Η ελληνική οικονομία τα τελευταία έξι χρόνια επενδύει στις κατασκευές και στο real estate, μειώνοντας ταυτόχρονα τις παραγωγικές δαπάνες στον εκσυγχρονισμό των επιχειρήσεων, στην τεχνολογία, στην πληροφορική και στις επικοινωνίες. Οι δαπάνες γενικότερα στις κατοικίες υπερδιπλασιάστηκαν, ενώ ταυτόχρονα όλες οι παραγωγικές επενδύσεις μειώθηκαν με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται μια οικονομική μεγέθυνση αλλά χωρίς ποιοτικές παραμέτρους. Οι συνέπειες αποτυπώνονται στην υστέρηση των ποιοτικών θέσεων εργασίας αλλά και στα εισοδήματα της μεγάλης πλειονότητας των εργαζόμενων.
Σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ για την ελληνική οικονομία, το μερίδιο των επενδύσεων σε κατοικίες ως προς το σύνολο των επενδύσεων αυξήθηκε από 7,1% το 2019 σε 19,0% το 2025, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειώνονται από 26,8% σε 21,3% και σε τεχνολογία, πληροφορική και επικοινωνία από 9,3% σε 8,0%. «Οι μεταβολές αυτές, που αποτυπώνουν την κατανομή των επενδυτικών πόρων, δεν δημιουργούν συνθήκες ουσιαστικής βελτίωσης των ποιοτικών παραμέτρων του αναπτυξιακού υποδείγματος, αναβάθμισης δεξιοτήτων και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας» σημειώνεται στην έκθεση.
Άνιση ανάπτυξη
Ειδικότερα, το ΙΝΕ αναφέρει ότι «οι θετικές εξελίξεις στα κρίσιμα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας συνιστούν αναμφίβολα σημαντική βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, ωστόσο, η μονοδιάστατη ανάγνωση των συμβατικών μακροοικονομικών δεικτών δεν επαρκεί για την κατανόηση της πραγματικής δυναμικής της οικονομίας και των κοινωνικών της συνεπειών».
Αυτό υπογραμμίζει το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ στην ενδιάμεση έκθεσή του για την ελληνική οικονομία με έμφαση στο τρίτο τρίμηνο του 2025, προσθέτοντας ότι, παρά τις επιλεκτικές φορολογικές παρεμβάσεις και τις περιορισμένες αυξήσεις εισοδημάτων, η συνολική φορολογική επιβάρυνση της μισθωτής εργασίας και της κατανάλωσης παραμένει υψηλή, ενώ η αναδιανεμητική λειτουργία του φορολογικού συστήματος εξακολουθεί να είναι αξιοσημείωτα περιορισμένη.
Η λειτουργία του σημερινού αναπτυξιακού υποδείγματος της χώρας συνεχίζει να βασίζεται σε άνισες κατανομές κόστους και οφέλους, με την εργασία να φέρει δυσανάλογο βάρος προσαρμογής, και υπό αυτές τις συνθήκες, η οικονομική μεγέθυνση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, της ποιότητας εργασίας και της κοινωνικής συνοχής, τονίζουν οι συντάκτες της έκθεσης.
Κυνηγώντας τη Βουλγαρία
Συμπερασματικά, σημειώνεται στην έκθεση, η «απόκλιση αυτή δεν είναι τυχαία ή αποσπασματική, αλλά συνδέεται άμεσα με δομικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας και των επιπτώσεων στην αγορά εργασίας, προκαλώντας: αδύναμη παραγωγική βάση και περιορισμένη βιομηχανική απασχόληση, ήτοι λιγότερες θέσεις υψηλής παραγωγικότητας και υψηλών αποδοχών, μεγάλη εξάρτηση από τον τριτογενή τομέα των υπηρεσιών με χαμηλές αποδοχές και κατανάλωση έναντι παραγωγικών επενδύσεων, με αποτέλεσμα το ΑΕΠ να αυξάνεται χωρίς να οδηγεί σε αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των μισθωτών. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι οι ονομαστικοί μισθοί στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αλλά όταν προσαρμοστούν στο πραγματικό κόστος ζωής (μονάδες αγοραστικής δύναμης - PPS), φέρνουν τους Έλληνες εργαζόμενους να λαμβάνουν σημαντικά χαμηλότερες αποδοχές όχι μόνο από τους Ευρωπαίους, αλλά ακόμη και από τους εργαζόμενους σε χώρες των Βαλκανίων».
* Ειδικότερα, σημαντικές είναι και οι αποκλίσεις που αφορούν τις αποδοχές των εργαζομένων. Ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην Ε.Ε.), ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμη χαμηλότερα, στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην Ε.Ε.).
* Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική αν σταθμίσουμε τις συνολικές αποδοχές των μισθωτών με τις ώρες εργασίας τους. Ειδικότερα, το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της περιφέρειας 20,4.
* Σημειώνεται ότι οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας σε σχέση με τις υπόλοιπες υπό εξέταση οικονομίες της Ε.Ε. είναι οριζόντιες, καλύπτοντας σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, το 2024 στους κλάδους της βιομηχανίας (πλην κατασκευών) το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της περιφέρειας 21,4.
Επίσης, το ίδιο έτος στις υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της περιφέρειας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σημαντικές μισθολογικές αποκλίσεις μεταξύ Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της Ε.Ε. παρατηρούνται ακόμη και σε κλάδους στους οποίους η χώρα μας εμφανίζει σχετικά υψηλή συγκέντρωση απασχόλησης, όπως ο κλάδος «Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών» και ο κλάδος «Δραστηριότητες υπηρεσιών παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης».