Του Όμηρου Ταχμαζίδη*
Ο εκτοπισμένος στη Μακρόνησο Ευτύχιος Γιαρένης έλαβε κάποια ημέρα κατά τη διάρκεια της εξορίας του "ένα δέμα" από τη μητέρα του και αυτό "μέσα είχε ένα χονδρό πουλόβερ, πλεγμένο από τα χέρια" της. Ο παραλήπτης φόρεσε αμέσως το νέο ρούχο "και φορώντας το απ' το μανίκι πετάχτηκε ένα κακογραμμένο απ' την ίδια σημείωμα" , το οποίο έγραφε μόνο τη φράση: "Και τα σκυλιά να μην γίνονται μάνες". Μητρικό κατηγορώ εναντίον της απανθρωπίας.
Ο Ευτύχιος Γιαρένης ήταν πρόσφυγας από την Οινόη ("Νιώτης") του Οθωμανικού Πόντου και βρισκόταν για δεύτερη φορά στο συγκεκριμένο ξερονήσι. Για πρώτη φορά πάτησε το πόδι του στον ξερότοπο της Μακρονήσου σε παιδική ηλικία ως "ανταλλάξιμος" πρόσφυγας. Το 1993 εξέδωσε με δικά του έξοδα ένα βιβλίο με τον τίτλο "Αυτούς που δέρνει ο άνεμος". Πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, το οποίο συνέταξε κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών της σύλληψής του από το διδακτορικό καθεστώς των επίορκων συνταγματαρχών και το εξέδωσε με μερικές προσθήκες μετά από 25 χρόνια. Πρόκειται για μια ιστορική μαρτυρία.
Στη συνέχεια θα παρουσιάσω ένα μέρος από τη συγκεκριμένη βιογραφία του Ευτύχιου Γιαρένη, η οποία αφορά μια αποσιωπημένη περιοχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: τη διαδικασία της ανταλλαγής των προσφύγων. (Βλ. και το άρθρο των Τάσου Κωστόπουλου, Άντας Ψαρρά, Δημήτρη Ψαρρά, "Μια Αμυγδαλέζα για τους Ποντίους", Εφημερίδα των Συντακτών, 17.5.2015) Πιάνω το νήμα της αφήγησής του από τη στιγμή της επιβίβασης της οικογένειας σε τουρκικό πλοίο στο λιμάνι της Οινόης μετά την ανακοίνωση της ανταλλαγής των πληθυσμών.
Τα γυναικόπαιδα της οικογένειας και ένα "θείος", που ζούσε, όλα τα χρόνια, κρυφά στο σπίτι ντυμένος γυναίκα, θα ταξίδευαν μόνοι προς τα τέλη Φεβρουαρίου, αρχικά μέχρι την Κωνσταντινούπολη με το τουρκικό πλοίο "Ζαφέρ Μιλή" και από εκεί με ελληνικό προς την Ελλάδα. Με την επιβίβαση στο τουρκικό πλοίο τα μέλη της οικογένειας απέκτησαν "ένα καινούργιο όνομα" που θα το μετέφεραν σε όλη τους τη ζωή: πρόσφυγες ("...μουχατσίρ, όπως λένε τον πρόσφυγα στα τουρκικά") (σ. 85).
"Πρόσφυγας", γράφει τον καιρό της δικτατορίας ο "εκτοπισμένος" Ευθύμιος Γιαρένης, "είναι μια (...)καταραμένη λέξη, από την οποία δυστυχώς δεν μπόρεσε ακόμα η ανθρωπότητα να απαλλαγεί" (σ. 85) Το στίγμα του πρόσφυγα καθορίζει και τη συμπεριφορά των άλλων απέναντί του: "είχαμε πλέον βαπτιστεί με το νέο μας όνομα που σέρναμε μαζί μας μισόν αιώνα και πάνω. Έτσι, όποια μεταχείριση και αν υποστείς, δεν είναι παρεξηγήσιμη" (σ. 89) Η προσφυγιά είναι μια πολύ οδυνηρή εμπειρία: "Σε μετρούν πλέον με τις εκατοντάδες - με τις χιλιάδες" (σ. 89).
