Του Αντώνη Παπαδεράκη*
Αυτό που θέλαμε ήταν εφαρμόσιμο και αναγκαίο για τη χώρα. Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης ήταν ρεαλιστικό. Έδινε στη χώρα και την κοινωνία προοπτική ελπίδας. Προϋπέθετε όμως συμφωνία με τους εταίρους και τους δανειστές.
Άλλωστε, δεν ξέρω αν κανείς μπορεί να ισχυριστεί με σοβαρά επιχειρήματα ότι στη χώρα μας είναι δυνατόν να εφαρμοστεί αυτό ή ανάλογο πρόγραμμα χωρίς συμφωνία και πολύ περισσότερο με έξοδο από την Ευρωζώνη. Πάντως, ούτε προεκλογικά ούτε κατά την περίοδο της διαπραγμάτευσης διατυπώθηκε και τεκμηριώθηκε ανάλογος ισχυρισμός.
Για μια τέτοια συμφωνία αγωνιστήκαμε. Με πείσμα, με όλα τα πολιτικά και διπλωματικά μέσα. Με λάθη ή παραλείψεις; Ναι. Όμως αγωνιστήκαμε με πάθος και μέχρι τα όρια της αντοχής μας.
Μαζί με όλους που πίστεψαν σε αυτόν τον αγώνα.
Με όσους πίστεψαν ότι δεν είναι προοπτική και λύση για τη χώρα η αέναη λιτότητα. Με αυτούς που απέρριψαν τα κόμματα που συστηματικά και χρόνια τώρα συντήρησαν και επέτειναν τις πρωτογενείς αιτίες οι οποίες οδήγησαν τη χώρα στα Μνημόνια της λιτότητας και της επιτροπείας.
Με αυτούς που γύρισαν την πλάτη στο πολιτικό προσωπικό που συνέργησε στην παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας απαξίωσε κάθε δημόσια λειτουργία και αξία, διεύρυνε τη διαφθορά, τη διαπλοκή και τη συναλλαγή.
Με αυτούς αγωνιστήκαμε.
Δεν καταφέραμε αυτό που θέλαμε. Αποτύχαμε να προλάβουμε πολλά κακά που είχαν δρομολογηθεί (π.χ. μεγάλο μέρος ιδιωτικοποιήσεων). Δεν πετύχαμε σήμερα πολλά από αυτά τα οποία δεν αποκλείεται όμως να κατακτήσουμε αύριο (π.χ. βασικό μισθό, ΕΝΦΙΑ). Πετύχαμε πολύ λιγότερα από αυτά που πιστεύαμε ότι μπορούσαμε.
Σ' αυτά που καταφέραμε, όμως, περιλαμβάνονται και αρκετά σημαντικά.
Ορατά, όπως η διασφάλιση με τριετή ορίζοντα των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας και η συνολική ρύθμισης του χρέους τον Οκτώβριο, παράγοντες σημαντικοί για την εκκίνηση μιας διατηρήσιμης και δυναμικής αναπτυξιακής διαδικασίας.
Αδιόρατα, όπως η ανάκτηση σε μεγάλο βαθμό της χαμένης μας αξιοπρέπειας στα μάτια των ευρωπαϊκών λαών και η ανάδειξη της λύσης του «ελληνικού προβλήματος» ως στοιχείο ευρύτερης σύγκρουσης πολιτικών και στρατηγικών που αφορούν το μέλλον συνολικά της Ευρώπης. Αυτό και μόνο καταδεικνύει ότι η μάχη αυτή έπρεπε να δοθεί. Δεν ήταν χάσιμο χρόνου, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, που ποτέ δεν την πίστεψαν. Αν δεν γινόταν, θα παρέμενε ανεξόφλητο ιστορικό χρέος που θα δηλητηρίαζε την παραπέρα πορεία του τόπου.
Ανεξάρτητα όμως από όλα αυτά, είναι αλήθεια ότι σε όλους μας έχει μείνει μια πικρή γεύση από το μέχρι σήμερα αποτέλεσμα και σε αρκετούς η πικρία αυτή κυριαρχεί. Είναι θέμα πολιτικής κρίσης και αξιολογικών κριτηρίων που για τον καθένα είναι σεβαστά.
Αυτό που είναι όμως πάνω από κάθε αμφισβήτηση είναι το γεγονός ότι η συμφωνία που έγινε ήταν αποτέλεσμα μιας διαπραγματευτικής μάχης και μιας πολιτικής σύγκρουσης. Δεν ήταν προϊόν συνθηκολόγησης υποτακτικών ούτε προσχεδιασμένης συμπαιγνίας πολιτικών απατεώνων. Επιπλέον πρέπει να αναλογιστούμε ότι στο αποτέλεσμα βάρυνε πιότερο η ισχύς του αντιπάλου απ' ό,τι τα σφάλματα και δικές μας ελλείψεις.
