ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΛΙΓΓΩΝΗΣ
Σαν... ουδέτερος παρατηρητής παρέστη στη σύνοδο των κεντροδεξιών κομμάτων της Ε.Ε. χθες ο Αντ. Σαμαράς, ο οποίος, επί της ουσίας, κάλεσε την κυβέρνηση να σταματήσει τη διαπραγμάτευση και να τηρήσει το... Μνημόνιο, τονίζοντας ότι "η χώρα βουλιάζει στην αβεβαιότητα".
Ο τέως πρωθυπουργός, στις δηλώσεις του πριν και μετά τη Σύνοδο του ΕΛΚ, δεν βρήκε ούτε μία κουβέντα στήριξης για την κυβέρνηση. Το μόνο που στήριξε ο Αντ. Σαμαράς ήταν τα δικά του "επιτεύγματα", αφού υπογράμμισε πως "η χώρα βουλιάζει στην αβεβαιότητα" και πως "ό,τι κατάφερε η Ελλάδα μέσα σε δυόμισι χρόνια, να βγούμε σε πλεονάσματα και να βγούμε στην ανάπτυξη, τώρα κινδυνεύουν να χαθούν". "Χάνεται χρόνος σε συζητήσεις που αφορούν 'επικοινωνιακή διαχείριση' κι όχι στην πραγματικότητα της οικονομίας. Αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται. Ζήτησα να πέσουν οι τόνοι της ρητορικής απ' όλες τις πλευρές. Και να βρεθεί συμφωνία το ταχύτερο", τόνισε ο Αντ. Σαμαράς, απευθυνόμενος με ίσες αποστάσεις σε "όλες τις πλευρές", ως εάν ήταν ένας ουδέτερος και τρίτος παρατηρητής. Παράλληλα, ο κ. Σαμαράς υπογράμμισε ότι "θα στηρίξει την κυβέρνηση σε κάθε θετικό βήμα, αλλά θα σταθεί αντίθετος σε ό,τι θέτει σε κίνδυνο την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας", προτρέποντας, ουσιαστικά, την κυβέρνηση να τηρήσει το Μνημόνιο. "Ζήτησα να δουλέψουν όλοι για να βρεθεί καθαρή λύση και το ταχύτερο. Ο χρόνος που περνάει αυξάνει τον 'λογαριασμό' και μεγαλώνει τους κινδύνους. Θέσεις εργασίας χάνονται, έσοδα χάνονται, επενδύσεις χάνονται, ευκαιρίες χάνονται καθημερινά..." συνέχισε ο τέως πρωθυπουργός, επιμένοντας εμμέσως πλην σαφώς πως η κυβέρνηση πρέπει να σταματήσει τη διαπραγμάτευση: "Δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο, δεν υπάρχουν περιθώρια για αμφισημίες, ασάφειες και επικοινωνιακά παιχνίδια. Θα κάνω τα πάντα για να βγει η Ελλάδα από την κρίση και να μείνει στην Ευρώπη. Αυτή είναι η αποστολή μου, αυτό πιστεύω κι αυτό οφείλω να κάνω", κατέληξε ο κ. Σαμαράς.
Σημειωτέον ότι ο πρόεδρος της Ν.Δ. συναντήθηκε, στο περιθώριο της Συνόδου της ευρω-Δεξιάς, με τη Γερμανίδα καγκελάριο Αν. Μέρκελ, τον πρόεδρο της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ και τον Ισπανό πρωθυπουργό Μαρ. Ραχόι.