ΑΝΕΣΤΗΣ ΤΑΡΠΑΓΚΟΣ
Μία θεμελιώδης «κόκκινη γραμμή» που προβλήθηκε από την κυβέρνηση «κοινωνικής σωτηρίας» του ΣΥΡΙΖΑ ήταν, παράλληλα με εκείνες των εργασιακών δικαιωμάτων, του ασφαλιστικού συστήματος και της ταπείνωσης της έμμεσης φορολογίας, η αποτροπή των αποκρατικοποιήσεων δημόσιων και κοινωφελών επιχειρήσεων, καθώς και περιουσιακών στοιχείων του ελληνικού κράτους.
Άλλωστε ιστορική προγραμματική κατεύθυνση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στάθηκε ο τερματισμός των ιδιωτικοποιήσεων, η ανάκτηση της δημόσιας κυριότητας σε επιχειρήσεις και δραστηριότητες που έχουν παραχωρηθεί στο ιδιωτικό κεφάλαιο, η κατάργηση των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, η λειτουργία ενός δημόσιου τομέα της οικονομίας με κοινωνικά χαρακτηριστικά, αποτελεσματική παραγωγική λειτουργία και δραστικό εργατικό έλεγχο. Ένας τέτοιος κοινωνικός οικονομικός τομέας θεωρούνταν, και είναι, σημαντικό πλεονέκτημα για μια αριστερή κυβερνητική πολιτική, ένα είδος «ατμομηχανής» της όποιας οικονομικής ανάταξης, παράλληλα με μέτρα που αφορούν τις μεγάλες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας.
Εντούτοις διαπιστώνεται ότι, παρ' όλες αυτές τις δεσμεύσεις, η «κόκκινη αυτή γραμμή» έχει εξαφανισθεί από το προσκήνιο των διαπραγματεύσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τα νεοφιλελεύθερα ευρωπαϊκά πολιτικά, οικονομικά και νομισματικά κέντρα. Ο ρόλος του ΤΑΙΠΕΔ έχει αναβαπτισθεί και αναβαθμιστεί και οι διαδικασίες υλοποίησης των διαγωνισμών για την παραχώρηση των πλειοψηφικών πακέτων των μετοχών σημαντικών δημόσιων επιχειρήσεων προωθούνται κανονικά από τα αντίστοιχα υπουργεία, κατά τρόπο απροσχημάτιστο, ωμό και αναιτιολόγητο. Οι διεθνείς οικονομικοί κολοσσοί αδημονούν να πραγματοποιήσουν τις επενδύσεις τους προκειμένου να περιέλθει στην κυριότητα και διαχείρισή τους η εκμετάλλευση των δημόσιων επιχειρήσεων που είχαν αποφύγει μέχρι σήμερα την αποκρατικοποίηση.
Αποψίλωση
Αν τα προηγούμενα κύματα αποκρατικοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 και εξίσου στη μνημονιακή εποχή της καπιταλιστικής κρίσης (2008 - 14) οδήγησαν στην ιδιωτικοποίηση ενός μέρους των δημόσιων επιχειρήσεων (ΟΤΕ, Αγροτική Τράπεζα, Δωδώνη, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, μέρος του κεφαλαίου της ΔΕΗ, Αγνό, τραπεζικό σύστημα, αυτοκινητόδρομοι κ.λπ.), εφόσον στη σημερινή περίοδο προωθηθούν οι προγραμματιζόμενες παραχωρήσεις κοινωφελών επιχειρήσεων και δημόσιων ακινήτων στο ιδιωτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο, ο τομέας της δημόσιας οικονομίας θα έχει αποψιλωθεί ολοκληρωτικά και δεν θα έχουν μείνει παρά ελάχιστες επιχειρήσεις υπό τον έλεγχο του Δημοσίου (ΕΥΑΘ, ΕΥΔΑΠ, ΔΕΗ).
Στη σημερινή περίοδο, και παρά τις περί του αντιθέτου προγραμματικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκονται σε διαδικασία αποκρατικοποίησης, μεταξύ των άλλων: Τα περιφερειακά αεροδρόμια από τη γερμανική εταιρεία Fraport, συμπεριλαμβανομένου του αερολιμένα Ελευθέριος Βενιζέλος και του μεγάλου αεροδρομίου του Ηρακλείου στην Κρήτη.
* Ο Οργανισμός Λιμένα Πειραιά με την παραχώρηση της πλειοψηφίας του μετοχικού κεφαλαίου και της διαχείρισης στον κινεζικό κολοσσό της COSCO.
* Αντίστοιχα, ο Οργανισμός Λιμένα Θεσσαλονίκης καθώς και άλλες λιμενικές πύλες της χώρας μικρότερης εμπορικής εμβέλειας.
* Οι μεγάλοι οδικοί άξονες Κεντρικής Ελλάδας, Αιγαίου, Ολυμπίας και Ιονίας Οδού, παράλληλα με την παραχώρηση της εκμετάλλευσης της Αττικής Οδού ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
* Το Θριάσιο Εμπορευματικό Κέντρο καθώς και το ίδιο το σιδηροδρομικό δίκτυο της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και η Rosco, που αποτελούν πεδίο έκφρασης ενδιαφέροντος κινεζικών και ρωσικών κρατικομονοπωλιακών επιχειρήσεων κ.λπ.
Ως αιτιολογία γι' αυτή τη συνολική πλέον παραχώρηση των δημόσιων παραγωγικών μονάδων στο διεθνές επιχειρηματικό κεφάλαιο, προβάλλεται σήμερα, όπως και προηγούμενα, με τη μνημονιακή διακυβέρνηση της χώρας, η είσπραξη πόρων για την καταβολή δόσεων τοκοχρεωλυσίων του δημόσιου χρέους. Και πράγματι οι προηγούμενες κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. συνέλεξαν στην περίοδο 2010 - 14 περί τα 5,5 δισ. ευρώ από τις αποκρατικοποιήσεις, ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι οι τρέχουσες ιδιωτικοποιήσεις θα αποφέρουν περί τα 7 δισ. ευρώ, που και αυτά κατά κύριο μέρος θα πάρουν τον δρόμο για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Και στην περίπτωση δηλαδή αυτή, όπως και στον εταιρικό τομέα της ελληνικής οικονομίας, το δημόσιο χρέος χρησιμοποιείται ως όχημα για να τεθεί ο δημόσιος τομέας της οικονομίας κάτω από την κυριαρχία του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Οι συνέπειες και η νοηματοδότηση της άσκησης μιας τέτοιας πολιτικής και από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι περισσότερο από εμφανείς :
1) Κατ' αυτό τον τρόπο μια κυβέρνηση της Αριστεράς στερείται πλέον ενός από τα θεμελιώδη παραγωγικά εργαλεία για την άσκηση λαϊκής οικονομικής πολιτικής, δηλαδή του δημόσιου τομέα της οικονομίας. Η ένταξη του συνολικού φάσματος των κοινωφελών επιχειρήσεων (επικοινωνιών, ενέργειας, μεταφορών, πίστης κ.λπ.) σε έναν συνολικό δημόσιο οικονομικό τομέα, με παραγωγική αποτελεσματικότητα (απαλλαγμένο από τα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού), με κοινωνικά κριτήρια λειτουργίας και δραστικό εργατικό έλεγχο, στα σίγουρα αντιπροσωπεύει ένα ασφαλές εργαλείο οικονομικής ανάταξης της χώρας. Κι ακόμη περισσότερο αυτή η λειτουργία με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (δημόσια κυριότητα, κριτήρια κοινωνικής ωφελιμότητας, λαϊκός και εργατικός έλεγχος) μπορεί να λειτουργήσει «πιλοτικά» ως υπόδειγμα για τον κοινωνικό μετασχηματισμό της ίδιας της πλειοψηφικής καπιταλιστικής οικονομίας. Διαφορετικά, η αριστερή πολιτική στο κυβερνητικό επίπεδο γίνεται έρμαιο του επιχειρηματικού κεφαλαίου που ασκεί την κυριαρχία του στο σύνολο των παραγωγικών δραστηριοτήτων της οικονομίας.
