Του Γιάννη Κουτσοκώστα
Στη ζωή -λένε- ο χρόνος είναι χρήμα. Και στην πολιτική είναι κάτι παραπάνω. Είναι πολύτιμος και δεν μετριέται με τον συνήθη τρόπο. Άλλοτε διαρκεί πολύ, άλλοτε κινείται σαν αστραπή και άλλοτε... κυλά αντίστροφα. Εξαρτάται πώς τον χρησιμοποιεί κανείς. Όποιος έχει χρόνο έχει και πλεονέκτημα. Και όποιος τον χρησιμοποιεί σωστά έχει διπλό πλεονέκτημα. Όποιος όμως τον στερεί από τον εαυτό του απλά αυτοκτονεί. Αυτό κινδυνεύει να πάθει η ριζοσπαστική Αριστερά στο σύνολό της. Είχε, αλλά έδωσε χρόνο στον εαυτό της. Βιάστηκε, λογάριασε περισσότερο την ευθύνη της... στιγμής και όχι της Ιστορίας. Θόλωσε το μυαλό, η κρίση και το... μάτι. Είδε το δέντρο και όχι το δάσος. Και τώρα απειλείται όχι απλά από μελαγχολία και κατάθλιψη, αλλά από μια οδυνηρή ήττα στρατηγικής σημασίας.
Μοιάζει με κατάρα, αλλά δεν είναι. Ούτε είναι γραφτό ούτε μοιραίο κάθε φορά που η Αριστερά βγαίνει από το καβούκι της, κάθε φορά που... κατεβαίνει από την εξέδρα και αποφασίζει να... παίξει μπάλα στο γήπεδο, να χάνει το ματς από το πρώτο... εξάμηνο. Όλα όσα συνέβησαν αυτό το μακρύ και δραματικό για την Αριστερά καλοκαίρι δεν είναι ένα απρόβλεπτο... φυσικό φαινόμενο. Είναι... ανθρώπων έργα. Και το πατατράκ του Μνημονίου και η διάσπαση και ο εμφύλιος μπροστά στις κάλπες της 20ής Σεπτεμβρίου. Όπως... ανθρώπων έργα ήταν και η... έφοδος στον... ουρανό, που πέτυχε τα τελευταία χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο οποίος εισέβαλε ορμητικά στο κέντρο του πολιτικού συστήματος και έγινε το πρώτο αριστερό κόμμα στη σύγχρονη πολιτική ιστορία του τόπου, που ανέλαβε, με την ψήφο των πολιτών, κυβερνητικές ευθύνες. Που τρόμαξε το κατεστημένο της διαπλοκής και της διαφθοράς και κατάφερε να αμφισβητήσει έστω και προσωρινά τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες δοξασίες στην Ευρώπη για τις πολιτικές εξόδου από την οικονομική κρίση.
Οι στιγμές και η Ιστορία
Όλα αυτά βεβαίως μέχρι τη μοιραία νύχτα του Ιουλίου και την υπογραφή της νέας συμφωνίας της κυβέρνησης με τους δανειστές. Έκτοτε όλα άλλαξαν. Και η έφοδος στον... ουρανό, απειλείται τώρα να μετατραπεί σε... κάθοδο στον Άδη; Τι ακριβώς συνέβη; Τι έφταιξε; Πώς και γιατί μέσα σε λίγες ημέρες αυτό το φιλόδοξο και ελπιδοφόρο εγχείρημα κινδυνεύει να γίνει σκόνη και θρύψαλα; Ποιος ευθύνεται γι' αυτή την εξέλιξη;
Σε αυτά τα ερωτήματα θα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις τα κόμματα, οι συνιστώσες, οι ομάδες και οι... φύλαρχοι του πάλαι ποτέ ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ πριν ζητήσουν και πάλι την ψήφο των αριστερών και του συνόλου των Ελλήνων πολιτών, στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου. Και αυτοί που μένουν και αυτοί -κυρίως αυτοί- που επέλεξαν να φύγουν.
Ορισμένοι έχουν έτοιμη την απάντηση: Είναι το «αριστερό» Μνημόνιο και η μετάλλαξη, όπως λένε, του ΣΥΡΙΖΑ σε μνημονιακό κόμμα. Καλή δικαιολογία, αλλά λίγη. Γιατί και το «αριστερό» Μνημόνιο, που όπως όλοι αναγνωρίζουν αναγκάστηκε να υπογράψει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι μια... στιγμή με τα μέτρα της Ιστορίας. Σημαντική, κρίσιμη, επώδυνη, αχώνευτη, αλλά είναι μια στιγμή. Δεν είναι η ίδια η Ιστορία.
Άλλοι προκρίνουν ως κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης το νόμισμα της χώρας και θεωρούν τη φυγή από το ευρώ και την επιστροφή στη δραχμή ως φάρμακο για κάθε νόσο. Κάνουν λάθος. Ακόμα και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της δραχμής αναγνωρίζουν ότι το νόμισμα μιας χώρας δεν είναι ευαγγέλιο, είναι εργαλείο. Σημαντικό, κρίσιμο, καθοριστικό, αλλά εργαλείο άσκησης πολιτικής. Δεν είναι η ίδια η πολιτική.
Άλλοι στέκονται στις συλλογικές αδυναμίες και στις προσωπικές ανεπάρκειες στην έλλειψη προετοιμασίας, στην προχειρότητα και στην αδυναμία σοβαρών αναλύσεων για την πραγματική κατάσταση στη χώρα και την Ευρώπη. Και κάποιοι ακόμα βλέπουν πίσω από τη στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τον ρεαλισμό και την υπογραφή του Μνημονίου μια διάθεση ενσωμάτωσης στο σύστημα και μετάλλαξης σε ένα ακόμα κόμμα του κατεστημένου.
Μπορεί κάποιες από αυτές τις αιτιάσεις να είναι σωστές και άλλες όχι. Σίγουρα όμως δεν απαντούν στο αρχικό και καίριο ερώτημα: Είναι όλα αυτά αρκετά για να δικαιολογήσουν την εξέλιξη των πραγμάτων; Τη διάσπαση και τον επαπειλούμενο αριστερό εμφύλιο; Είναι αρκετά εν μέρει ή στο σύνολό τους να εξηγήσουν γιατί τίθεται σε κίνδυνο, έτσι απλά και μάλλον αστόχαστα, το εγχείρημα της ενότητας της Αριστεράς, που «πυρπόλησε» με ελπίδες ολόκληρη την κοινωνία; Γιατί, αν πέτυχε κάτι ο ΣΥΡΙΖΑ αυτά τα χρόνια, ήταν να ενωθεί και να ενώσει, να συνθέσει διαφορετικές απόψεις, κινήσεις και πρόσωπα σε ένα ενιαίο κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα, που απαιτούσε αλλαγές και ανατροπές παντού.
Είναι αλήθεια ότι μετά τις εκλογές τους Ιανουαρίου έγιναν πολλά... Περάσανε ημέρες πολλές μέσα σε λίγες ώρες, που λέει και ο ποιητής. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως θα ήθελε κάθε αριστερός αυτού του τόπου, ούτε όπως θα τα ήθελε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ. Η αριστερή κυβέρνηση της Ελλάδας οδηγήθηκε στο... κρεματόριο όπως σχεδίαζαν εξαρχής ο Σόιμπλε και το νεοφιλελεύθερο ιερατείο της Ευρωζώνης. Και σύρθηκε σε έναν επώδυνο συμβιβασμό όχι γιατί δεν διαπραγματεύτηκε σκληρά και θαρραλέα, ούτε γιατί ο... Εφιάλτης έσπασε τις γραμμές της, αλλά γιατί υπερεκτίμησε τη δύναμη του δίκιου της, υποτίμησε τη δύναμη της «σιδερένιας φτέρνας» και την αδιαλλαξία της γερμανικής Ευρώπης και κυρίως γιατί δεν μέτρησε σωστά μια βασική αρχή, που διέπει τις διεθνείς σχέσεις: το συσχετισμό των δυνάμεων. Είναι όμως και αυτό αρκετό για να δικαιολογήσει όσα ακολούθησαν τη συμφωνία και τον συμβιβασμό; Ασφαλώς όχι.
Οι κάλπες και ο "γόρδιος δεσμός"
Αυτό που πονά σήμερα την Αριστερά, περισσότερο ακόμα και από το Μνημόνιο, είναι η αδυναμία να σταθμίσει τα υπέρ και τα κατά αυτού του συμβιβασμού και να χαράξει μια νέα πορεία ξεκινώντας από μια νέα αφετηρία. Είναι η αδυναμία να διαμορφώσει και να υπηρετήσει με πάθος και σε βάθος μια πειστική εναλλακτική, αριστερή πρόταση για το μέλλον. Και αυτό που την «πληγώνει» είναι η ευκολία με την οποία βγαίνουν κάθε τόσο τα μαχαίρια και αναζητούνται λόγοι και αφορμές, όχι για νέες συνθέσεις αλλά για καταστροφικούς εμφυλίους. Και αυτός ο κίνδυνος είναι πολύ μεγαλύτερος ακόμα και από τον χειρότερο συμβιβασμό, ακόμα και από το χειρότερο Μνημόνιο.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι όλα αυτά είναι μεγάλα λόγια, άκαιρα και ίσως άχρηστα, δύο εβδομάδες πριν από τις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου. Κι όμως. Εδώ που έχουν φθάσει τα πράγματα οι κάλπες θα δώσουν ένα τέλος στο μαρτύριο, θα λύσουν τον «γόρδιο δεσμό» στην Αριστερά και θα διαμορφώσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις για μια νέα πορεία. Αν οι εκλογές επικυρώσουν τη διάσπαση και την ήττα της Αριστεράς, τότε η προσγείωση θα είναι ανώμαλη για όλους. Θα είναι ανώμαλη και οδυνηρή κυρίως για τον κόσμο της Αριστεράς, για την ίδια την κοινωνία. Γιατί αυτή θα έχει χάσει ό, τι πιο πολύτιμο έφερε μαζί του ο ΣΥΡΙΖΑ, την ελπίδα της αλλαγής. Και γι' αυτήν την κοινωνία, για τους πολίτες της Αριστεράς, θα είναι παντελώς αδιάφορο αν και ποιοι ήταν οι «νικητές» και οι «ηττημένοι» του νέου εσωκομματικού εμφυλίου. Θα είναι παντελώς αδιάφορο και για την Ιστορία. Αυτή έχει τα δικά της μέτρα και σταθμά. Με τα μέτρα της Ιστορίας όσα συνέβησαν και συμβαίνουν στην Αριστερά δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα μικρό κεφάλαιο στο βιβλίο της σύγχρονης πολιτικής Ιστορίας του τόπου. Σημαντικό ίσως, αλλά μικρό. Αυτό που θα καταγράψει σίγουρα ο ιστορικός του μέλλοντος είναι ότι υπήρξε κάποτε μια μικρή αριστερή «παρένθεση» στην Ελλάδα. Και μάλλον δεν θα ασχοληθεί ούτε με τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ ούτε αν μπήκε στη Βουλή το κόμμα του Π. Λαφαζάνη, ούτε αν υπάρχει... Ζωή στο κοινοβούλιο, ούτε αν και πού... κουνάει το μαντήλι του ο Γιάνης.
Και όλοι εμείς ή για την ακρίβεια τα παιδιά και τα εγγόνια μας θα αναζητούν τον... χαμένο τους παράδεισο: Την ενότητα της Αριστεράς και έναν νέο συνασπισμό δυνάμεων, που θα αλλάξει επιτέλους τα κακώς κείμενα σε αυτόν τον τόπο.