Του Γιάννη Σιώτου
Πριν από δέκα μέρες, οι Ιρλανδοί βγήκαν στους δρόμους για τους λογαριασμούς του νερού. Πριν από έξι μέρες, οργισμένοι οι Βέλγοι εναντιώθηκαν στο πρόγραμμα περικοπών και στη «μεταρρύθμιση» του ασφαλιστικού. Στην Ευρώπη, χιλιάδες άνθρωποι διεκδικούν να μη γίνει χειρότερη η ζωή τους. Οι Ιταλοί παλεύουν για τις απολύσεις, οι Γάλλοι για τις αλλαγές στα επαγγέλματα, οι Βρετανοί για τη λιτότητα... Για όλους υπάρχουν μία ή περισσότερες «μεταρρυθμίσεις» που θα κάνουν τη ζωή τους πιο δύσκολη και θα ανοίξουν ακόμη περισσότερο την «ψαλίδα» της ανισότητας και της ανασφάλειας.
Στην Ελλάδα, τους τελευταίους μήνες, ο δημόσιος διάλογος επικεντρώνεται στο Μνημόνιο. Αόριστος, γενικόλογος και αφηρημένος. Μένουμε, φεύγουμε, μένουμε φεύγοντας... Στην πραγματικότητα, το Μνημόνιο έχει προσλάβει σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις, οι οποίες τις περισσότερες φορές καταπίνουν την ουσία του. Δηλαδή στα μέτρα που βρίσκονται στον δρόμο και τα οποία σίγουρα θα κάνουν ακόμη πιο δύσκολη τη ζωή των Ελλήνων.
Και ενώ όλοι μιλούν για το αν θα μείνει το Μνημόνιο ή αν θα αλλάξει όνομα, ακόμη και συμβαλλόμενους, κανείς δεν μπαίνει στην ουσία του θέματος, που δεν είναι άλλο από τις ζωές των Ελλήνων. Σίγουρα για την κυβέρνηση είναι πολύ πιο εύκολο να χρησιμοποιεί ταμπέλες από το να συζητά για το τι συγκεκριμένα κρύβεται πίσω από αυτές. Και για να το πούμε απλά: ενώ το ζήτημα είναι οι άνθρωποι, η καθημερινότητά τους, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, τόσο των ίδιων όσο και της πολιτείας απέναντί τους, η κυβερνητική πλειοψηφία προτιμά να τα αγνοεί βάζοντας στη θέση τους γενικότητες και συνθήματα τα οποία λίγοι μπορούν να τους δώσουν ανθρώπινες διαστάσεις και ακόμη λιγότεροι να προβλέψουν το ζοφερό μέλλον που κρύβεται πίσω από τις γενικόλογες και -πολλές φορές- εξωραϊσμένες δηλώσεις.
Η αλήθεια είναι ότι ο δημόσιος διάλογος έχει ξεφύγει πλέον από τα μέτρα του κάθε ανθρώπου και έχει περάσει στη σφαίρα μιας θεωρητικής προσέγγισης, η οποία στην πραγματικότητα λειτουργεί ως προκάλυμμα για να αποφύγουν οι ηγεσίες του τόπου να μιλήσουν για την... επόμενη μέρα. Έτσι, η κυβερνητική πλειοψηφία, τη στιγμή που σε κάθε ευκαιρία και σε όλους τους τόνους κάνει αναφορά στην επιστροφή στην κανονικότητα, δεν λέει ούτε μια λέξη για το πώς θα είναι για τον απλό άνθρωπο η κανονικότητα αυτή. Σίγουρα γνωρίζουν πως για τον κάθε άνθρωπο το μείζον θέμα είναι αν θα έχει δουλειά, αν η δουλειά αυτή του αποφέρει τόσα χρήματα όσα απαιτούνται για να έχει ο ίδιος και η οικογένειά του μια αξιοπρεπή ζωή, αν θα έχει την ασφάλεια που προσφέρει η δημόσια κοινωνική ασφάλιση, αν του εξασφαλίζεται η ισονομία, αλλά και αν θα έχει τις ίδιες ευκαιρίες στην υγεία και την ασφάλεια με τους άλλους Έλληνες. Κοντολογίς, αν μπορεί το κράτος να του εξασφαλίζει μια ζωή που θα χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια. Και δεν έχει να δώσει καμία απάντηση που να υπερβαίνει τα όρια της καλλιέργειας προσδοκιών.
