζουμε λοιπόν στο πρώτο τραγούδι της συλλογής Φωριέλ, την «΄Αλωση της Τριπολιτσάς»:

'Ηταν ημέρα βροχερή και νύχτα χιονισμένη

όταν για την Τριπολιτσάν κίνησεν ο Κιαμίλης.

Νύχτα σελώνει τ' άλογον, νύχτα το καλιγώνει,

και εις τον δρόμον τον Θεόν παρακαλεί και λέγει:

«Θεέ μ΄, εκεί τους προεστούς, εκεί τους δεσποτάδες

να εύρω· στο κεφάλι τους να πάρουν τους ραϊάδες,

να μη σηκώσουν άρματα και πάγουν με τους κλέφτες».

Στον ερχομόν του κι οι Γραικοί επλάκωσαν το κάστρον·

τους Τούρκους έκλεισαν στενά, βαρεά τους πολεμούσαν,

νύχτα και ημέραν την φωτιάν βαστούσανε τρεις μήνες.

Κολοκοτρώνης φώναξεν από το μετερίζι·

«Προσκύνησε Κιαμίλ-μπεη τους Κολοκοτρωναίους,

να σου χαρίσω την ζωήν, εσέ και τα παιδιά σου,

εσέ και τα χαρέμια σου, κι όλην την γενεάν σου».

Ο Κιαμίλ-μπεης αποδέχεται μετά χαράς την πρόταση, όμως:

Μπουλούκμπασης εφώναξεν απάν' από την τάμπιαν:

«Δεν προσκυνούμεν, άπιστοι, σ' εσάς βρωμοραϊάδες,

έχομεν κάστρα δυνατά και βασιλεάν στην Πόλιν,

έχομ' ανδρείον στράτευμα, και Τούρκους παλικάρια,

τρώγουνε πέντε στο σπαθί και δέκα στο τουφέκι,

και δεκαπέντε στ' άλογον, διπλούς στο μετερίζιν».

Εμείς ακούμε εδώ τον ποιητή να μη φειδωλεύεται τη ρητορική της παλικαροσύνης κι ας είναι εχθρός ο (αυτο)επαινούμενος, στο στόμα του οποίου τίθενται λέξεις παρόμοιες με όσες θα ετίθεντο σε στόμα ομογενούς συμπολεμιστή (και πρόκειται για κάτι ηθικά διαφορετικό από την απλή ενσφήνωση λογοτύπων). Ο Γέρος του Μοριά ωστόσο ακούει την πρόκληση και αποφασίζει:

«Τώρα να ιδείτε», φώναξε τότ' ο Κολοκοτρώνης,

«να ιδείτε ελληνικά σπαθιά και κλέφτικα τουφέκια,

πώς πολεμούν οι Ελληνες, πώς πελεκούν τους Τούρκους».

Δεν είναι εδώ σαν ν' ακούμε, μαζί με τον Σολωμό, ξύλα και πελέκια;

Στους αμέσως επόμενους στίχους (26-30):

Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,

Παρασκευή ξημέρωσε -ποτέ να μη 'χε φέξει!-

έβαλαν οι Γραικοί βουλήν το κάστρο να πατήσουν.

Σαν αετοί επήδησαν, εμβήναν σαν πετρίτες,

κι άδειασαν τα τουφέκια τους, την λιανομπαταρίαν

είναι οπωσδήποτε σημαντικός ο ευθύς συσχετισμός των παθών της άλωσης με τα πάθη της Μεγάλης Εβδομάδας, όπως αποτυπώνεται στις λέξεις-εικόνες που είναι κοινές στο συγκεκριμένο δημοτικό και στο μεσαιωνικής καταγωγής και πανελλήνιας διάδοσης «Μοιρολόι της Παναγιάς» (έχουν σωθεί πάνω από 250 παραλλαγές του). Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή, Πέμπτη φαρμακωμένη, / Παρασκευή ξημέρωσε, να μη 'χε ξημερώσει ακούμε και στης Παναγίας το θρήνο, και επίσης: Σήμερα έβαλαν βουλήν οι άνομοι Εβραίοι.

