Νά λοιπόν που ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται πως εμπνέεται από το 2014. Τότε που, ιδιαιτέρως στο δεύτερο μισό του, οι δανειστές αποφάσισαν να «εγκαταλείψουν» τον Αντώνη Σαμαρά. Εν όψει του επερχόμενου ΣΥΡΙΖΑ. Δυσκόλεψαν έτσι τις διαδικασίες της πέμπτης αξιολόγησης του προγράμματος, και πάντως δεν τη διευκόλυναν επ’ ουδενί. Κατά κάποιες εκτιμήσεις, επειδή δεν είχε πλέον νόημα, μιας και το συνεργατικό σχήμα Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ βρισκόταν σε αποδρομή. Κατά κάποιες άλλες, κάπως πιο «ψαγμένες» σκέψεις, προκειμένου να υπάρχει υλικό άμεσων «εκβιασμών» για τον επερχόμενο ταραξία, τον αμφισβητία των οσίων και των ιερών του δόγματος...
Ε, λοιπόν, φαίνεται πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης πράγματι εμπνέεται από το σκηνικό του 2014. Εκτιμώντας ότι μπορεί, ίσως, να λειτουργήσει σήμερα από την ανάποδη, δηλαδή για λογαριασμό του.
Με όχημα τις δημοσκοπήσεις, τις, αν όχι και τόσο ενθαρρυντικές για το κόμμα του, σίγουρα πάντως δυσάρεστες για τον ΣΥΡΙΖΑ, ελπίζει ότι μπορεί να αποστείλει «σήμα» προς τους εταίρους να πράξουν τα δέοντα. Πολύ περισσότερο που συχνά - πυκνά διατυπώνεται εκ μέρους της Ν.Δ. αλλά και του ΠΑΣΟΚ το «παράπονο» ότι παραείναι ανεκτικοί απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα.
Σύμφωνα με πληροφορίες ο πρόεδρος της Ν.Δ., εδώ και καιρό, επιχειρεί να πείσει, προπάντων τους ευρωπαίους ομόφρονές του αλλ’ όχι μόνο, πως ο Τσίπρας τελειώνει. Και πως, γι' αυτό, δεν έχουν λόγο να τον στηρίζουν. Αντιθέτως το «σωστό» θα ήταν να του κάνουν τη ζωή δύσκολη, όπως την έκαναν στον Σαμαρά και τον Βενιζέλο, εκεί στα τελειώματα του 2014. Όμως, έως τώρα τουλάχιστον, έχει φάει πόρτα. Δεν βρίσκει ευήκοα ώτα στην από εκεί πλευρά. Είτε επειδή οι αποδέκτες του «αιτήματος» δεν συμμερίζονται τη γνώμη του είτε επειδή έχουν άλλες, σοβαρότερες προτεραιότητες.
Δεν είναι διόλου βέβαιο πως ο πρόεδρος της Ν.Δ., προσωπικά, βιάζεται τόσο πολύ. Απολαμβάνει σήμερα τον ρόλο του «πρωθυπουργού εν αναμονή» (κατά την ιστορική ρήση του αείμνηστου Μιλτιάδη Έβερτ) και μπορεί να περιμένει. Όμως, βλέπετε, έχει ανειλημμένες υποχρεώσεις. Βαριές υποχρεώσεις. Απέναντι στους μιντιάρχες, απέναντι σε μεγαλοεπιχειρηματίες, απέναντι σε συμφέροντα παντοειδή, ακόμη και εκκλησιαστικά. Που βλέπουν ότι, με τούτους εδώ, χάνουν τ’ αυγά και τα πασχάλια. Κινδυνεύοντας να χάσουν ακόμη περισσότερα, αν αυτοί μακροημερεύσουν. Και τον πιέζουν αφόρητα. Δίχως να το κρύβουν.
Είναι χαρακτηριστικό, αλλά και αποκαλυπτικό προθέσεων και σχεδιασμών, ότι μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα τον εγκαλούν κάθε τόσο, δημόσια, για «χαλαρή» αντιπολίτευση. Και δεν είναι τυχαίο, διόλου τυχαίο, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πέρασε αιφνιδίως, εν μια νυκτί, από το «δεν βιάζομαι να γίνω πρωθυπουργός» στο «εκλογές εδώ και τώρα»...
Σε... μια αιωνιότητα
Ώς τη στιγμή αυτή δεν βρίσκει ευήκοα ώτα στο αίτημά του για «φραγή» στον Τσίπρα εκ μέρους των δανειστών ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ούτε είναι πιθανό να βρει. Πολύ απλά διότι το 2016 δεν έχει πολλές πολιτικές ομοιότητες με το 2014. Δεδομένου ότι το τελευταίο που θα επιθυμούσαν σήμερα οι εταίροι και δανειστές είναι ένας νέος κύκλος πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα. Και στο κάτω κάτω δεν έχουν λόγους να είναι ιδιαιτέρως δυσαρεστημένοι από τον τρόπο που η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις εκ του προγράμματος απορρέουσες υποχρεώσεις της.
Εξ άλλου ο Μητσοτάκης δεν διαθέτει, σήμερα, τα μέσα ώστε να προκαλέσει πολιτικές εξελίξεις. Ανάλογα μ’ εκείνα που διέθετε ο Τσίπρας το 2014. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τρία ολόκληρα χρόνια μπροστά του, ενώ δεν μεσολαβούν έως το 2019 «σταθμοί» τέτοιοι (όπως η προεδρική εκλογή τον Δεκέμβριο του 2014, αλλά ούτε και κανενός άλλου είδους αναμετρήσεις) που θα μπορούσαν να ανατρέψουν καταστάσεις. Και ύστερα η κυβερνητική πλειοψηφία, αν και όχι ευρεία, έχει εντούτοις δοκιμαστεί σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Και πιστοποιήθηκε η ανθεκτικότητά της σε κάθε περίπτωση. Έτσι ώστε μπορεί, λογικά, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο του «τυχαίου ατυχήματος».
Είναι φανερό ότι τα κλειδιά των εξελίξεων τα κρατάει σήμερα αποκλειστικά ο πρωθυπουργός. Πολύ περισσότερο απ’ ό,τι παγίως ισχύει με δεδομένη την «πρωθυπουργοκεντρική» πολιτειακή συγκρότηση της χώρας. Και ο πρωθυπουργός δεν έχει σήμερα κανέναν, απολύτως κανέναν λόγο να επισπεύσει τις εξελίξεις με προσφυγή σε πρόωρες εκλογές.
Και τούτο επειδή, βεβαίως, δεν μπορεί να εκτιμά πως τον συμφέρουν. Αλλά κι επειδή δικαιούται να προσδοκά ότι αρκετά σύντομα η εικόνα θα αναστραφεί υπέρ του. Όταν θ’ αρχίσουν να αποδίδουν οι βάσεις που ήδη έχει χτίσει. Και, κυρίως, όταν -όχι πολύ αργά- θα ελαφρώσουν οι εκ του προγράμματος υποχρεώσεις και θα είναι σε θέση να αξιοποιήσει τα αναμενόμενα πλεονάσματα προς ανακούφιση των ευπαθών κοινωνικών ομάδων.
Πώς να το κάνουμε, είναι πάρα πολύ νωρίς για να θεωρήσει κανείς (όπως συμβαίνει με τη Ν.Δ.) πως η σημερινή δημοσκοπική εικόνα διαθέτει χαρακτηριστικά σταθερότητας και μονιμότητας. Τρία ολόκληρα χρόνια είναι αυτά, έως το 2019. Με βάση την πολιτική λογική, μια αιωνιότητα...