Live τώρα    
"Αγαπημένε μου, να μην υπογράψετε..."
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

"Αγαπημένε μου, να μην υπογράψετε..."

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΑΤΟΥ

Ο Εμφύλιος βρήκε την οικογένεια κυνηγημένη. Από τα έξι παιδιά, τα δυο αγόρια στην εξορία και το τρίτο στο στρατοδικείο σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων. Ο ένας, ο δεύτερος, λύγισε και υπέγραψε. Ο άλλος, ο μεγάλος, πιασμένος στο δόκανο. Είχε μια «μνηστή». Χαροκαμένη, με αδελφό εκτελεσμένο. Και είχε μείνει μόνη της. Μόνη και αβοήθητη. Μια μέρα και μια Κυριακή, αυτή η Μαρία, με μάτια δακρυσμένα και χέρι που έτρεμε, πήρε μολύβι και χαρτί. Όταν άνοιξε το σουραύλι που του πάσαρε κρυφά ο διπλανός του, τά 'χασε. Το μήνυμά της έγραφε: «Αγαπημένε μου, να μην υπογράψετε». Και δεν υπέγραψε.

Κακά τα ψέματα, τις πιο πολλές φορές οι άνθρωποι σκέφτονται με την καρδιά. Το 'λεγε άλλωστε κι ο δάσκαλός μας στη Σχολή: «Να ξέρετε, το συναίσθημα είναι συμπυκνωμένη λογική». Και ποτέ δεν διαψεύστηκε. Γιατί όλα αυτά, τα «εκτός λογικής», οπλίσανε τον κόσμο που βγήκε κάποτε στους δρόμους. Μιλάω για το μόνο βέβαιο στην αβεβαιότητα που μας περιβάλλει: «Τους νέους με τα πρησμένα πόδια και το δεκανίκι που τους έλεγαν αλήτες». Και για τους άλλους, που «φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι».

Ποτέ δεν ήταν η ζωή γραμμική. Ποτέ. Κι εδώ είναι η πλάνη η μεγάλη για όσους προσπαθούν να εξηγήσουν τα μυστικά του κόσμου με τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Πλανώνται πλάνην οικτράν. Γιατί νόμος υπάρχει, αλλά δεν είναι αυτός. Είναι πιο 'κει, στα όρια. Γιατί, όπως είπε ο άλλος, αυτό που μας κινεί και επιβιώνει είναι αυτό που δεν είχαμε ποτέ. Ο νόμος και η βία που μας σπρώχνουν διαρκώς προς το αδύνατο. Η θερμοδυναμική της ανισορροπίας κι ο ασίκης μηχανοδηγός της, αυτοί οδηγούν το τρένο του άντε και ντε μας. Το τρένο προς τον Ουρανό.

Θα μου πεις, «ο καθένας μοναχός του πορεύεται στη δόξα, τον έρωτα και τον θάνατο». Αλλά αυτή η μοναξιά είναι αλλιώτικη: περιέχει τους άλλους. Από αυτούς προκύπτουμε. Από αυτούς που έζησαν πιο πριν. Και από εκείνους που έχουμε δει με τα μάτια μας να γεννιούνται και να πεθαίνουν. Τον Σταύρο τον καλό κι αγαθό. Την παιδικότητά του, την ντομπροσύνη του. Και τον πατέρα μιας Ελένης που το μόνο που προσπαθούσε κι ευχότανε σε όλη του τη ζωή ήταν να μην καταλήξουν τα παιδιά του φτωχά και καταφρονεμένα σαν κι αυτόν. Όλα τα χρώματα που μας σχηματίζουν διαπλέκονται, καταλήγοντας σαν από θεία χάρη στις άκρες των δαχτύλων μας. Με αυτή την αφή αγγίζουμε ο ένας τον άλλον. Με αυτή τη μαγιά φτιάχνεται το ψωμί του «Κ» μας.

Ας ανοίξουμε το λοιπόν το άσπρο πουκάμισο να φανεί ο μικρός σταυρός από μέσα. Ας φυσήξουμε τρεις φορές με δύναμη προς τη θάλασσα, όπως ανατέλλει ο ήλιος. Ας χαϊδέψει το βλέμμα μας τις πανάρχαιες γαλαρίες κι ας πιάσει στο φτερό τη στιγμιαία λάμψη του μετάλλου. Δικό μας είναι το μέταλλο το ευγενές. Δική μας και η μεταλλική γεύση του. Ας αφήσουμε το δάκρυ να κυλήσει ελεύθερα ώς τα χείλη να μας γλυκάνει η πίκρα του.

Κι ας χαθεί ο μεγάλος εκθέτης μέσα στον μικρό. Ας βγει από μέσα μας ανάγλυφο το παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο. Ας γίνει άλλο το άλλο στη γραμμή του ορίζοντα που τρέχει με φόρα να μας συναντήσει. Κι ας μην υπογράψουμε.

* Ο Σπύρος Γεωργάτος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0