Προκαλεί σίγουρα προβληματισμό η χρήση μιας φόρμουλας που ενδέχεται να οδηγήσει σε σύγχυση ανάμεσα σε Εβραίους και Γραικούς. Ιδιαίτερα η αποστροφή Παρασκευή ξημέρωσε -ποτέ να μη 'χε φέξει!-, ακόμα κι αν κριθεί στερεοτυπική, δύσκολα εννοείται συναρτώμενη με την οπωσδήποτε ποθητή ημέρα της απελευθέρωσης της πόλης. Σημειωτέον, η ίδια αποστροφή ακούγεται παρόμοια σε αρκετά δημοτικά, πένθους ή πόνου σημαντικά, ελληνικού πένθους· λόγου χάρη σε δύο κλέφτικα που ιστορούν θάνατο ήρωα, «Του Χρίστου Μηλιόνη»και «Του Γεωργίου Καραϊσκάκη», σε ένα που αφορά τη σύλληψη του Κατσαντώνη, καθώς και σε άλλο που αφηγείται την προδοσία κατά του κλέφτη Αγριογιάννη από τουρκοπροσκυνημένο ‘Ελληνα, το 1826 (τη συναντάμε πάντως και σε παραλλαγή του τραγουδιού «Της μάνας φόνισσας»). ΄Ισως λοιπόν πρέπει να συνδυαστεί με τον συγκλονισμό που προκάλεσε η πλημμύρα του αίματος είτε σε όσους υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρές της (ενδεχομένως και πρωταγωνιστές της) είτε σε όσους την πληροφορήθηκαν.

Και πάλι ωστόσο φώναξε ο Κολοκοτρώνης:

«Μολάτε τα τουφέκια σας, και βγάλτε τα σπαθιά σας,

βάλετε την Τουρκιάν εμπρός, σαν πρόβατα στην μάνδραν».

Δεν είναι εδώ σαν να βλέπουμε

χάμου [να] πέφτουνε κομμένα

χέρια, πόδια, κεφαλές,

και παλάσκες και σπαθία

με ολοσκόρπιστα μυαλά,

και με ολόσχιστα κρανία,

σωθικά λαχταριστά;

Και συνεχίζει το δημοτικό:

Τους πήγαν και τους έκλεισαν εις την μεγάλην τάμπιαν, απελογάτ' ο Κεχαϊάς προς τον Κολοκοτρώνην·

«Κάμε ισνάφι στην Τουρκιά, κόψε, πλην άφ'σε κιόλας».

Πόσο μακριά βρισκόμαστε άραγε από το σολωμικό Ω! φθάνει, / φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;, το οποίο συνηχεί με το «να παύσει ο σφαγμός» του Κολοκοτρώνη και με το «τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγήν» του Φωτάκου, που τα προϋποθέτει έστω κι αν δεν τα γνωρίζει;

«'Ακρα ασπλαχνιά»

Ο Κολοκοτρώνης του δημοτικού, ο Κολοκοτρώνης των Απομνημονευμάτων και ο Σολωμός του ΄Υμνου ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο το «πελέκημα», τον σκληρόψυχο τον τρόπο του πολέμου: με τη μνήμη των νεκρών. Στα Απομνημονεύματά του ο Γέρος του Μοριά «επαρηγορήθηκε και διά τον σκοτωμόν των Τούρκων», ενθυμούμενος «πόσοι από το σόγι του και από το έθνος του εκρεμάσθησαν». Στο δημοτικό, ο αρχικαπετάνιος απαντά στον Κεχαγιά, υπαρχηγό του Χουρσίτ πασά, που για να υποτάξει την επανάσταση είχε μακελέψει τη Βοστίτσα:

«Τι φλυαρείς παλαιό-Τουρκε, τι λες παλαιομουρτάτη;

Ισνάφι έκαμες εσύ εις την πικρήν Βοστίτσαν,

όπ' έσφαξες τ' αδέρφια μας και όλους τους δικούς μας;»

Και στον ΄Υμνο, στις στροφές που, όπως έχει υποδείξει ο Ν. Β. Τωμαδάκης στη μελέτη «Η μάχη της Τριπολιτσάς εις τον ΄Υμνον του Δ. Σολωμού και η Νέκυια του Ομήρου» συγγενεύουν με τη ραψωδία λ της Οδύσσειας, την εντολή της εκδίκησης και του θανάτου είναι σαν να τη δίνει η εντάφια συντροφιά, που με το άγγιγμά της, φασματικό πλην υλικότατο, οδηγεί τους πολεμιστές στην άκρα ασπλαχνιά:

-Εφαίνοντο ίσκιοι

αναρίθμητοι γυμνοί,

κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,

βρέφη ακόμη εις το βυζί.

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,

μαύρη η εντάφια συντροφιά,

σαν το ρούχο που σκεπάζει

τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι

επετειούντο από τη γη,

όσοι είν' άδικα σφαγμένοι

από τούρκικην οργή.

Και χορεύοντας μανίζουν

εις τους Ελληνας κοντά,

και τα στήθια τούς εγγίζουν

με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει

βαθιά μέσ' στα σωθικά,

όθεν όλη η λύπη βγαίνει,

και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά. 

Μ' αυτά στο νου γράφει ο Σπυρίδων Τρικούπης:

Πόσον προσφυής είναι ο τρόπος, με τον οποίον ο ποιητής επιχειρίζεται να δικαιολογήσει την τόσην σφαγήν εκείνης της τρομερής ημέρας! Υποθέτει ότι αναρίθμητοι ίσκιοι των αδικοφονευμένων Ελλήνων ανέβαιναν από τα σπλάγχνα εις το πρόσωπον της γης, οι οποίοι χορεύοντες μες στα πηκτά αίματα, βρυχίζοντες βραχνά, και μανίζοντες εις το πλάγι των Ελλήνων έγγιζαν τα στήθη των πολεμιστών· αυτό το έγγισμα έδιωχνεν από την ελληνικήν καρδίαν κάθε αίσθημα λύπης.

Κι όμως. Δεν έσβησε κάθε αίσθημα λύπης. Στο δεύτερο δημοτικό για την Τρίπολη (Fauriel Α΄, σ. 232, αρ. ΙΗ΄), η άλωση έχει συντελεστεί (Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα δερβένια. / πήραν και την Τριπολιτσάν, την ξακουσμένην χώραν) και ο ανώνυμος ποιητής, ο δήμος, δεξιώνεται και αναδεικνύει τον πόνο των εχθρών, στα βήματα του Αισχύλου και των Περσών του, του Ευριπίδη κυρίως και των Τρωάδων του:

Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, πολλές εμιροπούλες,

κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιον τον Κιαμίλην·

«Πού είσαι και δεν φαίνεσαι, καμαρωμέν' αφέντη;

Ησουν κολόνα στον Μορεάν και φλάμπουρον στην Κόρθον,

ήσουν και στην Τριπολιτσάν πύργος θεμελιωμένος.

Στην Κόρθον πλεά δεν φαίνεσαι, ουδέ εις τα σαράια,

ένας παπάς1 τα έκαψε τα δόλια σου παλάτια».

Κλαίουν τ' αχούρια γι' άλογα και τα τζαμιά γι' αγάδες,

κλαίει και η Κιαμίλαινα τον δόλιον της τον άνδρα.

Σκλάβος ραϊάδων έπεσε, και ζει ραϊάς εκείνων.

Ο πόνος της χαροκαμένης γυναίκας, εδώ της συζύγου του Κιαμίλ-μπεη, μέσα και από το εγκώμιο που πλέκει στον αγαπημένο νεκρό, ακούγεται τίμια καθαρός. Δίχως να τον βαραίνει φυλετικός, εθνικός ή θρησκευτικός προσδιορισμός. Και δίχως βέβαια να τον πληγώνει ούτε ίχνος χαιρεκακίας ή μνησικακίας από την πλευρά του λαϊκού ποιητή, ή μάλλον του ποιητή-λαού.

Παντελής Μπουκάλας

* Ομιλία σε εκδήλωση της Εταιρείας Συγγραφέων με θέμα "Διονύσιος Σολωμός - 160 χρόνια από τον θάνατό του" (Polis Art Café, 22.4.2017)

 Λουκιανός, Σάτιρα θανάτου και κάτω κόσμου - Περί Πένθους, Κατάπλους ή Τύραννος, Χάρων ή Επισκοπούντες, Μένιππος ή Νεκυιομαντεία, Νεκρικοί Διάλογοι) (επιλογή), εισαγωγή - κείμενο - μετάφραση - σχόλια Δημήτριος Α. Χρηστίδης, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2002, σσ. 64-67.

 «Σε εγγραφή [...] των Ελληνικών Χρονικών της 25ης Ιουνίου 1925», γράφει ο Γιάννης Παπακώστας, «διαβάζουμε: ‘’’Το εσπέρας εβασίλευεν άκρα σιωπή’’, μια έκφραση του ίδιου έτους: ‘’Δι’ όλης της ημέρας εβασίλευεν άκρα ησυχία’’. Και οι δύο εγγραφές αναπόφευκτα ανακαλούν στη μνήμη μας τον γνωστότατο πρώτο στίχο του Β’ Σχεδιάσματος ΄Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει» («Η Μεσολογγίτισσα στον Σολωμό: Προέκταση στα Ελληνικά Χρονικά του Μάγερ»,΄π Νέα Εστία, τόμ. 144, τχ. 1707, Δεκέμβριος 1998, σ. 1242).

 Μαρία Δεληβοριά, Ο Αγώνας του '21 και η υπονόμευσή του: Οι σύγχρονες μαρτυρίες και η κρίση του Σολωμού, ΄Αγρα., Αθήνα 2016, σ. 30.

 Αλέξης Πολίτης, Το δημοτικό τραγούδι, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2010, σ. 316. Βλ. και Γ.Δ. Μεταλληνός, «Οι αδελφοί Ιακωβάτοι ως συλλογείς δημοτικών τραγουδιών χάριν του Διονυσίου Σολωμού», Παρνασσός, τχ. 13, 1971, σσ. 90-118.

 «Γνωρίζουμε πέντε όλους κι όλους μαρτυρημένους κατόχους της [της έκδοσης Φωριέλ] εκείνα τα χρόνια» γράφει ο Αλέξης Πολίτης· «τον Ανδρέα Ζαϊμη – ο μόνος στην ελεύθερη Ελλάδα-, τον Ιακωβάκη Ρίζο Νερουλό, που, ζώντας τότε στη Γενεύη, παρουσίασε εκεί σε μια σειρά διαλέξεων τη νεοελληνική λογοτεχνία, και τρεις επτανήσιους, τον Μουστοξύδη, στενό φίλο και συνεργάτη του Φοριέλ, που επίσης ζούσε στην Ευρώπη, τον Κωνσταντίνο Ασώπιο, καθηγητή στην Ιόνιο Ακαδημία, και τον Σολωμό» (Το δημοτικό τραγούδι, ό.π., σσ. 243-244).

 Στυλιανός Αλεξίου, Νεοελληνικά μελετήματα: Επτανήσιοι σολωμικοί λογοτέχναι και δημοτικό τραγούδι, Αθήνα 1978, σσ. 14-16.

 Διονύσιος Σολωμός, Ποιήματα και πεζά, επιμέλεια – εισαγωγές Στυλιανός Αλεξίου, Στιγμή 1994, σσ. 524-25.

 Βλ. Διονύσιος Σολωμός, ΄Απαντα ποιήματα και πεζά, προλεγόμενα Μαρίνου Σιγούρου. Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων, Αθήνα 1957, σ. 42, σημ. 1.

 Βλ. Διονύσιος Σολωμός, ΄Απαντα, τόμ. Α΄: Ποιήματα, επιμέλεια - σημειώσεις Λίνος Πολίτης, ΄Ικαρος, Αθήνα 1961 (β΄ έκδοση), σσ. 15-16.

 Εμμ. Κ. Χατζηγιακουμής, Νεοελληνικαί πηγαί του Σολωμού: Κρητική λογοτεχνία, δημώδη μεσαιωνικά κείμενα, δημοτική ποίησις, Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών - Φιλοσοφική Σχολή, Αθήνα 1968, σσ. 128-129.

 Αλέξης Πολίτης, Η ανακάλυψη των δημοτικών τραγουδιών: Προϋποθέσεις, προσπάθειες και η δημιουργία της πρώτης συλλογής, Θεμέλιο, Αθήνα 1984, σσ. 360-361.

 Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Α΄ : Η έκδοση του 1824-1825, εκδοτική επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σ. 231, αρ. ΙΖ΄.

 Βλ. Φωτάκος (Χρυσανθόπουλος, πρώτος υπασπιστής του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη), Απομνημονεύματα, ήτοι περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, Αθήνα 1858, σ. 125.

1 Παπάς πρόκειται για τον Παπαφλέσσα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0