Του Γιάννη Σιώτου
Οι πολιτικοί έχουν πολλές αρετές. Η πιο σημαντική από αυτές είναι να «διαβάζουν το γήπεδο», να αντιλαμβάνονται γρηγορότερα απο όλους εμάς τους κοινούς θνητούς τις περιστάσεις και να προσαρμόζονται ακαριαία -τις περισσότερες φορές- σε αυτές. Η ικανότητα προσαρμογής είναι ένα ακόμα σημαντικό προσόν - απαραίτητο στους χαλεπούς καιρούς που περνάμε. Οι περισσότεροι ξέρουν πότε να μιλάνε, πώς να προσαρμόζουν τη ρητορική τους στις ανάγκες των καιρών και του ακροατηρίου και -το κυριότερο- πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να στείλουν...την μπάλα στην κερκίδα.
Πάρτε για παράδειγμα τις μέρες αυτές: Ο δημόσιος διάλογος έχει επικεντρωθεί στο αν θα έλθουν οι δανειστές, αν είναι σκληροί διαπραγματευτές, αν προλαβαίνουμε την 8η Δεκεμβρίου, αν εστάλη το email, αν τηλεφώνησαν οι τροϊκανοί, αν είναι φίλος μας ο Σόϊμπλε, αν...
Όχι ότι όλα αυτά δεν σοβαρά. Το αντίθετο. Όμως με τον τρόπο που κατευθύνεται ο δημόσιος διάλογος ουσιαστικά αυτό που επιτυγχάνεται είναι να υποβαθμίζεται το πρόβλημα και να αναδεικνύονται αντ' αυτού τα συμπτώματα.
Το μείζον πρόβλημα σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι ότι εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι οδηγούνται στην εξαθλίωση, ενώ, την ίδια στιγμή, κάποιοι λίγοι αποκτούν μυθώδη πλούτο εκμεταλλευόμενοι ακόμα και τους εν δυνάμει εξαθλιωμένους. Και ενώ ειδικοί και μη αναλίσκονται στο να κατασκευάζουν το ψυχογράφημα των δανειστών, ουδείς ασχολείται με αυτά που καθημερινά όχι μόνο αναπαράγουν, αλλά και μεγεθύνουν την ανισότητα. Μάλιστα είναι μετρημένοι στα δάκτυλα εκείνοι οι οποίοι στον δημόσιο λόγο τους αναδεικνύουν το γεγονός ότι οι υπέρμαχοι της ευταξίας είναι οι -σχεδόν- αποκλειστικοί υπεύθυνοι της ανισορροπίας που επικρατεί στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.
Για παράδειγμα, η υπόθεση των φορολογικών «διευκολύνσεων» του Λουξεμβούργου στις πολυεθνικές και στους πλούσιους του πλανήτη. Ξεχάστηκε, χωρίς να δοθούν απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα όπως για παράδειγμα: ποιοι «πούλαγαν» την τεχνογνωσία αυτή στους πλούσιους του πλανήτη, ποιος είναι ο ρόλος των τραπεζών σε όλο αυτό το νταραβέρι της φοροαποφυγής, ποια λόμπι βοήθησαν στο να στηθούν αυτοί οι παράλληλοι «φορολογικοί» κόσμοι, τι γίνεται με τους άλλους φορολογικούς παραδείσους που υπάρχουν σήμερα και πώς χώρες-μέλη της Ε.Ε. συμβάλλουν στη διαιώνισή τους. Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητα, την ίδια στιγμή που οι Έλληνες αλλά και άλλοι Ευρωπαίοι καλούνται να πληρώσουν έναν βαρύ λογαριασμό που αφορά στο εισόδημά τους, την κοινωνική προστασία τους, τις συντάξεις τους...
Ένα ακόμα μείζον θέμα το οποίο εξακολουθεί να αιωρείται χωρίς να δίδονται απαντήσεις είναι ο ρόλος των τραπεζών. Οι «καμπάνες» για παράνομες ή παράτυπες συναλλαγές απο τις εποπτικές αρχές διαδέχονται η μία την άλλη. Παρ' όλα αυτά κανείς δεν έχει θέσει ερώτημα το κατά πόσον οι πρακτικές που έχουν ακολουθηθεί έχουν επηρεάσει -και- το ελληνικό χρέος. Κανείς δεν έχει αναρωτηθεί σε ποιο ποσοστό το χρέος είναι απόρροια κερδοσκοπικών μεθοδεύσεων. Κανείς δεν ασχολείται και κανείς δεν ενδιαφέρεται να ασχοληθεί -αν και όλοι έχουν κάτι να πουν- για τη διαχείριση του ελληνικού χρέους και τον ρόλο των τραπεζών. Προτιμούν να παίρνουν τη μεζούρα παρά να ψάχνουν να βρουν τι κρύβεται μέσα στο μπαούλο. Και όμως είναι πολύ πιθανόν απο τις απαντήσεις να στοιχειοθετούνταν μια άλλη διαπραγματευτική στάση.
Κανείς δεν έχει αναρωτηθεί για την αιτία που από το σύγχρονο πολιτικό ευρωπαϊκό λεξιλόγιο έχει χαθεί η έννοια της «κοινοτικής αλληλεγγύης» και τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Πώς συνάδει με την έννοια της κοινοτικής αλληλεγγύης η Ελλάδα να υφίσταται πιέσεις για να αποδεχθεί ένα -ακόμη- εξοντωτικό πρόγραμμα «μεταρρυθμίσεων», και την ίδια στιγμή να δίδεται στη Γαλλία και στην Ιταλία τρίμηνη παράταση για τους προϋπολογισμούς τους. Ουδείς ασχολείται, αν και όλοι αναγνωρίζουν ότι μια απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα θα βοηθούσε να καταλάβουμε τι ακριβώς αντιπροσωπεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα: μια ζούγκλα στην οποία επικρατούν οι κανόνες του Δαρβίνου ή μία συμμαχία ισότιμων εταίρων που έχουν διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, τα οποία δεν θέλουν να επαναλάβουν; Σίγουρα η απάντηση δεν θα βοηθούσε μόνο εμάς τους κοινούς θνητούς να αντιληφθούμε, αλλά και όσους -υποτίθεται ότι- έχουν την εξουσιοδότηση να μας εκπροσωπούν.
Αλήθεια, πόσο καιρό έχετε να ακούσετε κάτι για τη Συνθήκη Εμπορίου ΗΠΑ-Ε.Ε.; Ουδείς θέλει να ακουμπήσει το θέμα, αφού κάτι τέτοιο θα «άνοιγε πληγές» στην επαγγελματική -και όχι μόνο- καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Και όμως οι συζητήσεις συνεχίζονται, οι διαπραγματευτικές ομάδες καταλήγουν σε συμφωνίες και εμείς όλοι οι υπόλοιποι το μόνο που κάνουμε είναι να περιμένουμε την ημέρα που θα βρεθούμε αντιμέτωποι με τα μεταλλαγμένα ή με την κατάργηση των επιδοτήσεων στον πολιτισμό ή...
Σαν και αυτά τα προβλήματα υπάρχουν πολλά ακόμα. Θέματα μείζονος σημασίας, τα οποία περνάνε απαρατήρητα μέχρι τη στιγμή του λογαριασμού. Σίγουρα είναι πολύ πιο εύκολο να μιλά κάποιος για το πότε θα έλθουν οι εκπρόσωποι των δανειστών από το να θέτει θέμα ευθυνών των χρηματοοικονομικών κολοσσών στην κρίση του χρέους και των ευρωπαϊκών φορολογικών παραδείσων στη σημερινή οικονομική κρίση. Γι' αυτό προτιμούν να στέλνουν την... μπάλα στις κερκίδες, αν και γνωρίζουν ότι θα αποδοκιμαστούν από το κοινό, από το να υφίστανται τον κάματο μιας αλλαγής της ατζέντας. Και όμως, αν η πολιτική ατζέντα παραμείνει όπως έχει, τότε: τα Μνημόνια θα εξακολουθήσουν να εναλλάσσονται, η Ακροδεξιά θα ισχυροποιείται και θα προβάλλει εαυτήν ως ρεαλιστική πολιτική πρόταση, όπως πρόσφατα η Λεπέν στη Γαλλία και οι νότιοι της Ευρώπης θα εξακολουθήσουν να εμφανίζονται ως οι τεμπέληδες και οι ακαμάτηδες της Ε.Ε.