Του Λέανδρου Πολενάκη
Για τα ταφικά έθιμα των αρχαίων Ελλήνων δεν γνωρίζουμε τα πάντα. Υπάρχουν μυστικές πλευρές. Όταν ένας ήρωας έβρισκε ένδοξο θάνατο στα ξένα, πέφτοντας στη μάχη, το σώμα του αποτεφρωνόταν και ανεγειρόταν επιτόπου ένα μνημείο ή ένα απλό «σήμα» (τάφος), για να διαιωνίζει το όνομά του (βλ. «Χοηφόρους» του Αισχύλου, στ. 346-353). Θα μπορούσε, όμως, να επρόκειτο για ένα κενοτάφιο, και, παράλληλα, η τέφρα να επέστρεφε στην πατρώα γη για να τιμηθεί όπως άρμοζε από τους οικείους (βλ. «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου, στ. 432-435).
Για τον Αχιλλέα ανεγέρθηκε ένα μεγαλοπρεπές μνημείο στην Τροία, το οποίο επισκέφθηκε ο Αλέξανδρος μόλις πέρασε στην Ασία, θυσιάζοντας και δηλώνοντας ότι για δύο πράγματα τον ζηλεύει: επειδή είχε φίλο, «εταίρο» τον Πάτροκλο, και επειδή τον δόξασε ένας Όμηρος!
Ο μύθος αφηγείται ότι όταν οι Αχαιοί ήταν έτοιμοι να αποπλεύσουν από την Τροία, μετά την άλωση του Ιλίου, σηκώθηκαν άνεμοι σφοδροί, που εμπόδιζαν την αναχώρησή τους. Εμφανίσθηκε τότε το φάσμα του Αχιλλέα και απαίτησε να θυσιάσουν την αιχμάλωτη Πολυξένη στον τάφο του για να επιτρέψει τον απόπλου.
Στην τραγωδία του «Εκάβη», ο Ευριπίδης, για λόγους θεατρικούς, που δεν είναι του παρόντος να αναλύσω, τοποθετεί αυτή τη σκηνή στα παράλια της Θράκης, όπου προσωρινά είχε καταφύγει ο στόλος των Ελλήνων για να σωθεί απ' την τρικυμία. Εκεί εμφανίζεται το φάσμα του Αχιλλέα, σύμφωνα πάντα με τον Ευριπίδη, ζητώντας τη θυσία του κοριτσιού στον τάφο του. Πώς, όμως, αφού ο τάφος ήταν στην Τροία και οι Έλληνες απέναντι; Ο συνήθως προσεκτικός Ευριπίδης δεν ενδιαφέρεται να λύσει αυτή την αντίφαση. Μπορούμε να υποθέσουμε, ίσως, ότι κάτι τέτοιο δεν θα παραξένευε τους θεατές, γνώστες του εθίμου μεταφοράς της τέφρας του νεκρού στην πατρώα γη, παράλληλα με την ίδρυση μνημείου στον τόπο του θανάτου.
Μια παράσταση ενός μελανόμορφου αττικού αμφορέα του 6ου αιώνα π.Χ. στο Βρετανικό Μουσείο (αρ. 97.7 - 27.2), παριστάνει τη θυσία της Πολυξένης. Διακρίνουμε τον Νεοπτόλεμο (θυσιαστής) και άλλους Αχαιούς, με τα ονόματά τους να αναγράφονται δίπλα στις μορφές τους. Το αίμα της κόρης κυλά πάνω στον τάφο του Αχιλλέα, στην κορυφή του οποίου διακρίνουμε, ανάμεσα στις φλόγες μιας πυράς, δύο ζωόμορφα σχήματα, ίσως τους ταύρους που αφιέρωσαν οι Θεσσαλοί σύμφωνα με την παράδοση για να τον τιμήσουν. Γλυπτό διάκοσμο με άλογα ή ταύρους φέρουν, όμως, στο πάνω μέρος, επί του καλύμματος, και τα αγγεία («πυξίδες»), μέσα στα οποία τοποθετούσαν στην αρχαιότητα τη σποδό του νεκρού πριν τη μεταφέρουν στον τύμβο. Το κυκλικό σχήμα του τύμβου δεν απέχει από το σχήμα της «πυξίδας». Πρόκειται, άραγε, για τη συμβολική αναπαράσταση ενός τύμβου ή μιας τεφροδόχου με τη σποδό του Αχιλλέα, σε ρόλο μεταβατικού τάφου; Το ερώτημα έχει σημασία. Στη δεύτερη περίπτωση δηλώνεται έμμεσα η διπλή ταφή, στα ξένα (τύμβος) και στην πατρίδα (αγγείο με την τέφρα) του νεκρού ήρωα, εξηγώντας το ευριπιδικό παράδοξο.
***
Μεγάλη εντύπωση προξενεί στον τύμβο της Αμφίπολης το γεγονός ότι δεν μας δίνουν απολύτως καμία πληροφορία για τον ένοικό του οι γραπτές πηγές ή η προφορική παράδοση. Αυτό ένα πράγμα μπορεί να σημαίνει: ότι ο τόπος αποτελούσε «άβατον». Δεν επιτρεπόταν στον καθένα η πρόσβαση, ίσως ούτε να μιλάει κανείς γι' αυτόν, ούτε να προφέρει ατιμωρητί το όνομα του νεκρού που φιλοξενούσε. ΄Ενας ιερός χώρος μιας απόκρυφης, ερμητικής λατρείας, μνημείο ενός ήρωα που βρήκε, ίσως, δοξασμένο θάνατο στα ξένα, υψώθηκε γι' αυτόν εκεί ένα μνήμα, μεταφέρθηκε, ύστερα, εν σιωπή, η σποδός του στην πατρίδα και αναγορεύθηκε σε θεό, από κάποια μυστική εταιρεία «φίλων». Για ποιον πρόκειται όμως;
Αν είναι ο τάφος πράγματι μακεδονικός, όπως όλα ως τώρα δείχνουν, σίγουρα ο νεκρός θα είναι κάποιος πολύ προσφιλής, πολύ κοντινός του Αλέξανδρου, ένας «εταίρος» του, ένας «Πάτροκλός» του. Μόνος αρμόδιος να το αποκαλύψει κάποτε, «συν τύχη τινί», είναι η επιστήμη, και η τέχνη, της αρχαιολογίας. Δεν μπαίνω άλλο στα «χωράφια» της, μιλώ αποκλειστικά από τη σκοπιά της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και εδώ σταματώ.
ΥΓ.: Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Πολυδεύκη Ονομαστικόν, Βιβλίο Α' παρ. 5-10