Δυστυχώς, όλη αυτή η φιλολογία που έχει αναπτυχθεί από τις αρχές του καλοκαιριού για το Μνημόνιο δεν δίνει καμία απάντηση σε όλα αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα που απασχολούν όλους τους Έλληνες - εκτός από τους λίγους που επωφελούνται από την κρίση, που δεν είναι λίγοι. Άραγε, έχει καμία σημασία γι' αυτούς αν η επιστροφή στην κανονικότητα -μόνιμη επωδός των δηλώσεων- θα γίνει με τους περισσότερους Έλληνες να αμείβονται με μισθούς πείνας, με τον αριθμό των ανασφάλιστων και των ανέργων να αυξάνεται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου, με τα λουκέτα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να πολλαπλασιάζονται, με εκατομμύρια να ξυπνάνε και να κοιμούνται με το άγχος του κλητήρα ή, και γιατί όχι, με το άγχος της φυλακής; Η απάντηση είναι απλή: Μάλλον όχι. Και σε τελευταία ανάλυση, έχει καμιά πρακτική σημασία για τον ανασφάλιστο, ή και για τον άστεγο, ή γι' αυτόν που έχασε τη δουλειά του αν θα ξαναγίνουμε «φυσιολογικό κράτος»;
Για όλα αυτά, τα «μικρά» και «ασήμαντα», κανείς δεν δίνει απαντήσεις. Κανείς δεν δεσμεύεται. Κανείς δεν θέτει συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα. Κανείς δεν μιλά για τη ζωή των απλών ανθρώπων.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η εμπειρία δείχνει πως δεν έχουν και τόσο μεγάλη σημασία τα λόγια και οι δεσμεύσεις των πολιτικών, αφού στο παρελθόν όλα τα «θα» που ακούστηκαν έγιναν «αέρας» μόλις επετεύχθη ο αντικειμενικός σκοπός. Όμως η εμπειρία της πολύχρονης κρίσης, οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης που εφαρμόστηκαν αλλά και η επιτροπεία με τις διάφορες task forces, αλλά και τους εντεταλμένους υπουργούς, είναι πλέον πολύτιμη, καθώς ο μέσος Έλληνας έχει συνειδητοποιήσει τη διαφορά ανάμεσα στα λόγια και τα έργα. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο το σύνολο της κυβερνητικής πλειοψηφίας προτιμά να αναλίσκεται σε αυτές τις αόριστες αναφορές περί Μνημονίων, παρά να απαντά στα κρίσιμα ερωτήματα που έχουν -σχεδόν- όλοι οι Έλληνες.
Τελικά, η αλήθεια της ζωής είναι η πιο ισχυρή πολιτική παρέμβαση όχι μόνο για τις ηγεσίες, αλλά και για τους πολίτες. Η αλήθεια της ζωής, όπως αναδεικνύεται από τα εγκαταλελειμμένα καταστήματα στις γειτονιές των μεγάλων πόλεων, από το μισό κιλό κρέας που ψωνίζουν εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες, από τις αιτήσεις για διακανονισμό των χρωστούμενων στη ΔΕΗ, αλλά και από τους χιλιάδες Έλληνες που δεν μπορούν να πάνε στο νοσοκομείο ή να αγοράσουν φάρμακα γιατί είναι ανασφάλιστοι ή επειδή δεν έχουν να πληρώσουν την επίσκεψη. Αντί λοιπόν να αναλίσκονται σε αοριστίες, ας δώσουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα για να καταλάβουμε κι εμείς τι τελικά συμβαίνει με τα... Μνημόνια.