Βρυξέλλες. Του Γιώργου Δαράτου
Κοινές απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματα που κλονίζουν την ευρωπαϊκή ενοποίηση θέλουν, προφανώς, να διαμορφώσουν οι έξι χώρες που ίδρυσαν την Ευρωπαϊκή Ένωση (Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο, Ιταλία). Για τον λόγο αυτόν έχουν προγραμματίσει συνάντηση των υπουργών τους για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις στις 9 Φεβρουαρίου στη Ρώμη, χωρίς να έχουν ανακοινώσει μέχρι σήμερα την ημερήσια διάταξη (ατζέντα) των θεμάτων που θέλουν να συζητήσουν.
Πρόκειται για την πρώτη συνάντηση τέτοιου τύπου από το 1973, όταν είχε συμπέσει με την πρώτη διεύρυνση της Κοινότητας, και πραγματοποιείται ύστερα από μία χρονιά (2015) κατά την οποία η ενωμένη Ευρώπη δεινοπάθησε από τις έντονες και συστηματικές διαφωνίες και τις δημοσίως δηλωμένες αποκλίσεις των μελών της σε παρά πολλά ζωτικά ζητήματα.
Θυμίζουμε μόνον τις έντονες αντιρρήσεις των χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης να δεχθούν έστω και μικρούς αριθμούς από το κύμα των προσφύγων που κατέκλυσε την Ελλάδα και, μέσω αυτής, τη Γερμανία. Την επιθυμία της Μ. Βρετανίας να αναθεωρήσει τους κανόνες συμμετοχής της στην Ένωση και την ανησυχία όλων των Ευρωπαίων μήπως χάσουν τις δουλειές τους από τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες που βρίσκονται στη ζώνη του Σένγκεν.
Για να μην αναφερθούμε σε άλλα καυτά προβλήματα, όπως η αγανάκτηση της Ιταλίας, η οποία, αφού συμμορφώθηκε στις υποδείξεις της Κομισιόν και του Eurogroup σε δημοσιονομικά, οικονομικά, εργασιακά και κοινωνικά θέματα, δεν βλέπει κάποια χαλάρωση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας προκειμένου να κινητοποιηθεί η οικονομία της με νέες επενδύσεις και εξωτερικό δανεισμό ή, ακόμη, την καθήλωση της Ελλάδας σε ένα μοντέλο δημοσιονομικής προσαρμογής που δεν προσφέρει καμιά δυνατότητα ανάπτυξής της και την κρατάει σε διαρκή ύφεση.
Θα πρέπει, επίσης, να προστεθούν οι νέες, επί το αριστερότερον, κυβερνήσεις που εγκαθίστανται στην Ιβηρική και που δεν είναι απολύτως ευθυγραμμισμένες με την πολιτική της -γερμανικής έμπνευσης- λιτότητας που έχει επιβληθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Φυσικό είναι, λοιπόν, αυτή η σύνοδος των έξι ιδρυτικών χωρών να ασχοληθεί με αυτά τα ζητήματα, όπως αφήνουν να γίνει, ανεπισήμως, αντιληπτό διάφορες διπλωματικές πηγές στις Βρυξέλλες, οι οποίες επισημαίνουν ότι, μέχρι στιγμής, δεν έχουν προσκληθεί να πάρουν μέρος σε αυτήν ούτε η Κομισιόν ούτε εκπρόσωπος του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (κορυφής).
Σε τι μπορεί να χρησιμεύσει, λοιπόν, αυτή η κλειστή συνεδρίαση των έξι υπουργών για τις ευρωπαϊκές υποθέσεις; Στην ανάπτυξη και διατύπωση κοινής θέσης τους απέναντι στο κεντρικό σημείο των κοινοτικών Συνθηκών, που δεν είναι άλλο από την ανάγκη για επίδειξη αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών - μελών. Δεν είναι τυχαίο ότι η συνάντηση αυτή αποφασίζεται μετά την πρόσφατη εκλογή της ευρωσκεπτικιστικής, συντηρητικής και συχνά παρανοϊκής κυβέρνησης στην πέμπτη σε μέγεθος χώρα της Ένωσης, την Πολωνία.
Η κυβέρνηση αυτή, με τις πρώτες πράξεις της δείχνει να αγνοεί τις βασικές αρχές επί των οποίων θεμελιώνεται το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και, ενώ συνεχίζει να εισπράττει τα τεράστια ποσά που της αναλογούν από τα διαρθρωτικά ταμεία για την ανάπτυξή της, αποδομεί συστηματικά το κράτος δικαίου.
Κι ακόμη είναι υπαρκτό και άλυτο το πρόβλημα της σκληρής αντίστασης των κρατών της κεντροανατολικής Ευρώπης απέναντι στην κοινή υποχρέωση να δεχθούν στο έδαφός τους έναν, έστω και συμβολικό, αριθμό από το ένα και πλέον εκατομμύριο πρόσφυγες που πέρασαν από την Τουρκία στην Ελλάδα τον τελευταίο χρόνο.
Πριν από αυτή την πρώτη, σε υπουργικό επίπεδο, σύνοδο των έξι είχαν προηγηθεί τρεις άλλες ανεπίσημες συναντήσεις τους στις Βρυξέλλες, σε επίπεδο εκπροσώπων των πρωθυπουργών (sherpas), που δουλειά τους είναι να προετοιμάζουν τα θέματα της ημερήσιας διάταξης των εργασιών κάθε ευρωπαϊκού συμβουλίου κορυφής. Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για το τι ειπώθηκε σ' αυτές τις συναντήσεις.
Αυτό που μπορούμε να υπογραμμίσουμε σήμερα είναι ότι αυτή η αναβάθμιση της συνάντησης στις 9 Φεβρουαρίου σε επίπεδο υπουργών δείχνει μία σοβαρή εξέλιξη ως προς την προσέγγιση, από τους έξι, των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι 28 χώρες - μέλη, αλλά χωρίς να ενημερώνουν τους άλλους 22. Πρέπει, όμως, να περιμένουμε για να δούμε εκ του αποτελέσματος τι θα αποδώσει αυτή η σύνοδος ως προς την ανανέωση της μεθόδου συντονισμού τουλάχιστον των κοινοτικών πολιτικών και το πώς αυτή θα εντάσσεται στην ευρωπαϊκή θεσμική δυναμική.
Η σύσταση της ομάδας των έξι ιδρυτικών κρατών συμπίπτει βεβαίως και με το επίμονο αίτημα της Μ. Βρετανίας για εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενόψει μάλιστα του σχετικού δημοψηφίσματος που έχει προκηρύξει ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον.
Είναι φυσικό οι έξι να προσπαθήσουν να συντονίσουν τις θέσεις τους σ' αυτό το ζήτημα και να τις «περάσουν» και στους υπόλοιπους, προκειμένου να μην κάνει ο καθένας του κεφαλιού του όταν έρθει, μέσα στον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο, το θέμα της Βρετανίας για συζήτηση σε ένα συμβούλιο κορυφής. Στο βρετανικό πρόβλημα εντάσσεται και η διαμόρφωση της κοινοτικής απάντησης στο Λονδίνο, που θέλει να αναμείξει και τα εθνικά κοινοβούλια (βέτο) στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Μία ακόμη ιδέα που βρίσκεται εδώ και κάποιον καιρό στο κοινοτικό τραπέζι είναι και η προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, την οποία οι έξι θα ήθελαν να συνδυάσουν με τη δημιουργία ειδικής ευρωκοινοβουλευτικής ομάδας των χωρών της Ευρωζώνης. Ποιες, όμως, από τις χώρες της Ευρωζώνης θα αποδέχονταν τη σύσταση μιας τέτοιας ευρωκοινοβουλευτικής ομάδας, στο πλαίσιο πάντα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία θα λειτουργούσε «καπελωμένη» από τους Γερμανούς ευρωβουλευτές, που θα κατάφερναν να επιβάλουν, για τη λειτουργία όλης της Ευρωζώνης, τους σκληρούς όρους και προϋποθέσεις που ισχύουν σήμερα στο πλαίσιο του -γερμανικής έμπνευσης- Συμφώνου Σταθερότητας και χωρίς, τουλάχιστον, την ελαστικοποίηση των κανόνων του; Ερώτημα στο οποίο δεν είναι δυνατή καμία απάντηση - λύση σήμερα.