Χωρίς τελικές αποφάσεις ολοκληρώθηκε η σειρά συναντήσεων που είχε και αυτή την εβδομάδα η κυβέρνηση με εκπροσώπους της βιομηχανίας, με αιχμή το υψηλό ενεργειακό κόστος, για το οποίο φαίνεται ότι ακόμη αναζητούνται εναλλακτικές προτάσεις-λύσεις.
Αυτή την εβδομάδα υπήρξε έντονη κινητικότητα στην κατεύθυνση αυτή, καθώς την Τρίτη πραγματοποιήθηκε συνάντηση του υφυπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Ν. Τσάφου με εκπροσώπους της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών (ΕΒΙΚΕΝ), ενώ την Τετάρτη με τον υφυπουργό συναντήθηκε αντιπροσωπεία του ΣΕΒ.
Χθες πραγματοποιήθηκε σύσκεψη υπό την προεδρία του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κ. Χατζηδάκη με την συμμετοχή των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κ. Πιερρακάκη, Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σ. Παπασταύρου, Ανάπτυξης Τ. Θεοδωρικάκου, καθώς και των υφυπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θ. Πετραλιά και Περιβάλλοντος και Ενέργειας Ν. Τσάφου. Από την πλευρά της βιομηχανίας ήταν μόνο ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σ. Θεοδωρόπουλος, αντιπροσωπεία του Συνδέσμου, καθώς και η πρόεδρος του ΣΒΕ, Λ. Σαράντη.
Πρόκειται για τη δεύτερη κατά σειρά σύσκεψη με διυπουργική σύνθεση (η πρώτη έγινε στις 22 Σεπτεμβρίου) που αφορά «στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας», αν και το βασικό επίδικο για όλους είναι το ενεργειακό κόστος. Σύμφωνα με κυβερνητικές πληροφορίες, χθες «έγινε εκ νέου ανταλλαγή απόψεων για το θέμα αυτό και η κυβέρνηση επιφυλάχθηκε να μελετήσει περαιτέρω το ζήτημα, πριν προβεί στις όποιες σχετικές πρωτοβουλίες».
Νωρίτερα χθες ο Σ. Παπασταύρου είχε δηλώσει ότι το κόστος είναι σημαντική παράμετρος για την ανταγωνιστικότητα και υπάρχουν δύο-τρία σενάρια που εξετάζονται, βλέποντας και τι κάνουν οι άλλες χώρες, τα οποία θα συζητούνταν και στη διυπουργική.
Η αρχική συζήτηση σε επίπεδο διυπουργικής κινήθηκε γύρω από την δυνατότητα υιοθέτησης του ιταλικού μοντέλου με ελληνικές προσαρμογές, που παρουσίασε ο ΣΕΒ, και βασιζόταν σε ένα «ενεργειακό δάνειο» για τρία χρόνια με κόστος 285 εκατ. ευρώ ετησίως, που θα έπρεπε να επιστραφεί σε βάθος 20ετίας με διπλάσια ενέργεια από αυτή που δανείστηκαν οι δικαιούχοι, στηρίζοντας νέες ΑΠΕ ύψους 1,75 GW περίπου και θα αφορούσε περί τις 400 επιχειρήσεις, και όχι μόνο την ενεργοβόρο βιομηχανία. Το σενάριο αυτό πέρα από το υψηλό του κόστος έχει διάφορα προβληματικά σημεία, καθώς πρέπει να διασφαλιστούν η διαφάνεια, η επιλεκτικότητα όρων και δικαιούχων και η αναλογικότητα καθώς και η αποφυγή υπεραντιστάθμισης, βασικές προϋποθέσεις για τη συμβατότητα του όποιου σχεδίου με τις προβλέψεις της Ε.Ε. για τις κρατικές ενισχύσεις.
Σήμερα τηρείται σιγή ως προς την συγκεκριμένη επιλογή με βάση την αρχική εκδοχή του ΣΕΒ και γίνεται λόγος για παραλλαγές αλλά και διάφορες εναλλακτικές που φτάνουν μέχρι το γνωστό μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ για τη βιομηχανία, για το οποίο πάντως έχουν συσσωρευτεί οφειλές από προηγούμενα έτη.
Θυμίζουμε ότι τον Ιούνιο σε κοινή τους ανακοίνωση 16 φορείς εκπροσώπησης του βιομηχανικού τομέα (πλην του ΣΕΒ) επεσήμαναν ότι η εγχώρια αγορά ενέργειας είναι μακράν η ακριβότερη στην Ευρώπη, θεωρώντας αυτονόητο ότι πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να ακολουθήσει το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών και βάσει του νέου πλαισίου της «Καθαρής Βιομηχανικής Συμφωνίας» να εφαρμόσει αντίστοιχα μέτρα μείωσης του ενεργειακού κόστους. Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις για την «καθαρή βιομηχανία», οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πλέον παροτρύνονται να υιοθετήσουν μέτρα επιδότησης του ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία τους, ενώ εισηγείται εκπτώσεις 50%, επί της τιμής αγοράς, για το 50% της κατανάλωσης κάθε βιομηχανίας, οι οποίες μπορεί να καταλήγουν σε τιμή έως 50 ευρώ/MWh.
Ο στόχος πάντως της κυβέρνησης είναι να γίνουν συγκεκριμένες εξαγγελίες την ερχόμενη Τρίτη στο πλαίσιο της γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ από τον ίδιο τον πρωθυπουργό.