Του Βασίλη Μουλόπουλου
Εγώ δεν θα πάω στην πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Σταμάτησα να το κάνω από το 2007, όταν διάβασα ένα δελτίο Τύπου «για το νόημα και το μήνυμα του Πολυτεχνείου» του ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη και των τότε βουλευτών του ("δεν υπάρχουν νεκροί στο Πολυτεχνείο, είναι μια απάτη της Αριστεράς") Βορίδη, Γεωργιάδη και Πλεύρη. Δεν θα πάω γιατί και φέτος η Ν.Δ. του Σαμαρά και των βουλευτών του Βορίδη, Γεωργιάδη και Πλεύρη θα βγάλει ανακοίνωση (όπως κάθε χρόνο) «για το νόημα και το μήνυμα του Πολυτεχνείου».
Δεν θα πάω γιατί αρνούμαι να βαδίσω με εκείνους που 41 χρόνια μετά προσπαθούν να βάλουν την κοινωνία και πάλι στον γύψο με την ίδια ιδεολογία και επιχειρήματα ταυτόσημα (νόμος και τάξη, κουμουνιστικός κίνδυνος, πολιτική αστάθεια) με εκείνα που χρησιμοποίησε η χούντα.
Δεν γνωρίζω ποιοι και πόσοι θα πάρουν μέρος στην πορεία. Εγώ δεν θα πάω και για έναν ακόμη λόγο: ντρέπομαι να αντικρίσω τους νέους που θα βρίσκονται εκεί. Γιατί πιστεύω ότι η «γενιά του Πολυτεχνείου» το μόνο που έχει να γιορτάσει είναι η ήττα της, συλλογική και (για την πλειονότητά της) ατομική.
Και σε αυτό δεν φταίνε μόνο οι πολιτικοί. Η ευθύνη για την εξαθλίωση της κοινωνίας και την απαξίωση της Δημοκρατίας είναι πρωτίστως δική μας, της γενιάς που κάποτε «θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο», αλλά ο κόσμος άλλαξε εμάς. Που πίστεψε ότι καταχωνιάζοντας τον Μαρξ στη σοφίτα έπαψαν αυτομάτως να υπάρχουν οι διαχωριστικές γραμμές, οι έννοιες της εκμετάλλευσης, της αλλοτρίωσης, της ανισότητας.
Aς αφήσουμε τα παιδιά μας να διαδηλώσουν, να φαντασιωθούν το δικό τους Πολυτεχνείο, να κάνουν τη δική τους εξέγερση. Να μας βρίσουν για την απάθεια και τον μιθριδατισμό μας, να απορρίψουν την πολιτική, τις αξίες, το μοντέλο της κοινωνίας που αυτοί (εμείς) εκφράζουν. Να εκφράσουν τη δυσπιστία και την οργή τους για τους πατεράδες τους, τους παππούδες τους, τους δασκάλους τους, τους πολιτικούς που τους αγνοούν.
Γιατί άραγε ένας νέος που κάνει σήμερα την είσοδό του στον δημόσιο βίο αυτής της χώρας θα έπρεπε να εκτιμά αυτούς (εμάς) που παρέδωσαν την οικονομία στα χέρια των ολίγων, διέλυσαν το Δημόσιο, απαξίωσαν το δημόσιο σχολείο και τη δημόσια υγεία, εμπορεύτηκαν τα ιδανικά τους, μετέτρεψαν την πολιτική αντιπαράθεση σε καβγάδες συμμοριών για τη νομή της εξουσίας, ελαστικοποίησαν (πριν από την εργασία) την πολιτική τους συνείδηση;
Αυτή είναι η ήττα της «γενιάς του Πολυτεχνείου»: σε αυτές τις ερωτήσεις των παιδιών της και των εγγονιών της μένει αδιάφορη ή σιωπά ένοχα γιατί δεν ξέρει τι να τους απαντήσει.