Παραμένει η διάσταση απόψεων μεταξύ Κομισιόν και κρατών-μελών σχετικά με τις εκ βάθρων αλλαγές που προτείνει η πρώτη για τη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) μετά το 2027 και προδιαγράφεται μακρά πορεία διαπραγματεύσεων μέχρι να υπάρξει φως, καθώς βασικά επίδικα παραμένουν η αυτονομία της ΚΑΠ, η μείωση των πόρων, η διάρθρωση της νέας πολιτικής γύρω από εθνικά κονδύλια, η σύμπτυξη ταμείων και η απώλεια των διακριτών δύο πυλώνων (άμεσες ενισχύσεις - αγροτική ανάπτυξη).
Η Επιτροπή έχει προτείνει στην ουσία να συγχωνευτούν οι παραδοσιακές πολιτικές της Ε.Ε. και η χρηματοδότησή τους σε έναν ενιαίο κανονισμό και ταμείο υπό τη σκέπη των περίφημων Εθνικών και Περιφερειακών Σχεδίων Εταιρικής Σχέσης, με μειωμένη συνολική χρηματοδότηση 865 δισ. ευρώ για την περίοδο 2028-2034. Σε αυτό το πλαίσιο μένει ένα περιθώριο αποθεματικού της Ε.Ε. μόνο 15 δισ. ευρώ, όταν 293,7 δισ. θα διατεθούν στα κράτη-μέλη για τη νέα ΚΑΠ μαζί με επιπλέον 6,3 δισ. ευρώ που θα διατεθούν για γεωργικές κρίσεις. Υπολογίζεται (Farm Europe) ότι η μείωση του προϋπολογισμού είναι της τάξης του 17,6% μεταξύ 2021-2027 και 2028-2034.
Η Κομισιόν συζητά με τους υπουργούς των κρατών-μελών έχοντας «κόψει» τη νέα ΚΑΠ σε θεματικές, όπως η πράσινη αρχιτεκτονική που συζητήθηκε στο Συμβούλιο του Οκτωβρίου και η επισιτιστική ασφάλεια που ήταν το θέμα του τελευταίου Συμβουλίου τη Δευτέρα 17/11, ενώ η καινοτομία και η απλούστευση θα είναι το επίκεντρο της επόμενης συνεδρίασης τον Δεκέμβριο. Και αυτή η πρακτική είναι υπό αμφισβήτηση σχετικά με τους στόχους και την αποτελεσματικότητά της.
Θυμίζουμε ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει απορρίψει στην ουσία την πρόταση της Κομισιόν για τα Εθνικά και Περιφερειακά Σχέδια Εταιρικής Σχέσης ως βάση για τις διαπραγματεύσεις.
Στο κενό οι τροποποιήσεις
Αν και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έθιξε το θέμα ορισμένων μικρών παραχωρήσεων επιχειρώντας να κατευνάσει τις αντιδράσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου γύρω από τη βασική πρόταση της 16ης Ιουλίου, αφενός δεν δίνει απαντήσεις στα ζητήματα που έχουν θέσει επιτακτικά οι πολιτικές ομάδες του Ευρωκοινοβουλίου και αφετέρου δεν προτείνει κάποια επίσημη τροποποίηση, αλλά παραπέμπει σε τροπολογίες που θα μπορούσαν να υποβάλουν οι ευρωβουλευτές.
Η Ιταλία και άλλα 6 κράτη-μέλη (Βουλγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία, Πολωνία, Πορτογαλία και Σλοβακία) υπέβαλαν αμέσως μετά από κοινού έγγραφο θεωρώντας ότι οι προσαρμογές στην πρόταση πολυετούς προϋπολογισμού της Ε.Ε. δεν επαρκούν, αλλά η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει τη δομή του ενιαίου ταμείου και να διατηρήσει την ΚΑΠ ως ξεχωριστή πολιτική βασισμένη σε δύο πυλώνες, χρηματοδοτούμενη από έναν προϋπολογισμό ανάλογο με τις μελλοντικές προκλήσεις.
Άλλωστε και οι φορείς των Ευρωπαίων αγροτών απέρριψαν τις τροποποιήσεις της προέδρου της Επιτροπής στην προτεινόμενη μεταρρύθμιση του προϋπολογισμού του ενιαίου ταμείου θεωρώντας τες «αισθητικές αλλαγές» που δεν αντιμετωπίζουν τις σοβαρές ανησυχίες ως προς τις περικοπές των αγροτικών ενισχύσεων. Μάλιστα, τα αγροτικά συνδικάτα προειδοποίησαν την περασμένη Πέμπτη ότι χιλιάδες Ευρωπαίοι αγρότες θα βγουν στους δρόμους των Βρυξελλών με τρακτέρ στις 18 Δεκεμβρίου, ημέρα της συνόδου κορυφής των ηγετών της Ε.Ε., για να διαμαρτυρηθούν κατά των προτεινόμενων περικοπών στον προϋπολογισμό της ΚΑΠ, των εμπορικών συμφωνιών (Ε.Ε.-Mercosur) και της περαιτέρω απλούστευσης.
Στη σκιά των αλλαγών
Τα ζητήματα αυτά είναι παρόντα στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου Υπουργών Γεωργίας της Ε.Ε. όπως και στην τελευταία της περασμένης Δευτέρας, κατά την οποία έγινε μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το πώς διασφαλίζει η νέα ΚΑΠ την επισιτιστική ασφάλεια, τη στόχευση της στήριξης καθώς και την ετοιμότητα απέναντι σε κρίσεις και την ανάγκη αποθεματικών.
Το βέβαιο είναι ότι υπάρχει απόσταση τόσο σε σχέση με την πρόταση της Κομισιόν όσο και μεταξύ κρατών-μελών με τις ιδιαιτερότητες που υπάρχουν όχι μόνο σε επίπεδο γεωγραφικών δεδομένων και διάρθρωσης των αγροτικών εκμεταλλεύσεων αλλά και δημοσιονομικά.
Ο αρμόδιος επίτροπος Γεωργίας Κ. Χάνσεν παραδέχτηκε άλλωστε ότι υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση ως προς το μεγάλο «Κ» της ΚΑΠ (δηλαδή στο «Κοινή»), καθώς υπάρχουν πολύ διαφορετικά τμήματα των προϋπολογισμών στον πρώτο ή στον δεύτερο πυλώνα σε κάθε κράτος-μέλος, κάτι που αναγνώρισε ως «δύσκολο», ενώ πολλά φοβούνται ότι τελικά αυτό το «Κ» θα είναι μικρότερο. Θεωρεί πάντως ότι «δεν έχουμε να κάνουμε με επανεθνικοποίηση» αλλά υπάρχει ευελιξία και ταυτόχρονα η πολιτική παραμένει «κοινή», τοποθέτηση αμφισβητούμενη καθώς η ανησυχία πολλών κρατών επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτό το σημείο.
Ανώτατο όριο και φθίνουσα στήριξη
Πολλές αντιπροσωπείες ήταν επιφυλακτικές, ιδίως ως προς την εισαγωγή ανώτατου ορίου στις επιδοτήσεις (έως 100.000 ετησίως) και της φθίνουσας στήριξης, δηλαδή της σταδιακής μείωσης των ενισχύσεων ανά εκτάριο για τις μεγαλύτερες εκμεταλλεύσεις.
Ο επίτροπος στάθηκε μόνο στο ότι τα όρια θα αγγίξουν μόνο 4% των δικαιούχων της ΚΑΠ, καθώς και στο ότι αυτά τα χρήματα που θα κοπούν δεν χάνονται πηγαίνοντας σε ένα κεντρικό ταμείο αλλά παραμένουν στα κράτη-μέλη και θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, όπως επενδύσεις, αγροπεριβαλλοντικά μέτρα, για τις συνδεδεμένες ενισχύσεις κ.λπ., και με κάποιο τρόπο θα επιστρέφουν σε αυτούς που παράγουν πραγματικά και χρήζουν στήριξης.
Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Κ. Τσιάρας ζήτησε η φθίνουσα στήριξη, το ανώτατο όριο και οι συμπληρωματικές ενισχύσεις σε μικρούς και μεσαίους γεωργούς, σε αγρότες νεαρής ηλικίας και σε περιοχές με φυσικούς περιορισμούς, καθώς και η ενίσχυση της συνδεδεμένης ενίσχυσης να βασίζονται σε σαφή κριτήρια.
Αναφέρθηκε και στη μείωση της συνολικής χρηματοδότησης της ΚΑΠ και την ενσωμάτωση της γεωργίας σε ένα ευρύτερο ταμείο που θα καλύπτει πολλαπλές πολιτικές και συμπαρατάχθηκε με τις εύλογες, όπως είπε, επιφυλάξεις της Ιταλίας και των 6 για τον κίνδυνο που ελλοχεύει να οδηγηθούμε σε περιθωριοποίηση της αγροτικής ανάπτυξης, σε αυξανόμενο ανταγωνισμό για τους πόρους και εντέλει στο απευκταίο σενάριο επανεθνικοποίησης της ΚΑΠ.