Η προσφυγική οικογένεια, όπως και χιλιάδες άλλες από τις πόλεις του Οθωμανικού Πόντου, συγκεντρώθηκαν στο "Μπογιατζίκιοϊ»,"Χρωματοχώρι" στα ελληνικά", ένα προάστιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη (σ. 88). Για την παραμονή τους στον συγκεκριμένο τόπο ενδιάμεσης διαμονής σημειώνει ο Γιαρένης: "Στο Μπογιατζίκιοϊ μας έριξαν μέσα σε τεράστιες αποθήκες ή στρατώνες. Στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, ήταν αδύνατον να διατηρηθεί η πιο στοιχειώδης καθαριότητα. Αποτέλεσμα, το μικρόβιο του τύφου και άλλες αρρώστιες ήρθαν και εγκαταστάθηκαν φαρδιά - πλατιά μέσα σ' εκείνο το ανθρωπομάνι" (σ. 89). Οι έγκλειστοι είχαν τη δυνατότητα να μεταβαίνουν για ψώνια στην Πόλη (σ. 89 κ.ε.), ενώ στον χώρο εμφανίζονταν και "κάτι κυρίες μ' ένα σταυρό στο χέρι", οι οποίες "ήσαν του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού" (σ. 89).
Η απαγκίστρωση των προσφύγων από το Μπογιατζίκιοϊ καθυστερούσε, η μεταφορά τους προς την Ελλάδα έτρεχε με αργούς ρυθμούς, "ένα βαπόρι την εβδομάδα", ενώ ταυτοχρόνως τα κάρα μετέφεραν καθημερινώς νεκρούς με αποτέλεσμα να αραιώνουν οι πρόσφυγες (σ. 91). Τελικώς, η οικογένεια Γιαρένη και οι συγγενείς τους επέστρεψαν στην Ελλάδα με το ατμόπλοιο "Ιόνιον". Η επιβίβαση των προσφύγων στο πλοίο διήρκεσε "ένα ολάκερο εικοσιτετράωρο...", ώσπου να "γεμίσουν τα τεράστια αμπάρια...". Οι αναμνήσεις και οι κρίσεις του για τη συμπεριφορά των Ελλήνων "συμπατριωτών" είναι αρνητικές: "Οι Τούρκοι μας μετέφεραν κάτω από συνθήκες καλύτερες και συμπεριφορά καλύτερη" (σ. 92).
Ο Ευτύχιος Γιαρένης επαναλαμβάνει τον αποτροπιασμό, τον οποίο συναντάμε σε πολλές "αφηγήσεις" παλαιών προσφύγων, αναφορικά με τους Ελλαδίτες που συνάντησαν για πρώτη φορά. Ο αποτροπιασμός αφορά το υβρεολόγιο που χρησιμοποιούν οι "συμπατριώτες" τους και τη σκαιά συμπεριφορά με την οποία τους αντιμετώπιζαν. Ο νέος κόσμος του ελληνικού πλοίου ήταν εφιαλτικός και "το κατέβασμα στα άγρια αμπάρια ξεπερνούσε τα όρια του τραγικού" (σ. 92). Στα σπλάχνα του πλοίου κυριαρχούσαν ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου: "Ο τύφος και ποιος ξέρει ποιες άλλες αρρώστιες έκαναν θραύση. Δεκάδες πεθαμένοι κάθε πρωί" (σ. 95). Έξι ολόκληρες μέρες στην θάλασσα και "την έκτη μέρα το πρωί... κάποιος που ανέβηκε τη μεγάλη σκάλα του καραβιού και σήκωσε το κεφάλι του και είδε μπροστά του βουνά, στεριά δεν βάσταξε, το φώναξε κάτω με όση δύναμη του απόμενε. 'Στεριά, στεριά'. (...) Κι όχι πατρίδα! πατρίδα!" (σ.96).
Το τέλος του ταξιδιού τους κατέληγε σε έναν άνυδρο ξερότοπο καταμεσής στη θάλασσα. Και το όνομα αυτού: Μακρόνησος. "Έτσι λεγόταν ο τόπος που πρωτόρθαμε στη μάνα γη" γράφει και προσθέτει: "Πουθενά, πουθενά δεν αναφέρεται ότι εκεί πήγαν και πολλούς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, για εξόντωση. Αυτό είναι μια μαρτυρία για αυτούς που θα γράψουν τη μελλοντική ιστορία. Ας μην κρύψει κανένας την ντροπή εκείνη" (σ. 98).
Στην Μακρόνησο οι πρόσφυγες από την Οινόη, όπως και χιλιάδες άλλοι, από άλλα μέρη της Μαύρης Θάλασσας, ήλθαν αντιμέτωποι για πρώτη φορά με την ελληνική εξουσία, φέροντας τον "τίτλο του πρόσφυγα": "... έτσι τους έβλεπαν και οι αρχές και έτσι τους αντιμετώπιζαν, όχι σαν κανονικούς ανθρώπους, αλλά σαν 'πρόσφυγες', έτσι και οι χωροφύλακες. Έτσι και ο καθένας που ερχόταν σε επαφή μαζί τους" (σ. 100).
* Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι μέλος του Ε.Γ. της «Σοσιαλιστικής Προοπτικής»