Του Γιάννη Σιώτου
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Ευρώπη σήμερα έχει γυρίσει κάτι από ένα παραπάνω από έναν αιώνα πίσω. Τότε που ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Θόρστιν Βέμπλεν, στο βιβλίο του "Θεωρία για την αργόσχολη τάξη", επινόησε τον όρο "επιδεικτική κατανάλωση" για να περιγράψει τη συμπεριφορά των νεόπλουτων της εποχής. Μάλιστα, είχε δώσει και τη γερμανική διάσταση του θέματος, αφού στο βιβλίο του "Η αυτοκρατορική Γερμανία και η Βιομηχανική Επανάσταση" περιέγραψε το μέγεθος της ανισότητας στη Γερμανία και τα αποτελέσματά της τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία. Η αντίθεση ανάμεσα στην επιδεικτική πολυτέλεια πολλών πλουσίων και στις συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσαν οι εργάτες παρουσιάζονταν εντονότερη σε σχέση με κάθε άλλη εποχή και αυτό έδινε πρόσθετα επιχειρήματα στις καυστικές κριτικές σε βάρος της κοινωνίας, αλλά και στις μαζικές αντιδράσεις των συνδικάτων της εποχής. Την εποχή εκείνη, μάλιστα, όμοια με τώρα στη Γερμανία, ο συγκεντρωτισμός του οικονομικού ελέγχου της βιομηχανίας είχε προχωρήσει περισσότερο από άλλες ευρωπαϊκές βιομηχανικές χώρες, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ως η χώρα των καρτέλ και των τεράστιων βιομηχανικών τραστ.
Τότε, όπως και τώρα, υπήρχαν φωτισμένοι άνθρωποι που διέβλεπαν το αδιέξοδο που οδηγούσε αυτή η υπερβολική συγκέντρωση πλούτου. Επισήμαιναν την αυτονόμηση της οικονομικής ισχύος από την πολιτική εξουσία, καθώς τα τεράστια βιομηχανικά καρτέλ της εποχής διαμόρφωναν τη δική τους πολιτική, διατηρούσαν τις δικές τους διεθνείς σχέσεις και διεκπεραίωναν τα δικά τους οικονομικά σχέδια. Μάλιστα, ένας από αυτούς, ο Γερμανός βιομήχανος και χρηματιστής Βάλτερ Ράτεναου, επικεφαλής του μεγάλου ηλεκτρικού καρτέλ της AEG, σε κείμενά του ζητούσε την ανακατανομή των εισοδημάτων, τη συγκράτηση της κατανάλωσης και την κατάργηση του κληρονομικού πλούτου. Στη Γερμανία, οι βιομήχανοι τον χαρακτήρισαν ως "προδότη της τάξης του", αλλά και στην υπόλοιπη ανεπτυγμένη Ευρώπη οι προειδοποιήσεις του είχαν ελάχιστη απήχηση. Για την Ιστορία να πούμε ότι πολλές από τις προτάσεις του υιοθετήθηκαν από πολλούς διανοητές και οικονομολόγους της δεκαετίας του '60, στην προσπάθειά τους να προτείνουν ένα μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο θα μπορούσε να προσφέρει μια στοιχειώδη ισορροπία μεταξύ του κραυγαλέου πλούτου και του τρόπου ζωής των εργαζομένων. Πάντως, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, όλα αυτά ήταν έωλες σκέψεις αφού κανείς, ούτε πολιτικός ούτε ολιγάρχης τις λάμβανε υπόψη του και έτσι η Ευρώπη πήγαινε ολοταχώς προς το αδιέξοδο του πρώτου μεγάλου πολέμου, ενώ η διευρυνόμενη ανισότητα απλώς επιτάχυνε τις διαδικασίες προς τον όλεθρο και την καταστροφή.
Αν μελετήσει κανείς αυτή τη χρονική περίοδο της Ευρώπης και τη συγκρίνει με τη σημερινή, θα μείνει έκθαμβος από τις ομοιότητες που εμφανίζουν οι δύο εποχές. Και αυτές δεν αφορούν μόνο τις οικονομικές δομές -άλλωστε τότε, όπως και σήμερα, η τεχνολογία είχε αλλάξει τον τρόπο παραγωγής-, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκές ηγεσίες και κυρίως η Γερμανία αντιμετώπιζαν την υπόλοιπη Ευρώπη. Η λογική των οικονομικών ζωνών, τότε, όπως και τώρα, κυριαρχούσε. Οι πιέσεις των καρτέλ στην πολιτική ηγεσία για μια πιο επιθετική πολιτική ήταν κυρίαρχες. Ακόμα και η ταύτιση της πολιτικής ηγεσίας με την οικονομική ολιγαρχία ήταν αδιαμφισβήτητες. Κι έτσι, τότε η απληστία, η αλαζονεία και η ανεπάρκεια οδήγησαν την ήπειρο -και όχι μόνο- στον όλεθρο. Ας ελπίσουμε ότι η Ιστορία δεν θα επαναληφθεί...