του Γιάννη Σιώτου
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι χτυπούν το «καμπανάκι» για τις απειλές που προέρχονται από τις διευρυνόμενες ανισότητες που χαρακτηρίζουν την Ευρώπη. Ακόμα και διεθνείς οργανισμοί, προπύργια του νεοφιλελευθερισμού, όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, με κάθε ευκαιρία επισημαίνουν τις ακραίες ανισότητες οι οποίες πλέον έχουν εξελιχθεί σε μείζονες απειλές για την κοινωνική συνοχή στη γηραιά Ήπειρο. Κάθε φορά μάλιστα που δημοσιεύονται στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν τον πλούτο, όπως οι πρόσφατες για το σκάνδαλο «LuxLeaks» ή αυτές που έχουν προέλευση τις λίστες του περιοδικού «Forbes», οι συνειρμοί που προκαλούν είναι σχεδόν αυτόματοι. Από τη μία πλευρά, τα εκατομμύρια των ανέργων, των ανασφάλιστων, των «φτωχών» εργαζομένων και των γερόντων που πένονται, που έχουν κατακλύσει όχι μόνο τον προβληματικό ευρωπαϊκό Νότο, αλλά και τον εύρωστο ευρωπαϊκό Βορρά. Από την άλλη, οι φορολογικοί «παράδεισοι», οι ευκαιρίες χρηματοδότησης, αλλά και το ξεπούλημα έναντι πινακίου δημόσιας περιουσίας, που καθιστούν τους προνομιούχους ακόμα πιο προνομιούχους.
«Οι ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι κάτι οπωσδήποτε κακό», δήλωσε πρόσφατα o Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν. «Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε σε πολλές περιπτώσεις με ξεπούλημα χωρίς λόγο. Τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται, ενώ οι κίνδυνοι αλλά και οι ζημιές επιβαρύνουν ολόκληρη την κοινωνία» επισημαίνει για τα προγράμματα εκποίησης δημόσιας περιουσίας που εφαρμόζουν οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Ο νομπελίστας οικονομολόγος εμμέσως πλην σαφώς επισήμανε ότι στην πραγματικότητα διαμορφώνεται ένα πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, το οποίο ουσιαστικά έχει έναν και μοναδικό σκοπό: οι φτωχοί να χρησιμοποιούνται για να κάνουν τους πλούσιους ακόμα πλουσιότερους.
Μήπως η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων, που επιχειρείται μαζικά σε ολόκληρη την Ευρώπη, δεν είναι μία συγκροτημένη επιχείρηση μεταφοράς πόρων από τους φτωχούς καταναλωτές στους πλούσιους επενδυτές; Για παράδειγμα, οι ιδιωτικοποιήσεις των εταιρειών ύδρευσης ουσιαστικά δεν υποχρεώνουν τους πολλούς (καταναλωτές) να πληρώνουν τους λίγους (επενδυτές) για να έχουν πρόσβαση σε ένα κοινωνικό αγαθό; Υπό το πρίσμα αυτό, το σκάνδαλο «LuxLeaks» αναδεικνύει και ακόμα μία πτυχή αυτής της επιλογής. Στην πραγματικότητα, αυτό που έδειξαν οι αποκαλύψεις ήταν ότι στους ίδιους ανθρώπους που επωφελούνται από το ξεπούλημα των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων, από το ευνοϊκό επενδυτικό περιβάλλον αλλά και από τους τραπεζικούς πόρους στους οποίους -σε αντίθεση με τους πολλούς- έχουν πρόσβαση παρέχεται ταυτόχρονα και η δυνατότητα να πληρώνουν όσους φόρους οι ίδιοι επιλέξουν είτε για τους εαυτούς τους είτε για τους επιχειρηματικούς φορείς που διαχειρίζονται ή είναι μεγαλομέτοχοι. Με απλά λόγια, παρέχεται η δυνατότητα να περιορίζουν ακόμα περισσότερο το «κομμάτι της πίτας» που αναλογεί σε όλους τους υπόλοιπους, ανεξάρτητα από το αν έχουν εισόδημα ή αν βρίσκονται στο οικονομικό περιθώριο.
Όλα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα «ειδικών συνθηκών», αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή των ανθρώπων που βρίσκονται στην κορυφή της ευρωπαϊκής πολιτικής πυραμίδας. Τι άλλο θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς από τη στιγμή που:
- Η υπόθεση του Λουξεμβούργου, που αφορά δισεκατομμύρια ευρώ διαφυγόντες φόρους, έγινε στο διάστημα 2002 - 2010, όταν πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου ήταν ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, που παράλληλα από το 2005 θήτευε ως επικεφαλής του Εurogroup και τώρα είναι πρόεδρος της Ε.Ε.
- Ο Γάλλος πρόεδρος Ολάντ θεωρεί ότι μόνο οι πολυεθνικές -γαλλικές και μη- μπορούν να κάνουν επενδύσεις και γι' αυτό καλεί τους επικεφαλής τους σε απευθείας διάλογο.
- Η γερμανική κυβέρνηση στηρίζει με κάθε τρόπο και κάθε μέσο της μεγάλες -πολυεθνικές και μη- γερμανικές επιχειρήσεις πολλές φορές σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων.
- Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δίνει μάχη για να στηρίξει τις τράπεζες χωρίς προβλέψεις και δεσμεύσεις για τη χρηματοδότηση των μικρών και μεσαίων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Τα παραδείγματα της συστηματικής -με οικονομικά και πολιτικά μέσα- στήριξης και υπόθαλψης της ανισότητας βρίθουν. Ακόμα και η επιλογή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της γερμανικής και κατ' επέκταση της ευρωπαϊκής οικονομικής επιλογής, είναι ένα εργαλείο που θα διευρύνει ακόμα περισσότερο την ανισότητα στην Ευρώπη. Και αυτό το συνειδητοποιεί κανείς από τις δηλώσεις που έκανε μόλις χθες ο Γερμανός υφυπουργός Οικονομικών Στέφεν Κάμπετερ, στο πλαίσιο της συζήτησης για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό του 2015. Ο Γερμανός πολιτικός εξέφρασε την αντίθεσή του στο αίτημα του Ευρωκοινοβουλίου για αύξηση 8%, επισημαίνοντας ότι, από τη στιγμή που η γερμανική κυβέρνηση κατάφερε να περιορίσει κατά πολύ τις δαπάνες της σε εθνικό επίπεδο και να καταθέσει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό για πρώτη φορά από το 1969, δεν είναι δυνατόν να εγκρίνει την ίδια στιγμή μία αύξηση 8% για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Ούτε λίγο ούτε πολύ, έκανε φανερό ότι ουδόλως απασχολεί την ηγεσία του ισχυρότερου κράτους της Ε.Ε. ότι με τους πόρους αυτούς θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν προγράμματα για την ανεργία, την εκπαίδευση, τους μικρομεσαίους ή και τους αγρότες. Προφανώς, για αυτούς ο μόνος τρόπος για να βρεθούν κεφάλαια για αυτές τις δράσεις είναι οι περικοπές δαπανών, οι ιδιωτικοποιήσεις και η εκποίηση δημόσιας περιουσίας.
Οι διαπιστώσεις αυτές έχουν οδηγήσει πολλούς από τους πιο σημαντικούς εκφραστές της «ελεύθερης αγοράς» να ανησυχούν για το αποτέλεσμα που θα έχει αυτή η άκριτη και δογματική προσκόλληση στον άκριτο νεοφιλελευθερισμό στην ομαλή πορεία της Ευρώπης. Και σίγουρα κανείς δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ούτε την κυρία Λαγκάρντ ούτε τον κύριο Κρούγκμαν ούτε τους υπόλοιπους 16 νομπελίστες οικονομολόγους που παραβρέθηκαν στην 5η Συνάντηση του Λιντάου... αριστερούς.