2) Προάγεται βέβαια η λογική ότι οι προωθούμενες αυτές αποκρατικοποιήσεις αντιπροσωπεύουν το πεδίο προσέλκυσης και επένδυσης ξένων κεφαλαίων, άρα οδηγούν στην οικονομική ανάπτυξη, στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης κ.λπ. Κάθε άλλο παρά περί αυτού πρόκειται. Η όλη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων δεν αφορά στην επένδυση νέων κεφαλαίων σε μια καινούργια παραγωγική δραστηριότητα, δηλαδή στη δημιουργία παγίων κεφαλαίων και στην πρόσληψη εργατικού δυναμικού, καθώς και στην παραγωγή προστιθέμενης αξίας και την αύξηση του επιχειρηματικού κύκλου εργασιών. Εδώ πρόκειται απλώς για τη μεταβίβαση ήδη υπαρκτών παγίων κεφαλαίων (που έχουν χρηματοδοτηθεί στη διάρκεια δεκαετιών από την λαϊκή φορολόγηση) των δημόσιων επιχειρήσεων, την ύπαρξη ενός ήδη εξειδικευμένου προσωπικού που απασχολείται, την καπιταλιστική «νομή» μιας ήδη διασφαλισμένης αγοράς, χωρίς άρα κανένα απολύτως επιχειρηματικό ρίσκο. Στην καλύτερη των περιπτώσεων πρόκειται μόνον για ορισμένες επενδύσεις αναβάθμισης, οι οποίες και συμπεριλαμβάνονται στο τίμημα της παραχώρησης, χωρίς ιδιαίτερες επιπτώσεις στην απασχόληση και στον επιχειρηματικό τζίρο.
3) Είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση εκείνη όπου διεθνή επιχειρηματικά κεφάλαια αποφασίζουν να επενδύσουν στο εσωτερικό μιας οικονομίας, κατά τρόπο αυτοτελή (δηλαδή τη δημιουργία εντελώς καινούργιων παραγωγικών μονάδων), με την απόκτηση γηπέδων, μηχανολογικού εξοπλισμού, νέου εργαζόμενου προσωπικού, με προσανατολισμό την εγχώρια ή διεθνή αγορά. Σ' αυτή την περίπτωση διευρύνεται η παραγωγή προστιθέμενης αξίας καθώς και ο επιχειρηματικός κύκλος εργασιών. Αυτή η κίνηση κεφαλαίων, που γίνεται συνήθως μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών, συμβαίνει όταν επιχειρήσεις που λειτουργούν σε μια επιμέρους οικονομία αναπτύσσουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα προς άλλες χώρες. Σ' αυτή την περίπτωση αποφασίζουν την ίδρυση νέων παραγωγικών μονάδων στις χώρες εξαγωγής των προϊόντων τους προκειμένου να ανταποκριθούν αποτελεσματικότερα στη διάθεση της παραγωγής των προϊόντων τους. Έτσι λειτουργούν ως «εσωτερικά» κεφάλαια για τις χώρες εξαγωγής και παραγωγής των προϊόντων τους, υπόκεινται στη φορολογία αυτών των χωρών και στην εφαρμογή της αντίστοιχης εργατικής νομοθεσίας. Η περίπτωση των αποκρατικοποιήσεων, όπου το μόνο που συμβαίνει είναι η αλλαγή χεριών στην κυριότητα του μετοχικού κεφαλαίου, δεν έχει καμία σχέση μ' αυτή την παραγωγική οικονομική δραστηριότητα της διεθνούς κίνησης των κεφαλαίων.
4) Επιπρόσθετα, επειδή στις δημόσιες επιχειρήσεις λειτουργούσε μέχρι πρόσφατα ένα «κοινωνικό εργασιακό καθεστώς» (απρόσκοπτη λειτουργία συνδικαλιστικών ελευθεριών, σύναψη συλλογικών συμβάσεων, σχετική σταθερότητα απασχόλησης κ.λπ.), αυτό έρχεται να «ιδιωτικοποιηθεί» μαζί με την αποκρατικοποίηση της επιχείρησης (χαρακτηριστικότατη η περίπτωση της λειτουργίας του ΟΛΠ υπό την διαχείριση της COSCO). Μ' αυτό τον τρόπο γενικεύεται το καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας και στον δημόσιο οικονομικό τομέα, με τον παραγκωνισμό των εργατικών δικαιωμάτων, τη σοβαρή απομείωση των μισθών, τις αυθαίρετες απολύσεις κ.ά. Έτσι η κατάργηση αυτού του «κοινωνικού εργασιακού καθεστώτος» με τις ιδιωτικοποιήσεις αποτελεί πλήγμα στο συνολικό πλαίσιο των εργασιακών σχέσεων, στο μέτρο που αυτό λειτουργούσε ως μοντέλο μετασχηματισμού για τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.
Κατά συνέπεια, η αντιπαλότητα του ΣΥΡΙΖΑ προς τις σημερινές ιδιωτικοποιήσεις, από κοινού με τις σχετικές αντιδράσεις των εργαζομένων, είναι στοιχειωδώς πρακτική ανταπόκρισης στον πυρήνα των προγραμματικών θέσεων και δεσμεύσεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς