Ενόψει της δίκης της Χρυσής Αυγής θέσαμε σε όλους τους «προσκεκλημένους» μας δύο ερωτήματα: Πρώτον, με βάση τη δική σας οπτική/χώρο/αντικείμενο τι θέλετε να τονίσετε για τη δίκη, τι είναι το πιο σημαντικό; Δεύτερον, τι εξασφαλίζει η ποινική δίωξη και μια ενδεχόμενη καταδίκη όσον αφορά την αντιμετώπιση του νεοναζισμού; Αντίστοιχα, ποια πεδία αφήνει απέξω, και επομένως τι πρέπει να γίνει σε αυτά από πλευράς της κοινωνίας/του κράτους/του αντιφασιστικού κινήματος/των πολιτών; Τους ευχαριστούμε όλους και όλες για την ανταπόκρισή τους.
Τα συντριπτικά στοιχεία και το «αντιμνημονιακό» προσωπείο
του Δημήτρη Ψαρρά
Όποιος έχει την παραμικρή αμφιβολία για τη σημασία της αυριανής δίκης αρκεί να ρίξει μια ματιά στη στατιστική εξέλιξη των ρατσιστικών εγκληματικών επιθέσεων στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Μετά την άσκηση των διώξεων εις βάρος της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, τον Σεπτέμβριο του 2013, οι επιθέσεις αυτές των Ταγμάτων Εφόδου παρουσιάζουν κάθετη πτώση. Και ανακάμπτουν μόνο την τελευταία περίοδο, από τη στιγμή που άρχισαν να εκπέμπονται αντιφατικά μηνύματα από την πολιτεία (στην ευρύτερη έννοιά της, δηλαδή την πολιτική τάξη και τη δικαιοσύνη) αλλά και τα μέσα ενημέρωσης, με προσχηματικές δηλώσεις περί «μη δεμένου κατηγορητηρίου», περί «νομικών προβλημάτων» του βουλεύματος, ακόμα και περί «πολιτικής δίωξης».
Αστεία πράγματα. Ακόμα και με την τελική μορφή που πήρε η κατηγορία με το βούλευμα 215/2015 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τα στοιχεία όχι μόνο για τους φυσικούς αυτουργούς αλλά και για την ηγεσία της οργάνωσης είναι συντριπτικά. Παρά το γεγονός ότι οι συντάκτες του βουλεύματος ακολούθησαν την πρόταση του εισαγγελέα Ντογιάκου και περιόρισαν το εύρος της εγκληματικής δράσης από το 2008 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013, έχουν τεκμηριώσει πέρα από κάθε αμφιβολία τις κατηγορίες που απαγγέλλουν.
Γι' αυτό εξάλλου οι χρυσαυγίτες έχουν λουφάξει την τελευταία περίοδο και επιχειρούν να κρυφτούν πίσω από ένα όψιμο «αντιμνημονιακό» προσωπείο, ικετεύοντας τη νέα κυβέρνηση να επέμβει για τη σωτηρία τους. Οι ίδιοι είναι οι πρώτοι που αναγνωρίζουν την ακρίβεια των στοιχείων και έχουν παύσει να αναφέρονται καν στην υπόθεση, ενώ επιδίδονται σε απελπισμένη αναζήτηση τυπικών ακυροτήτων του κατηγορητηρίου.
Η δικαστική οδός είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει στην εξάρθρωση της οργάνωσης. Κάποιοι υποτιμούν τη δίκη, και κρύβουν τη δική τους απουσία, αναμασώντας το γνωστό επιχείρημα περί εξαρτημένης και συστημικής δικαιοσύνης και αναθέτοντας σε κάποιο μελλοντικό «αντιφασιστικό κύμα» να σαρώσει τον σημερινό «φασιστικό κίνδυνο», ανατρέποντας μαζί μ' αυτό και τον καπιταλισμό. Η άποψη αυτή, όμως, οδηγεί κατευθείαν στην ανασυγκρότηση των Ταγμάτων Εφόδου και την αναζωογόνηση της Χρυσής Αυγής.
Φυσικά, το αντιφασιστικό δημοκρατικό κίνημα είναι παρόν και έπαιξε κρίσιμο ρόλο τον Σεπτέμβριο του 2013 μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Σήμερα καλείται να παίξει τον ρόλο του ενεργού παρατηρητή στις διαδικασίες που θα ακολουθηθούν από αύριο. Αλλά οι εγκληματικές οργανώσεις, είτε τύπου μαφίας είτε ναζιστικές, δεν αντιμετωπίζονται με τα δικά τους μέσα, αλλά (και) στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Άλλωστε, έχουμε σχετική πικρή ιστορική εμπειρία. Μετά την Κατοχή ήταν το παλλαϊκό δημοκρατικό κίνημα που οδήγησε τους ελάχιστους δωσιλόγους στο εδώλιο. Και αν οι δίκες που ξεκίνησαν τότε κατέληξαν σε φιάσκο, αυτό οφείλεται και πάλι στην άγρια καταστολή που ξεκίνησε από το Δεκέμβρη του 1944 και κατέληξε στον Εμφύλιο. Αλλά και μετά τη δικτατορία δεν υπήρχε καμιά πρόθεση της πρώτης μεταπολιτευτικής κυβέρνησης να οδηγήσει στο δικαστήριο τους υπεύθυνους του πραξικοπήματος. Και όταν υποχρεώθηκαν να το κάνουν, πάλι κάτω από το μυριόστομο «Δώστε τη χούντα στο λαό» του δημοκρατικού κινήματος, βρέθηκε ένα νομικό τέχνασμα, ο «στιγμιαίος» χαρακτήρας του πραξικοπήματος, προκειμένου να περιοριστεί το αξιόποινο στους «πρωταιτίους».
Συνεχιστές, ομοϊδεάτες και θαυμαστές αυτών των δωσιλόγων και των χουντικών είναι οι πρωτεργάτες της Χρυσής Αυγής. Και ελπίζουν ότι θα έχουν την τύχη εκείνων. Ότι θα ευνοηθούν, δηλαδή, από μια πολιτική εξέλιξη που θα τους φέρει και πάλι στον αφρό και θα τους απαλλάξει από τα εγκλήματά τους. Το να αποτραπεί αυτή η εξέλιξη δεν είναι καθόλου υπόθεση του δικαστηρίου. Αυτό είναι πράγματι πολιτικό ζήτημα, το οποίο οφείλει να αντιμετωπίσει το αντιφασιστικό κίνημα αλλά, πρώτα απ' όλα, και η κυβέρνηση της Αριστεράς.
*Ο Δημήτρης Ψαρράς είναι δημοσιογράφος, μέλος της δημοσιογραφικής ερευνητικής ομάδας «Ο Ιός» και συγγραφέας του βιβλίου «Η Μαύρη Βίβλος της Χρυσής Αυγής» (εκδ. Πόλις).
Εργαλεία της μαχόμενης δημοκρατίας
της Βασιλικης Γεωργιαδου
Η παραπομή σε δίκη εβδομήντα μελών της Χρυσής Αυγής (ΧΑ), μεταξύ αυτών του αρχηγού, στελεχών και της πρώην κοινοβουλευτικής ομάδας της, αποτελεί γεγονός μεγάλης σπουδαιότητας που προστίθεται σε εκείνα που χρησιμοποίησαν μεταπολεμικές δημοκρατίες προκειμένου να αυτοθωρακιστούν απέναντι στους υπονομευτές τους. Παρότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν διαθέτει γνωρίσματα μιας κατά Κ. Λεβενστάιν (K. Loewenstein) «μαχόμενης δημοκρατίας» (militant democracy), εργαλεία αυτού του ιδεότυπου τυγχάνουν ευρύτερης εφαρμογής σε επίπεδο κρατών και της ΕΕ. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι το 2004 η καταδίκη του ακροδεξιού κόμματος Vlaams Blok στο Βέλγιο, λόγω παραβίασης του αντιρατσιστικού νόμου, οδήγησε στη διακοπή της κρατικής χρηματοδότησης και τον αποκλεισμό του από τα ΜΜΕ, γεγονός που επέφερε τη διακοπή λειτουργίας του, παρότι δεν εμπόδισε την επανεμφάνισή του με ρετουσαρισμένες τις ρατσιστικές του αιχμές. Επίσης, τo 2000 oι κυρώσεις της ΕΕ εναντίον της Αυστρίας, εξαιτίας της συμμετοχής του ακροδεξιού FPÖ σε κυβέρνηση συνεργασίας με το χριστιανοδημοκρατικό ÖVP είχαν ως συνέπεια τον αποκλεισμό του Γ. Χάιντερ από την κυβέρνηση και την περιθωριοποίησή του στο κόμμα του, παρότι αυτό παρέμεινε εταίρος σε κυβερνήσεις υπό το ÖVP.
Εργαλεία της μαχόμενης δημοκρατίας ούτε τίθενται σε εφαρμογή απρόσκοπτα ούτε αποτελούν πανάκεια. Το ερώτημα πότε μια δημοκρατία παύει να ανέχεται τους υπονομευτές της δεν είναι εύκολο να απαντηθεί, παρότι υπάρχουν περιπτώσεις που μια ξεκάθαρη απάντηση μπορούσε να δοθεί νωρίτερα από ό,τι τελικώς συνέβη. Ο Γ. βαν Ντονσελάαρ (J. van Donselaar) δίνει μια απάντηση όσον αφορά το γιατί εργαλεία της μαχόμενης δημοκρατίας καθυστερούν να εφαρμοστούν. Τέτοια εργαλεία δεν κινητοποιούνται αν προηγουμένως δεν έχει λάβει χώρα ένα «συγκλονιστικά σοκαριστικό» γεγονός (όπως το πογκρόμ μεταναστών στη Γερμανία τη δεκαετία του 1990, που οδήγησε στο αίτημα της κυβέρνησης του Γκ. Σρέντερ για έναρξη της διαδικασίας απαγόρευσης του NPD, ή η εν ψυχρώ δολοφονία του Παύλου Φύσσα ύστερα από ένα εγκληματικό κρεσέντο της ΧΑ που οδήγησε στη δικαστική διερεύνηση).
Αλλά και η ύπαρξη ενός «συγκλονιστικά σοκαριστικού» γεγονότος μπορεί να μην προκαλέσει τη δημοκρατία να αναπτύξει μαχητική στάση απέναντι στους υπονομευτές της αν το οργανωτικό τους μέγεθος θεωρηθεί ανεπαρκές να μεταβάλλει τις πολιτικές ισορροπίες. Η περίπτωση της ΧΑ εμπίπτει εν γένει σε αυτή την περίπτωση, αν και η Πολιτεία βάσει των παραπάνω κριτηρίων μπορούσε να είχε αντιδράσει από το 2008, όταν η ΧΑ δρούσε ανοικτά ως militia ακολουθώντας την «αρχηγική» εντολή να επιβάλει «τάξη» και «φυλετική καθαρότητα» σε περιοχές του κέντρου της πρωτεύουσας ή, έστω, από το 2010, όταν η ΧΑ απόκτησε αντιπροσώπευση στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας παύοντας (και αριθμητικά) να αποτελεί «ασήμαντη» οργάνωση.
Η ποινική δίωξη της ΧΑ, οι αποκαλύψεις για τα πιστεύω και τη δράση της, μια βασική συναίνεση μεταξύ της πλειονότητας των πολιτικών δυνάμεων για την αντιμετώπισή της, είναι παράγοντες που συνέβαλαν να ανακοπεί η δυναμική της, όμως δεν περιόρισαν την εκλογική της επιρροή. Σε σημαντικό βαθμό η ΧΑ ψηφίζεται από εκλογείς που διαθέτουν εγγύτητα με τις αρχές και συμφωνία με τα μέσα εξτρεμιστικού ακτιβισμού της. Ας μην περιμένουμε η δίκη να κρίνει την τύχη της στην εκλογική αρένα, παρότι θα δημιουργήσει δεύτερες σκέψεις (όχι προς μονοσήμαντη κατεύθυνση) σε ψηφοφόρους (της). Η ΧΑ, εκτός από δικαστικά και ποινικά, πρέπει να αντιμετωπιστεί στα υπόλοιπα επίπεδα του κοινωνικού-πολιτικού συστήματος: η αποφόρτιση της πολιτικής πόλωσης, η αποδόμηση των εχθρικών εικόνων για τους παντοειδείς «Ξένους», η ουσιαστικοποίηση του πολιτικού λόγου, με παράλληλη υποχώρηση του εναντιωματικού λόγου, όλα όσα θα προσέδιδαν εμπιστοσύνη στο πολιτικό σύστημα θα ήταν μια καλή αρχή για την αποστέρηση της ΧΑ από αθέατα ισχυρά της ερείσματα.
Η Βασιλική Γεωργιάδου διδάσκει πολιτική επιστήμη στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.
Τα «αυτονόητα» και η σημασία τους
της Δεσποινας Παρασκευα-Βελουδογιαννη
Αν η δίκη του ηγετικού πυρήνα της Χρυσής Αυγής σηματοδοτεί μια νέα και κρίσιμη φάση στην πορεία της, πολύ περισσότερο ισχύει αυτό για το αντιφασιστικό κίνημα και την κοινωνία συνολικά. Υπό ένα τέτοιο πρίσμα οφείλουμε να δούμε τις εξελίξεις και του επόμενου διαστήματος, αν θέλουμε να προσεγγίζουμε το φαινόμενο του νεοναζισμού στη χώρα μας στα πολιτικά και ιδεολογικά συμφραζομένά του, στη διάσταση και στο βάθος που του αντιστοιχεί.
Η παραπομπή σε δίκη αποτέλεσε αυτή καθαυτήν τεράστιο βήμα· κι όμως δεν ήταν παρά μια αυτονόητη εξέλιξη που όφειλε να είχε πραγματοποιηθεί χρόνια πριν. Να όμως που τα «αυτονόητα» δεν είναι και τόσο αυτονόητα, όταν πρόκειται για πολιτική.
Ακριβώς γι' αυτό δεν αντιστοιχεί σήμερα να εναποθέτουμε τις προσδοκίες μας σε ένα «δημοκρατικό τόξο» ενάντια στον φασισμό. Αν τα μάτια των πολιτικών και της δικαιοσύνης άνοιξαν μετά τον Παύλο Φύσσα, ενώ παρέμεναν κλειστά μπροστά στον Σαχζάτ Λουκμάν, στους Αιγύπτιους αλιεργάτες, στα μέλη του ΚΚΕ στο Πέραμα και σε δεκάδες άλλα εγκλήματα, μόνο με έναν τρόπο θα μπορέσουν να παραμείνουν ανοιχτά και κατά τη διάρκεια της δίκης: μέσα από την πολιτική και κοινωνική πίεση που το ίδιο το κίνημα χρειάζεται να δημιουργήσει, στην προσπάθειά του να πληροφορήσει, να πολιτικοποιήσει και να κοινωνικοποιήσει μια διαδικασία που οφείλει να είναι ανοιχτή σε όλη την κοινωνία, γιατί είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας.
Αλλά αν είναι εσφαλμένη η εναπόθεση των ελπίδων σε μια θεσμική διαχείριση και μόνο, εξίσου εσφαλμένη είναι και η υποτίμηση των πυροδοτημένων από το ίδιο το κίνημα θεσμικών διαδικασιών.
Ναι, η καταδίκη των ηθικών και των φυσικών αυτουργών για όλα τα εγκλήματά τους θα είναι μια νίκη του αυτονόητου που τόσο πολύ έχουμε ανάγκη. Και όχι μόνο αυτό: θα αποτελέσει δικαίωση για όλα τα θύματα της ναζιστικής οργάνωσης που μέχρι σήμερα παρέμεναν «αόρατα», αλλά και θα λειτουργήσει ως τροχοπέδη στη δράση όλων των επίδοξων μελών και προαλειφόμενων δολοφόνων της συμμορίας.
Δύσκολα, ωστόσο, θα μπορέσει να εγγυηθεί την ιδεολογική μεταστροφή εκείνου του έξι και κάτι τοις εκατό, που εδώ και τρία χρόνια αποτελεί τον σταθερό εκλογικό πυρήνα της Χρυσής Αυγής και μάλλον αποτυπώνει επαρκώς το ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας που βρίσκεται σε ιδεολογικοπολιτική συμφωνία με τον ναζισμό ή, έστω, θέλγεται από την ακροδεξιά ρητορική και τη φασιστική πρακτική.
Γι' αυτό έχουμε ανάγκη από τον ιδεολογικό αγώνα αλλά και τη σύμπραξή του με τον πολιτικό· ειδικά σε αυτή την περίοδο, που η Χρυσή Αυγή, δημοσίως, μετατρέπει τις «λόγχες των πεζοδρομίων» σε «νόμο και τάξη» του (αντιμνημονιακού) Κοινοβουλίου, παριστάνοντας το θύμα πολιτικής συνωμοσίας, την ίδια στιγμή --ακόμα και αυτή τη στιγμή-- που, στον δρόμο, δεν σταματάει τις επιθέσεις. Έχουμε ανάγκη να καταδειχτεί ο πολιτικός ρόλος της, δίπλα στους εργοδότες και στους εφοπλιστές, αλλά και να απαλειφθούν σήμερα οι συνθήκες που συνέβαλαν στη γιγάντωση του φαινομένου: η ανέχεια, η αίσθηση της ταπείνωσης, η ανεργία, η απουσία κοινωνικών δομών πρόνοιας, η απονέκρωση των δημοκρατικών θεσμών, η νομιμοποίηση του κοινωνικού δαρβινισμού, η απουσία προοπτικής ή η διαρκής ματαίωσή της.
Η διαμόρφωση πολιτικών συνθηκών πιο κοντινών στις ανάγκες τις κοινωνικής πλειονότητας, όμως, δεν θα λύσει το πρόβλημα του φασισμού από μόνη της. Όχι μονάχα γιατί η πολιτική αλλαγή δεν εγγυάται απαραίτητα και την ιδεολογική μετατόπιση, αλλά κυρίως γιατί οι ρίζες του φασισμού είναι πιο βαθιές και αγγίζουν ένα άλλο «αυτονόητο»: αυτό των βαθιά ενσταλλαγμένων ιδεολογικών παραστάσεων και καθημερινών πρακτικών: τον ρατσισμό, τον αντισημιτισμό, την ξενοφοβία, τον εθνικισμό, τον σεξισμό. Θα δώσει όμως τις υλικές συνθήκες που είναι απαραίτητες για να πατήσουμε και να χτίσουμε νέα μονοπάτια στον αγώνα για ισότητα και ελευθερία.
Η Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη είναι φιλόλογος και απόφοιτη του μεταπτυχιακού προγράμματος «Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία» (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Παν. Αθηνών). Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει, από τις εκδόσεις νήσος η μελέτη της «Ο Εχθρός, το Αίμα, ο Τιμωρός. Αναλύοντας δεκατρείς λόγους του "Αρχηγού" της Χρυσής Αυγής» (επεξεργασμένη μορφή της μεταπτυχιακής της εργασίας.
Προπάντων δίκη των ηθικών αυτουργών
του Γιαννη Η. Χαρη
Φτάσαμε επιτέλους στη μεγάλη δίκη. Τη δίκη των Χρυσαυγιτών εγκληματιών, λέω, ξέροντας πως θα με περιλάβουν καν και καν δημοσιολόγοι, και φευ όχι μόνο Τζήμεροι και Βαλιανάτοι, ότι δεν αναγνωρίζω το τεκμήριο αθωότητας…
Τι περιμένουμε από τη δίκη αυτή; Καταρχήν, εννοείται, την όσο πιο βαριά καταδίκη των αυτουργών των όσων εγκλημάτων περιλαμβάνονται στη δικογραφία.
Και τι δεν περιμένουμε; Ότι θα ιδρώσει το αφτί των κοντά 400.000 ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής και των υπερπολλαπλάσιων που δεν δίνουν την ψήφο τους στη ΧΑ, για λόγους νομής εξουσίας λ.χ., της έχουν όμως δοσμένη, κρυφά ή και φανερά, την ψυχή τους. Με άλλα λόγια, δεν περιμένουμε, ακόμα κι αν απαγορευτεί η εγκληματική οργάνωση, πως θα εκλείψει ο χρυσαυγιτισμός, σαν ιδεολογία πια διάχυτη σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, σαν κοινωνική πια στάση και συμπεριφορά.
Τότε; Μια τρύπα στο νερό; Όχι. Ένα βασικό που περιμένουμε είναι να έχουμε στα χέρια μας ένα κάποιο μέτρο της ευθύνης όχι τόσο αυτών που τους ξέραμε από πριν πως είναι εγκληματίες αλλά αυτών που επίσης γνώριζαν και όμως στήριζαν, προωθούσαν και ξέπλεναν. Μεθοδικά και «επιστημονικά». Των ηθικών αυτουργών δηλαδή. Στη δίκη των οποίων --την ηθική δίκη, εννοείται-- πρέπει να προσβλέπουμε, μάλλον τη δίκη των οποίων οφείλουμε να αναλάβουμε. Μεθοδικά και επιστημονικά, χωρίς εισαγωγικά.
Πρώτα οφείλουμε να δούμε ότι ο χρυσαυγιτισμός άνθησε σε μια έτοιμη να τον δεχτεί κοινωνία, χάρη σ' αυτούς που ετοίμασαν την κοινωνία από προνομιακές θέσεις, π.χ. τα ΜΜΕ, να δούμε παραπέρα τον χρυσαυγιτισμό σαν γενικότερα ιδεολογικό τραμπουκισμό, αυτόν που επίσης καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται από προνομιακές θέσεις, πάλι τα ΜΜΕ.
Και τότε πάμε πολύ πίσω από τα μεγαλοπλυντήρια, Πρετεντέρη, Πορτοσάλτε, Μπάμπη Παπαδημητρίου, Στέφανο Κασιμάτη, Μπογδάνο, Σταύρο Θεοδωράκη, Παπαχελά κ.ά., πίσω και από τα τάχα μικρότερα πλυντήρια, που ωστόσο έχουν αμεσότερη πρόσβαση και διείσδυση στο κοινωνικό σώμα, από Αρναούτογλου ώς τα κορίτσια των μεσημεριανάδικων, πάμε σε όσους καλλιεργούν τη βαθύτερη ουσία, το DNA θα έλεγα, του χρυσαυγιτισμού, τον τραμπουκισμό στον δημόσιο λόγο, με πρωθιερείς Πάγκαλο, Ψαριανό, Άδωνη, Χειμωνά, και βετεράνο πια, καθηγήτρια του είδους, τη Λιάνα Κανέλλη.
Κυρίως όμως να σταθούμε στους αμεσότερα υπεύθυνους, πολιτικούς και κόμματα, ιδίως το ΠΑΣΟΚ, αφού τα πρώτα νομιμοποιητικά έγγραφα της Χρυσής Αυγής ήταν ο πολιτικός εξαγνισμός του ακροδεξιού Λάος, που αφού το τάισε και το πότισε το έστω κατ' όνομα σοσιαλιστικό κόμμα, για μικρο(;)πολιτικές του σκοπιμότητες, το κλάδεμα της βάσης της Νέας Δημοκρατίας, το πήρε αγκαλιά και το ανέβασε στην κυβερνητική καρέκλα. Έπειτα ήρθε η περιβόητη θεωρία των δύο άκρων, υπερόπλο στην αντισυριζαϊκή φαρέτρα, λίπασμα ωστόσο και εξιλαστήριος αγιασμός για τη Χρυσή Αυγή.
Τι μένει τότε απέξω απ' αυτόν τον τεράστιο κύκλο της ηθικής αυτουργίας;
Δύσκολη απάντηση, αν σκεφτώ και την ευθύνη τη δική μας, της Αριστεράς, που λίγο πατερναλιστικά λίγο λαϊκιστικά χαϊδεύαμε πάντα τους αγανακτισμένους πολίτες και τους «αφελείς» τάχα ψηφοφόρους, χωρίς να τους αποδίδουμε πλήρως τις ευθύνες που όταν μας συμφέρει έχουν σαν «σοφός λαός», από φόβο πως θα τους στείλουμε, λέει, δώρο στη Χρυσή Αυγή… Τα αποτελέσματα όχι μόνο μας διαψεύδουν αλλά και μας χλευάζουν πανηγυρικά.
Ανάγκη πάσα λοιπόν να αναλάβουμε επειγόντως τη δίκη των ηθικών αυτουργών, του καθενός ανάλογα με το κομμάτι ευθύνη που του/μας ανήκει.
Ο Γιάννης Η. Χάρης είναι συγγραφέας και μεταφραστής.
Ο φαύλος κύκλος της «αγανάκτησης»
της Ιωαννας Δροσου
Ήταν το 2010, λίγο πριν τις δημοτικές εκλογές, όταν όλα τα κυρίαρχα ΜΜΕ εμφάνιζαν «αγανακτισμένους κατοίκους» στα τηλεοπτικά παράθυρα να εκφράζουν τον φόβο τους για τη ζωή και την περιουσία τους. Παράλληλα, βλέπαμε εικόνες από μετανάστες στην Ομόνοια, την Αττική, τον Άγιο Παντελεήμονα. Τότε γινόντουσαν αμέτρητες τηλεσυζητήσεις για το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη και πώς η αστυνόμευση θα το ενισχύσει. Λίγους μήνες αργότερα, αυτοί οι «αγανακτισμένοι πολίτες», απόλυτα εξαγνισμένοι από τα ΜΜΕ, πρωταγωνίστησαν στα πογκρόμ στο κέντρο της Αθήνας. Λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκαν υποψήφιοι με τη Χρυσή Αυγή, με ορισμένους, μάλιστα, να εκλέγονται βουλευτές ή δημοτικοί/διαμερισματικοί σύμβουλοι. Οι ίδιοι, από αύριο, θα κάθονται στο εδώλιο με την κατηγορία της ίδρυσης και συμμετοχής στην εγκληματική οργάνωση «Χρυσή Αυγή».
Ήταν τον Σεπτέμβρη του 2013, ύστερα από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όταν τα κυρίαρχα ΜΜΕ δημοσιοποιούσαν τις υπόλοιπες δολοφονικές/ρατσιστικές επιθέσεις μελών της Χρυσής Αυγής, έκαναν λόγο για τον φασισμό που κλιμακώνεται στη χώρα μας και έκλεισαν τα μικρόφωνα στους πρώην «αγανακτισμένους» και νυν «φασίστες». Για πρώτη φορά, με ελάχιστες εξαιρέσεις στο παρελθόν, δόθηκε μαζικά ο λόγος στις μεταναστευτικές κοινότητες και τις αντιρατσιστικές οργανώσεις, αυτή τη φορά με φόντο τις συλλήψεις και προφυλακίσεις.
Αύριο ξεκινά η δίκη της Χρυσής Αυγής, με το Υπουργείο Δικαιοσύνης να δηλώνει πως διαπίστευση έχουν ζητήσει εκατοντάδες δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο. Την ίδια στιγμή, στα περίπτερα, όπως και στα τηλεπαράθυρα, βλέπουμε βαρύγδουπους τίτλους: «Απόβαση μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας», «Κόκκινος συναγερμός για τους μετανάστες», «Καραβιές με μετανάστες στον Πειραιά», «Διχάζουν υπουργείο-δήμο οι μετανάστες που λιάζονται», «Τσουνάμι παράνομων μεταναστών». Στα ρεπορτάζ εμφανίζονται νέοι «αγανακτισμένοι κάτοικοι», οι οποίοι εκφράζουν τον φόβο τους για τη ζωή και την περιουσία τους. Και τα δημοσιογραφικά ερωτήματα πέφτουν κατά ριπάς: «Φοβάστε;», «Κυκλοφορείτε μόνοι σας;», «Μέχρι ποια ώρα βγαίνετε το βράδυ;», «Τι φοράτε;», «Φοβάστε τις ασθένειες από τους λαθρομετανάστες;», «Χρειάζεστε την αστυνομία;», «Πιστεύετε ότι πρέπει να μπει φρένο στις εισροές λαθρομεταναστών;»
Αύριο ξεκινά η δίκη της οργάνωσης που έθρεψε το μίσος σε ό,τι διαφέρει. Όμως, τον φόβο γέννησαν, αρχικά, κυρίως τα ΜΜΕ, εξευγενίζοντας τον φασισμό, δικαιολογώντας τη βία και μεταδίδοντας τις ιδέες αυτών που αύριο δικάζονται. Και πάλι σήμερα τα κυρίαρχα ΜΜΕ έχουν διαλέξει τον ίδιο δρόμο: της τρομοκράτησης, της μισαλλοδοξίας, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Η ενδεχόμενη καταδίκη της Χρυσής Αυγής δεν θα λύσει τα παραπάνω ζητήματα. Το αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό κίνημα, ίσως, έχει επαναπαυτεί, αναμένοντας τη δικαστική καταδίκη. Όμως, τώρα χρειάζεται να αντιδράσουμε και αυτό δεν μπορεί να γίνει με συνθήματα τύπου «Τσακίστε τους φασίστες σε κάθε γειτονιά», «Στη φυλακή για πάντα οι δολοφόνοι νεοναζί της Χρυσής Αυγής» ή «Να σαπίσουν στη φυλακή οι φασίστες». Το μίσος τρέφεται από το μίσος.
Η καταδίκη της Χρυσής Αυγής θα είναι σαφώς μια νίκη και του κινήματος, όμως δεν θα σημάνει το τέλος του φασισμού. Αυτό χρειάζεται δουλειά μυρμηγκιού σε κάθε γειτονιά, σε κάθε χώρο εργασίας, σε κάθε σπίτι. Διαφορετικά θα συνεχιστεί ο φαύλος κύκλος της αγανάκτησης, που καταλήγει σε πογκρόμ. Άλλωστε, η Χρυσή Αυγή δεν είναι ο μοναδικός υμνητής του φασισμού…
Η Ιωάννα Δρόσου είναι υποψήφια δρ εγκληματολογίας και δημοσιογράφος στην εφ. «Η Εποχή».
Η δίκη και ο αντιφασισμός της Αριστεράς
του Θαναση Κουρκουλα
Η δίκη της Χρυσής Αυγής δεν αφορά μόνο κάποια από τα εγκλήματα της Χ.Α. αλλά το σύνολο της εγκληματικής δράσης της, με κατηγορούμενη συνολικά την ηγεσία της. Η υπόθεση έχει κεντρικό πολιτικό χαρακτήρα, στην Ελλάδα και διεθνώς. Η έκβαση της δίκης, σε συνδυασμό με το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα που θα συνοδεύσει την πορεία της κυβέρνησης θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το αν οι έλληνες νεοναζί θα δεχθούν ένα σοβαρό πλήγμα στη δυνατότητά τους να στρατολογούν νέους στα δολοφονικά Τάγματα Εφόδου τους και να εμφανίζονται ως «αντισυστημικοί» τιμητές του πολιτικού κατεστημένου. Το αν μέσα από αυτή τη δίκη θα αποδυναμωθεί ή θα ξαναγεννηθεί από τις στάχτες της η δολοφονική δράση του ελληνικού φασισμού, που αντλεί τη δύναμή του από τη διείσδυσή του στον κρατικό μηχανισμό και την βοήθεια τμημάτων του κεφαλαίου. Για να καταδικαστεί η ηγεσία των νεοναζί από το δικαστήριο (και όχι μόνο ο Ρουπακιάς, ο Πατέλης η Σκορδέλη και το κακό συναπάντημα μικρομεσαίων μαχαιροβγαλτών), πέρα από τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, παίζει καθοριστικό ρόλο το κλίμα που θα επικρατεί στην κοινωνία όσον αφορά τη δίκη. Αντίστοιχοι λόγοι κοινωνικής και πολιτικής κατακραυγής που καταδίκασαν σε ισόβια τους πρωταίτιους της απριλιανής χούντας μπορούν να καταδικάσουν τώρα το Μιχαλολιάκο και το ναζιστικό ηγετικό συνάφι. Αντίθετα, αν κυριαρχήσει μια στάση αδιαφορίας για την έκβαση της δίκης και ανατεθούν τα πάντα στους ώμους της δικαιοσύνης, τα πράγματα δεν είναι καθόλου δεδομένα, ασχέτως των προθέσεων των δικαστών.
Με τις κινητοποιήσεις την ημέρα έναρξης της δίκης, το αντιφασιστικό κίνημα ξαναπιάνει το νήμα της αντιφασιστικής ανάτασης των ημερών που ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Του κινήματος που ανάγκασε Δένδια και εισαγγελείς να ξεθάψουν από το συρτάρι 32 υποθέσεις με κατηγορούμενους Χρυσαυγίτες και να οδηγήσουν στη δίωξη περί εγκληματικής οργάνωσης. Αντίστοιχη χρειάζεται να είναι η συνέχεια εντός και εκτός δικαστηρίου: με παρουσία αντιφασιστών στο δικαστήριο, με τοπικές και κεντρικές εκδηλώσεις σε πόλεις και γειτονιές, που να ενημερώνουν τον κόσμο και να ζητούν από τις τοπικές κοινωνίες να πάρουν θέση. Επιπλέον, πρωτοβουλίες όπως το Παρατηρητήριο της Δίκης της ΧΑ που θα δημοσιοποιεί και θα αναλύει καθημερινά τα τεκταινόμενα εντός της δικαστικής αίθουσας είναι εξαιρετικής σημασίας, ώστε να μην μονοπωλείται η ενημέρωση για τη δίκη από τα γνωστά μεγάλα ΜΜΕ και να μην υπόκειται αποκλειστικά στα φίλτρα των καναλαρχών.
Το ίδιο σημαντική είναι η καθαρή τοποθέτηση όλων των τμημάτων της Αριστεράς απέναντι στο διακύβευμα αυτής της δίκης. Απόψεις περί αποστάσεων που χρειάζεται να τηρηθούν προκειμένου να μην κατηγορηθεί η Αριστερά για «απόπειρα πολιτικής εκμετάλλευσης της δίκης», «εξωθεσμικής παρέμβασης στη δικαιοσύνη» κ.λπ. εάν επικρατήσουν, μπορεί να αποδειχθούν καταστροφικές. Η Αριστερά πρέπει να δηλώσει δυνατά και καθαρά την επιθυμία της να αποδοθεί δικαιοσύνη στα θύματα του φασισμού με την καταδίκη των μαχαιροβγαλτών των Ταγμάτων Εφόδου και των καθοδηγητών τους. Να έχει παρουσία στο δικαστήριο, με μάρτυρες κατηγορίας, βουλευτές, κόσμο που δεν θα αφήσει την δίκη να διεξαχθεί σε περιβάλλον τοπικής γιάφκας της Χρυσής Αυγής. Αντίστοιχα, η κυβέρνηση διά των αρμόδιων υπουργείων πρέπει να εγγυηθεί μια κανονική δίκη.
Τέλος, χρειάζεται να αναστραφεί μια τάση υποτίμησης της δίκης στη βάση της αντίληψης πως το δικαστήριο είναι «ξένο γήπεδο», σε ένα στημένο παιχνίδι από το οποίο η φιλοξενούμενη ομάδα πρέπει να απέχει. Όταν απέχεις από τον αγώνα, συνήθως χάνεις το ματς στα χαρτιά. Στην περίπτωση της δίκης της Χρυσής Αυγής μια τέτοια εξέλιξη θα είχε πολύ σοβαρές συνέπειες για τις εξωδικαστικές αντιφασιστικές υποχρεώσεις της επόμενης μέρας.
Η δαιμονοποίηση της διαφορετικότητας
του Αντωνη Σιγαλα
Τον Οκτώβριο του 2012 μπροστά από το θέατρο Χυτήριο, σοκαρισμένοι παρακολουθήσαμε το βουλευτή H. Παναγιώταρο να αποκαλεί τους ηθοποιούς της παράστασης Corpus Cristi «γαμημένες αλβανικές κωλοτρυπίδες». Είχαν προηγηθεί το χαστούκι στην Κανέλλη και το ρίξιμο του νερού στη Δούρου σε απευθείας σύνδεση, οι νυχτερινές επιθέσεις σε σπίτια μεταναστών στον Άγιο Παντελεήμονα, η επίθεση στους ψαράδες του Περάματος. Ακολούθησαν πολλά άλλα, όπως η δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όλα εκτελεσμένα από τάγματα εφόδου που δρούσαν με στρατιωτική οργάνωση και δομή.
Μέχρι την επίθεση στο Χυτήριο είχαμε μια σειρά επιθέσεων εναντίον ΛΟΑΤ ατόμων. Ξεκίνησαν μια νύχτα του Αυγούστου στο Ζάππειο, και συνεχίστηκαν με επιθέσεις εναντίον μεμονωμένων ΛΟΑΤ ατόμων, σε χώρους όπου η ΛΟΑΤ κοινότητα συχνάζει για διασκέδαση ή ψυχαγωγία. Η επίθεση στο Χυτήριο σηματοδότησε τη σύνδεση όλων αυτών με την ιδεολογική ταυτότητα της Χρυσής Αυγής. Ένα προβεβλημένο στέλεχός της, βουλευτής, αποκαλούσε τους ηθοποιούς με μια ακραία ομοφοβική έκφραση, ταυτίζοντας τους ομοφυλόφιλους με έναν κοινωνικό εξοβελισμό.
Οι επιθέσεις εναντίον ΛΟΑΤ ατόμων συνεχίστηκαν. Έχουμε αναφορές για επιθέσεις στο δρόμο, στο μετρό, στο Γκάζι, στη Θεσσαλονίκη. Η πιο σημαντική ίσως επίθεση είναι αυτή που δέχτηκε ο ελληνικής καταγωγής Σουηδός πρώην βουλευτής Τάσος Σταφυλίδης, μια νύχτα του Απριλίου του 2013. Μια παρέα ατόμων με μαύρα ρούχα τον πλησίασε και χτύπησε αυτόν και τον φίλο του, με σκοπό όχι να τους κλέψουν, αφού δεν τους πήραν τίποτα, αλλά να τους χτυπήσουν λόγω της σεξουαλικής τους ταυτότητας.
Σήμερα, μπροστά στη δίκη της Χρυσής Αυγής που αρχίζει τις επόμενες μέρες, είναι σημαντικό να θυμηθούμε αυτά τα γεγονότα. Η οργάνωση, από την πρώτη στιγμή που έκανε την εμφάνισή της, στόχευε στη δαιμονοποίηση της διαφορετικότητας, αδιάφορο αν αυτή είχε τα χαρακτηριστικά της σεξουαλικής ταυτότητας, του χρώματος του δέρματος, της διαφορετικής θρησκείας (αν και είχε μια… αδυναμία στη δαιμονοποίηση των μουσουλμάνων), της ιδιαιτερότητας γενικώς. Τα ιδεολογικά της χαρακτηριστικά δίνουν μεγάλη έμφαση στη σωματική ρώμη και την καθαρότητα του αίματος και οτιδήποτε πέρα από αυτά πρέπει να εξολοθρεύεται για να προστατευτούν οι υπόλοιποι.
Εβδομήντα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την ήττα και την καταδίκη του ναζισμού και των εγκλημάτων του στα ποινικά δικαστήρια αλλά και στη συνείδηση των λαών, η ύπαρξη και λειτουργία ενός νεοναζιστικού κόμματος και η ανοχή της πολιτείας είναι όνειδος για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη. Είναι σημαντικό, γι' αυτό τον λόγο, η δίκη να φωτίσει τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της οργάνωσης· τα γεγονότα που ανέφερα παραπάνω δίνουν μια σημαντική βοήθεια. Η ενδεχόμενη καταδίκη των μελών και των αρχηγών της οργάνωσης πρέπει να οδηγήσει πέρα από την παύση της δράσης των Ταγμάτων Εφόδου (πράγμα που το ζήσαμε, αφού από την ημέρα της σύλληψης των αρχηγών της τα Τάγματα Εφόδου έχουν συρρικνωθεί και οι επιθέσεις έχουν μειωθεί σημαντικά), στην αποκάλυψη του σχεδίου υφαρπαγής της εξουσίας από τη νεοναζιστική οργάνωση και την εφαρμογή του στην πλάτη του λαού.
Η καταδίκη, όμως, δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τελειώσαμε με τον φασισμό. Ο φασισμός γεννιέται μέσα από ταξικές αντιθέσεις και κοινωνική αντίδραση, σαν αυτή που είχαμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα του Μνημονίου. Η αλλαγή των συνθηκών διαβίωσης του λαού, ο εκδημοκρατισμός σε βασικά κομμάτια της δημόσιας ζωής, στα σώματα ασφαλείας και στο στράτευμα, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων απαρέγκλιτα και για όλους, είναι τομείς που θα σημάνουν μια ουσιαστική αλλαγή. Μια αλλαγή, για την εμπέδωση της δημοκρατίας, στον αντίποδα του φασισμού.
Ο Αντώνης Σιγάλας είναι ΛΟΑΤ ακτιβιστής και λυρικός τραγουδιστής.
Να μην είναι δυνατόν
του Μακη Κουζελη
Στη σκηνή αυτής της δίκης οι κατηγορούμενοι εκπροσωπούν πολλά πράγματα και υποδύονται εξίσου πολλά. Πρόκειται για τη ιστορικά οικεία παρέλαση της ναζιστικής συμμορίας. Είναι άτομα -- πρόσωπα και γελοία και απειλητικά. Είναι λόγια και τρόποι -- κουβέντες και τετριμμένες και ασύλληπτης βαρβαρότητας. Είναι δίκτυα, παρακράτος και κόμμα -- και συναθροίσεις χαϊλχιτλερικής μίμησης ψευδοεξεργεμένων εφήβων και συνωμοτικά οργανωμένος σχεδιασμός δολοφονικών επιθέσεων.
Είναι πολλά και παριστάνουν άλλα τόσα. Πλάι στις εικόνες διωγμών και εκτελέσεων που τους εμπνέουν ως οράματα, με την ίδια ευκολία πλάθουν και τις εικόνες του απλώς τολμηρότερου μάγκα, του γνήσια απηυδισμένου από την υποκρισία των πολιτικών και των αστών, της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, των διαφωνούντων που ασκούν τα δικαιώματά τους και φροντίζουν για εκείνα των ομοφύλων συμπολιτών τους. Αυτό που παριστάνουν πως είναι αποτελεί μέρος αυτού που είναι, του σκηνικού που απαιτεί το είδος του λόγου και των πρακτικών τους. Ούτε αυτό είναι αθώο, όπως δεν είναι και τυχαίο. Η αισθητική της ναζιστικής πολιτικής μοιάζει πρωτόγονη αλλά είναι υπολογισμένης απόδοσης -- ακόμα και όταν «απλώς» παριστάνει.
Όλα όσα εκπροσωπούν κι όλα όσα υποδύονται οι κατηγορούμενοι εντάσσονται στο φάσμα της ναζιστικής απειλής, φάσμα ευρύτατο και συμπαγές. Και η απειλή είναι ενιαία. Δεν μπορεί η πολιτεία να ξεριζώσει την εγκληματική συμμορία χωρίς να αγγίξει την κομματικά οργανωμένη υπονόμευση, δεν μπορεί η κοινωνία να καταδικάσει τους δολοφόνους χωρίς να εξουδετερώσει τον λόγο που τους οπλίζει. Η δημοκρατία και οι δημοκράτες έχουν την ευθύνη ολικής καταπολέμησης του ναζιστικού φάσματος, χωρίς καμιά έκπτωση ή υποχώρηση. Δεν υπάρχουν όψεις του που να είναι δυνάμει «ενσωματώσιμες» -- κάποια πλευρά του που να μπορεί να χαλιναγωγηθεί κοινουβουλευτικά σαν «απλώς» ακροδεξιά.
Κι αλοίμονο αν (ξανα)κάνουμε το λάθος να βλέπουμε μόνο τη φαινομενικά «γραφική» πλευρά του, εκείνη του αγροίκου γελοτοποιού που του αναθέσανε, υποτίθεται, να αποστρέφει το βλέμμα μας από τον καπιταλιστικό πυρήνα. Μέρος των οπαδών του μπορεί βεβαίως να ματακινηθεί, να συντονιστεί με λόγους ακόμα και αυθεντικής κοινωνικής αμφισβήτησης, αλλά κι αυτό προϋποθέτει την πλήρη αδρανοποίηση, την κυριολεκτικά πλήρη αποδόμηση του ναζιστικού λόγου και των πρακτικών του.
Με δίκη; Ναι, και με τη νομική καταδίκη, που η δημοκρατική της πλαισίωση την νοηματοδοτεί ως καταδίκη εγκλημάτων και δολοφόνων, αυτουργών και εγκλήσεων, πράξεων και λόγων ― καθώς, το ξαναλέω, η ναζιστική απειλή είναι ενιαία.
Και βέβαια, δημοκρατική πλαισίωση μιας τέτοιας διαδικασίας, δεν σημαίνει παρά ένταξη του αγώνα που δίνεται για την πλήρη και καθαρή καταδίκη (εννοώ πως είναι ο ναζισμός ως ναζισμός που πρέπει να καταδικαστεί) σε μια συνολική πρακτική στάση: στάση ασυμβίβαστου αποκλεισμού κάθε έκφανσης φασιστικού λόγου. Η κοινωνικά γενικεύσιμη αρχή μπορεί να συνοψιστεί στη φράση του τίτλου: να μην είναι δυνατόν να αρθρώνεται τέτοιος λόγος, η κοινωνία να μην το ανέχεται -- και θεσμικά. Κι αυτό σημαίνει να μην το ανέχεται και στα μικρά, τα δήθεν αθώα, τα δήθεν αστεία, τα καθημερινά.
Την εκφυλισμένη αυτή μορφή αναπτυγμένου καπιταλισμού την έχει ζήσει η ανθρωπότητα, την έχει ζήσει η Ευρώπη, την έχει υποστεί η Ελλάδα. Κι επομένως ξέρουμε πως δεν είναι δυνατόν να ανεχόμαστε τη δράση της, την προετοιμασία εφαρμογής του σχεδίου αφανισμού της δημοκρατίας, των δικαιωμάτων, της ελευθερίας, της πολιτικής ζωής αλλά και της απλής ζωής, του βίου μας.
Ο Μάκης Κουζέλης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.