Η αποδοχή, έστω και κατά ένα μέρος, των παραπάνω αφήνει έωλη κάθε αντιπαραβολή του προεκλογικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ με τις δεσμεύσεις της συμφωνίας που τελικά συνήφθηκε. Δεν δικαιολογεί, πολύ περισσότερο, το ανελέητο «αυτομαστίγωμα», ούτε την ηθικολογικού τύπου ενοχική υπερβολή που αναδεικνύεται μέσα από την πολιτική ευαισθησία των ανθρώπων της Αριστεράς.
Μέσα απ' όλα αυτά, η χώρα κρατήθηκε όρθια, έχοντας ανοιχτές προοπτικές και, παρά τις δυσκολίες, η κυβέρνηση αποτελεί τον μόνο παράγοντα μέσα από τον οποίο μπορούμε να περιγράψουμε ένα ρεαλιστικό σχέδιο με θετικές προοπτικές για τη χώρα.
Η συμφωνία ανοίγει αντικειμενικά έναν νέο κύκλο στη πολιτική, κοινωνική και οικονομική πορεία της χώρας.
Ο άξονας Μνημόνιο - αντιμνημόνιο από μόνος του δεν είναι επαρκής ώστε να σηματοδοτεί με προωθητικό τρόπο την πορεία αυτή.
Είναι αναγκαία η ένταξή του σε ένα ευρύτερο σχέδιο που θα ανταποκρίνεται στην ανάγκη αναμόρφωσης της χώρας. Με ανασυγκρότηση και διεύρυνση της παραγωγικής της βάσης, με εξυγίανση του κράτους και των θεσμών, με συνεχή αγώνα για ισονομία, αξιοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη σε όλα τα επίπεδα και τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Με ανάπτυξη και εμβάθυνση της Δημοκρατίας, της συμμετοχής, της συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Με ανάδειξη στην πράξη ενός νέου πρότυπου ανθρώπινης διαβίωσης, στηριγμένου στο πνεύμα της λιτής αφθονίας, στις αξίες της πνευματικής καλλιέργειας και πολιτιστικής ανάπτυξης. Στο πλαίσιο της προσπάθειας υλοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου εντάσσουμε τις αναγκαίες και εφικτές δεσμεύσεις της συμφωνίας, αντιμετωπίζουμε με αντίμετρα τις αρνητικές επιπτώσεις «εκδικητικών» και αντικοινωνικών μέτρων που επιβλήθηκαν και αναθεωρούμε συμφωνημένα, μέσα και από τη δυναμική των εξελίξεων και των επικείμενων συγκρούσεων στην Ευρώπη, μέτρα ανεφάρμοστα και άνευ ουσιαστικού νοήματος.
Αν η ριζοσπαστική Αριστερά θέλει να παραμείνει συνεπής στη δέσμευση που ανάλαβε έναντι των Ελλήνων πολιτών από τον Μάρτιο του 2012, ότι έχει τη βούληση και τη δύναμη να αναλάβει το τιμόνι και να οδηγήσει τη χώρα σε μια νέα αναγεννητική πορεία, έξω από τα Μνημόνια της λιτότητας, δεν υπάρχει αντικειμενικά σήμερα άλλος δρόμος. Ούτε βέβαια και η χώρα έχει άλλο δρόμο.
Κάθε άλλος δρόμος είναι «οδός επιστροφής».
Για τη χώρα μεν επιστροφής σε περιπέτειες στα χέρια ενός φθαρμένου και αφερέγγυου πολιτικού συστήματος για την Αριστερά δε, επιστροφής στην περιχαράκωση, την ομφαλοσκόπηση και στον εσωστρεφή αλληλοσπαραγμό.
Ασφαλώς όλοι πρέπει να αναστοχαστούμε. Να μετακινήσουμε τα όρια της θεωρητικής αναζήτησης, της πολιτικής ετοιμότητας, της προγραμματικής ωριμότητας και διαχειριστικής ικανότητας, της κοινωνικής και πολιτικής Αριστεράς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ταυτόχρονα, όμως, μένοντας πιστοί στη συλλογική μας απόφαση: Να προχωρήσουμε μπροστά, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη μετέπειτα πορεία αυτού του τόπου!
* Ο Αντώνης Παπαδεράκης είναι γενικός γραμματέας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή