Ποιος πρέπει να πληρώνει το κόστος διάσωσης μιας επιρρεπούς στη χρεωκοπία τράπεζας; Όλοι οι εμπλεκόμενοι στην τράπεζα, ιδιοκτήτες, ομολογιούχοι και πελάτες, με εξαίρεση τους καταθέτες κάτω των 100.000 ευρώ, είναι η πρόχειρη απάντηση, που δίνεται από την Οδηγία για την εκκαθάριση των τραπεζών που έχει ετοιμάσει ο επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς, Μισέλ Μπαρνιέ. Μόνο που σε κάθε Οδηγία ο διάολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Κι αυτές τις λεπτομέρειες συζήτησαν χθες οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να καταφέρουν να καταλήξουν κάπου, οπότε έδωσαν ραντεβού για το επόμενο Ecofin του Ιουνίου. Η Οδηγία για την εκκαθάριση των τραπεζών αποτελεί ένα ακόμη κομμάτι του παζλ της τραπεζικής ένωσης και πρέπει να αποφασιστεί γρήγορα, γιατί μετά θα πρέπει να περάσει και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και να είναι έτοιμη ταυτόχρονα με την έναρξη της λειτουργίας της κοινής εποπτικής αρχής των τραπεζών στα μέσα του 2014.
Ο προεδρεύων του Ecofin, αυτό το εξάμηνο, ο Ιρλανδός Μάικλ Νούναν, περιέγραψε τα στρατόπεδα που έχουν διαμορφωθεί ως εξής: Όλοι οι υπουργοί Οικονομικών θεωρούν ότι πρέπει να διατηρηθεί το «ανέγγιχτο» των 100.000 ευρώ. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι πρέπει να κληθούν να πληρώσουν το κόστος της διάσωσης μιας τράπεζας οι ιδιοκτήτες και οι πιστωτές της -μέτοχοι, ομολογιούχοι και πελάτες με μεγάλες καταθέσεις-, με τους καταθέτες να είναι οι τελευταίοι στη σειρά. «Ωστόσο, κάθε χώρα έχει τις ενστάσεις της, τις οποίες πρέπει να λάβουμε υπόψη», είπε ο Νούναν.
Το φάσμα είναι πράγματι ευρύ. Στο ένα άκρο βρίσκονται η Σουηδία και η Γαλλία, που θέλουν να αποφασίζουν μόνες τους για τον τρόπο διάσωσης και να μην αγγίξουν καθόλου τις καταθέσεις. Στο άλλο άκρο είναι η Ολλανδία και η Κομισιόν, που επιμένουν να μην υπάρξει καμία εξαίρεση στην Οδηγία και να είναι κοινοί οι κανόνες για το ποιος επιβαρύνεται με τι και με ποια σειρά, ώστε οι εθνικές κυβερνήσεις να μην είναι ευάλωτες στις πιέσεις των αγορών. Μόνη της είναι η Δανία, η οποία πιστεύει ότι οι καταθέτες -πάντα άνω των 100.000 ευρώ, εννοείται- πρέπει να επωμίζονται ακριβώς τα ίδια βάρη με τους μετόχους και τους ομολογιούχους. Κάπου στη μέση είναι η Γερμανία, η οποία ζητεί να υπάρχει ένα μικρό περιθώριο για τις εθνικές αρχές να αποφασίζουν, αλλά ουσιαστικά τη γραμμή να τη δίνει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα είναι τι θα γίνει με τις χώρες εκτός Ευρωζώνης, οι τράπεζες των οποίων δεν έχουν τη δυνατότητα να απευθυνθούν στον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης ESM, όπως θα μπορούν σύντομα οι εντός Ευρωζώνης. Ένα τρίτο πρόβλημα είναι τι θα γίνει με το κεφάλαιο κίνησης των μικρών επιχειρήσεων, καθώς η κυρίαρχη άποψη είναι ότι πρέπει να εξαιρεθεί από κούρεμα σε περίπτωση διάσωσης.
Ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών, Τζορτζ Όσμπορν, και η Δανέζα ομόλογός του, Μαργκρέτε Φερστάγκερ, υποστήριξαν ότι εάν οι μεγαλοκαταθέτες έχουν ευνοϊκότερη αντιμετώπιση από τους ομολογιούχους, τότε οι άνθρωποι δεν θα αγοράζουν τραπεζικά ομόλογα κι έτσι θα γίνουν πιο ευάλωτες οι τράπεζες. «Οι επιπτώσεις θα είναι ανυπολόγιστες για το τραπεζικό σύστημα», είπε ο Όσμπορν.
Ο Μπαρνιέ, από την πλευρά του, προσπάθησε να διασκεδάσει αυτές τις ανησυχίες, λέγοντας ότι τουλάχιστον οι μισές από τις χώρες των G20 ήδη επιβάλλουν στους μεγαλοκαταθέτες και τους ομολογιούχους να συμμετέχουν στο κόστος διάσωσης των τραπεζών, χωρίς αυτό να έχει δημιουργήσει ιδιαίτερα προβλήματα.