Τα μακροοικονομικά στοιχεία λένε «ανάπτυξη», «επενδυτική βαθμίδα», «μείωση δείκτη μιζέριας». Ο δείκτης μιζέριας (ανεργία+πληθωρισμός) έχει πέσει από το 27 στο 12. Στα χαρτιά, η χώρα «πάει καλύτερα». Στην καθημερινότητα, όμως, η κοινωνική αίσθηση είναι ακριβώς η αντίθετη: κρίση, ανασφάλεια, μόνιμη στενότητα. Κι αυτό δεν είναι γκρίνια, αλλά είναι μετρήσιμο γεγονός.

Υποκειμενική φτώχεια
Σύμφωνα με τις έρευνες EU-SILC (European Union Statistics on Income and Living Conditions) της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης, περίπου 67% των ανθρώπων στην Ελλάδα δηλώνουν ότι βιώνουν οικονομική δυσκολία, ότι δεν τα βγάζουν πέρα αξιοπρεπώς. Την ίδια ώρα, στην υπόλοιπη Νότια Ευρώπη (Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία κ.λπ.) το αντίστοιχο ποσοστό κινείται γύρω στο 20%. Δηλαδή, τριπλάσια αίσθηση φτώχειας σε μία χώρα που υποτίθεται ότι «ανακάμπτει». Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία μπορεί να βελτιώνεται στους δείκτες, αλλά η ζωή των ανθρώπων δεν βελτιώνεται αντιστοίχως.
Γιατί δεν φτάνουν οι μισθοί; Ο λόγος είναι δομικός. Η κυβέρνηση έχει ιδιωτικοποιήσει το κόστος επιβίωσης. Ακόμα κι αν πάρεις αύξηση, αυτή δεν μεταφράζεται σε «ανάσα». Μεταφράζεται σε πληρωμές για πράγματα που θα έπρεπε να είναι δημόσια και καθολικά. Ο μισθός δεν είναι πια εισόδημα. Είναι εισιτήριο πρόσβασης σε υπηρεσίες που το κράτος έχει παραδώσει στην αγορά.
1. Υγεία, από κοινωνικό δικαίωμα σε ιδιωτικό έξοδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του OECD για τις δαπάνες υγείας, στην Ελλάδα περίπου 34,3% των συνολικών δαπανών υγείας προέρχεται από άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών (out of pocket). Ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι περίπου 14,9%. Δηλαδή, διπλάσιο βάρος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
* Πληρώνεις φόρους για δημόσια υγεία.
* Πληρώνεις ξανά από την τσέπη σου για να βρεις γιατρό, ραντεβού, εξετάσεις.
* Πληρώνεις τρίτη φορά για φάρμακα, συμμετοχές, ιδιωτικά κέντρα.
Η υγεία έχει μετατραπεί σε ιδιωτικό λογαριασμό. Και αυτός ο λογαριασμός δεν μειώνεται επειδή το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2% ή επειδή ο δείκτης μιζέριας έπεσε.
2. Παιδεία, το πραγματικό σχολείο λέγεται «φροντιστήριο». Η Eurostat, μέσω των ερευνών για τις δαπάνες εκπαίδευσης, καταγράφει ότι η Ελλάδα έχει από τα υψηλότερα επίπεδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών δαπανών στην Ε.Ε. Αυτό μεταφράζεται σε κάτι που όλοι ξέρουμε εμπειρικά: Η παραπαιδεία είναι ο πραγματικός κορμός του εκπαιδευτικού συστήματος. Το δημόσιο σχολείο είναι συχνά τυπικό πλαίσιο, ενώ η ουσιαστική εκπαιδευτική διαδικασία αγοράζεται ιδιωτικά.
Άρα, πριν καν φτάσει ο μισθός στο ράφι του σούπερ μάρκετ, έχει ήδη «φορολογηθεί» από τα φροντιστήρια του παιδιού, τα ιδιαίτερα για τις εξετάσεις, τις ξένες γλώσσες. Δεν είναι «επιλογή» των γονιών. Είναι αναγκαστική δαπάνη, επειδή το κράτος δεν παρέχει ποιοτική, επαρκή και δωρεάν παιδεία.
Η σύγκριση με την Ευρώπη
Τα δεδομένα της Eurostat δείχνουν ότι σε χώρες όπως η Ιταλία, όταν η οικονομία βελτιώνεται, η υποκειμενική αίσθηση φτώχειας μειώνεται πολύ πιο έντονα.
Ενδεικτικά:
* Στην Ιταλία, μια βελτίωση της οικονομίας κατά 1 μονάδα συνδέεται με πτώση της αίσθησης φτώχειας κατά περίπου 3,3 μονάδες (με βάση εμπειρικές εκτιμήσεις σε σχετικές μελέτες που αξιοποιούν EU-SILC).
* Στην Ελλάδα, η ίδια βελτίωση οδηγεί σε μείωση μόλις 0,75 μονάδων.
Δηλαδή, η ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν «πιάνει» στον κόσμο. Κι αυτό είναι απολύτως συμβατό με τα στοιχεία. Όταν έχεις 67% υποκειμενική φτώχεια, η βελτίωση των δεικτών δεν αρκεί για να αλλάξει το βίωμα.
Διπλή φορολογία
Τα στοιχεία του OECD και της Eurostat δεν λένε μόνο «νούμερα». Περιγράφουν ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης:
1. Φόροι για υγεία και παιδεία.
2. Ξανά πληρωμές από την τσέπη για να έχεις στην πράξη υγεία και παιδεία.
Αυτό είναι διπλή φορολογία. Το κράτος εισπράττει ως «κοινωνικό κράτος» αλλά λειτουργεί ως μεσάζων προς την αγορά. Γι’ αυτό και η φράση «δεν μετράει ο ονομαστικός μισθός, μετράει τι μένει στην τσέπη» είναι η πραγματικότητα.
Επομένως, μετά τα φροντιστήρια, μετά τους γιατρούς, μετά τα φάρμακα, μετά τις ιδιωτικές υπηρεσίες που καλύπτουν κρατικά κενά, ο μισθός έχει ήδη εξανεμιστεί. Η κυβέρνηση διαχειρίζεται αριθμούς αλλά οι πολίτες διαχειρίζονται την επιβίωση. Μπορείς να έχεις μείωση δείκτη μιζέριας, μπορείς να έχεις ανάπτυξη του ΑΕΠ, μπορείς να έχεις επενδυτική βαθμίδα αλλά ταυτόχρονα να έχεις 67% υποκειμενική φτώχεια, να έχεις διπλάσιο out of pocket στην υγεία από την Ε.Ε., και να έχεις εκρηκτική παραπαιδεία. Όσο η υγεία και η παιδεία ιδιωτικοποιούνται, όσο το κόστος της ζωής μεταφέρεται από το κράτος στα νοικοκυριά, καμία ανάπτυξη, καμία επιβράβευση από τις αγορές δεν πρόκειται να φέρει χαμόγελα στα νοικοκυριά. Η πραγματική «αναβάθμιση» δεν είναι των ομολόγων. Είναι να πάψει ο μισθός να αποτελεί εισιτήριο για ιδιωτικοποιημένα δικαιώματα και να ξαναγίνει αυτό που θα έπρεπε να είναι: μέσο αξιοπρεπούς ζωής. Και αυτό μόνο με αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών μπορεί να γίνει.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια
