Γιάννης Μπουρνούς, Ενωτική Κίνηση
1) Για πρώτη φορά υπάρχει ουσιαστική διαδικασία διαπραγμάτευσης. Αυτό γιατί το Μνημόνιο αποτελούσε ουσιαστικά το πολιτικό πρόγραμμα των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων. Η διαπραγμάτευση αυτή έχει αποδείξει ότι η σύγκρουση είναι πολιτική. Κάθε δική μας επιτυχία ακυρώνει το επιχείρημα του «μονοδρόμου» και μπορεί να αποτελέσει τη βάση για να μετατραπεί η οικονομική κρίση σε συνολική κρίση ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού.
Οι πολιτικοί μας αντίπαλοι, εντός και εκτός χώρας, επιδιώκουν να εξαναγκάσουν μέσω εκβιασμών την καινούργια κυβέρνηση, να υλοποιήσει ένα πρόγραμμα που δεν θα αποτελεί ουσιαστική ρήξη με την προηγούμενη κατάσταση. Βασικά εργαλεία αυτού του σχεδιασμού είναι η χρηματοδοτική ασφυξία και ο εγκλωβισμός σε ένα τεχνικό πλαίσιο διαπραγμάτευσης.
Πηγή δύναμης για την κυβέρνηση είναι η σχέση της με την κοινωνία. Είναι πολύ κρίσιμο ότι δεν κάναμε πίσω όταν χαρακτήρισαν ως μονομερή ενέργεια το νομοσχέδιο για την ανθρωπιστική κρίση. Ενίσχυση της διαπραγματευτικής μας θέσης σημαίνει ισχυροποίηση του δεσμού μας με την κοινωνία και αυτή περνάει μέσα από την προώθηση του δικού μας προγράμματος.
Χρειάζεται π.χ. να νομοθετήσουμε άμεσα στον τομέα των εργασιακών σχέσεων. Κανένας νεοφιλελεύθερος δεν μπορεί να αιτιολογήσει πειστικά στους Ευρωπαίους πολίτες γιατί η Ελλάδα «δεν δικαιούται» να έχει συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
Επίσης, χρειαζόμαστε πρωτοβουλίες που θα σπάνε τη χρηματοδοτική ασφυξία, ώστε να ισχυροποιήσουμε τη διαπραγματευτική μας θέση και άρα να αυξηθούν οι πιθανότητες για μια επωφελή για την κοινωνική πλειοψηφία συμφωνία. Τέτοια κίνηση μπορεί π.χ. να είναι μια έκτακτη εισφορά σε πολύ υψηλά εισοδήματα και στις 500 πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελλάδα κατατάσσεται 6η παγκοσμίως στον δείκτη ανισότητας μέσου εισοδήματος μεταξύ του 10% των πλουσιότερων και του 10% των φτωχότερων πολιτών της. Καιρός, λοιπόν, να πληρώσουν οι πλούσιοι.
2) Η κυβέρνηση έχει καταφέρει μέσα σε ένα πολύ δύσκολο περιβάλλον να προχωρήσει σημαντικές πρωτοβουλίες για τη βελτίωση της ζωής της κοινωνικής πλειοψηφίας. Κεντρικό πρόβλημα παραμένει η οργάνωση του κρατικού μηχανισμού και η στελέχωση με ανθρώπους που επιθυμούν να στηρίξουν τη νέα πορεία και όχι να τη σαμποτάρουν. Χρειαζόμαστε ένα κόμμα το οποίο θα μπορεί με κριτικό τρόπο να στηρίζει και να ελέγχει τη κυβέρνηση. Το κόμμα δεν μπορεί απλώς να παρακολουθεί τις εξελίξεις, οφείλει να πρωταγωνιστεί στη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού. Αυτό σημαίνει παρέμβαση στους εργασιακούς χώρους και στις γειτονιές, στους μικρούς και μεγάλους καθημερινούς αγώνες, συμβολή στη δημιουργία δομών αλληλεγγύης, αλλά και ταυτόχρονη θεωρητική και ιδεολογική δουλειά για να ανταπεξέλθουμε στις νέες συνθήκες. Στόχος μας πρέπει να είναι η βαθύτερη αλλαγή των συσχετισμών υπέρ της Αριστεράς, κάτι που θα δώσει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να προωθήσει πιο αποφασιστικά τις διαδικασίες μετασχηματισμού και την ίδια στιγμή θα δημιουργεί ένα πλαίσιο δημοκρατικού ελέγχου. Να συμβάλουμε δηλαδή μέσα από τη δράση μας στο «ξεκλείδωμα» της λαϊκής πρωτοβουλίας, της συμμετοχής και του ελέγχου.