Πρώτη φορά στη χώρα μας επιχειρείται μια προσπάθεια «από τα κάτω» προκειμένου να υποστηριχθεί συλλογικά το κοινωνικό δικαίωμα στη στέγη, σε ένα τοπίο που μοιάζει ζοφερό με τις δυσθεώρητες αυξήσεις στις τιμές των ενοικίων, την εμπορευματοποίηση της κατοικίας και τις επιδερμικές παρεμβάσεις από την πλευρά του κράτους. Οι προβλέψεις είναι δυσοίωνες και για το 2025, σύμφωνα με ειδικούς της αγοράς ακινήτων και μεσιτικά γραφεία, καθώς για τα ενοίκια αναμένονται νέα «υψηλά», κι ας έχει προηγηθεί μια αύξηση που αγγίζει το 60% την τελευταία οκταετία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, και το νέο έτος θα υπάρξει αύξηση της τάξης του 7%-8% και η επιπλέον επιβάρυνση στο κόστος ενοικίασης θα αφορά το σύνολο των μεγάλων αστικών κέντρων της χώρας, με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη να είναι πρωταθλήτριες.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία έρχεται από τη Θεσσαλονίκη με την επικείμενη σύσταση Ένωσης Ενοικιαστ(ρι)ών, εκ μέρους της οποίας μίλησε στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο Θοδωρής Καρυώτης. Όπως εξήγησε, «η πρωτοβουλία για τη σύσταση Ένωσης Ενοικιαστ(ρι)ών στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε τη δράση της στις αρχές του 2024 με σκοπό τη συλλογική υπεράσπιση του δικαιώματος στη στέγη, που πλήττεται από τις παράλογες αυξήσεις ενοικίων, την τουριστική και κερδοσκοπική χρήση του στεγαστικού αποθέματος και την αδράνεια του κράτους. Μετά από έναν γόνιμο χρόνο έρευνας, παρεμβάσεων, διαβουλεύσεων και προσθήκης νέων μελών η Ένωσή μας αποκτά προσεχώς νομική μορφή ως σωματείο. Ο σκοπός μας είναι διττός: από τη μία, να δημιουργήσουμε δομές αλληλοβοήθειας και άμεσης στήριξης ανάμεσα στα μέλη μας, από την άλλη να παρέμβουμε δυναμικά στον δημόσιο διάλογο προκειμένου να αντικρούσουμε τα επιχειρήματα όσων κερδοσκοπούν εις βάρος μας».
Στέρηση βασικών αγαθών για να πληρωθεί το ενοίκιο
«Ακούμε συχνά ότι η στεγαστική κρίση οφείλεται αόριστα στις “τάσεις της αγοράς”. Εμείς υποστηρίζουμε ότι οφείλεται σε συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που σκοπό είχαν την αναθέρμανση της κτηματαγοράς, οι οποίες οδήγησαν σε αύξηση αξιών γης και τιμής ενοικίων» συνεχίζει και περιγράφει πως «σήμερα στη Θεσσαλονίκη οι ενοικιαστές-τριες, σχεδόν το 1/3 του πληθυσμού, δαπανούμε περισσότερο από το μισό μας εισόδημα σε στεγαστικά κόστη, στερούμενοι άλλα βασικά αγαθά προκειμένου να αντεπεξέλθουμε. Ταυτόχρονα, αναγκαζόμαστε συχνά να αλλάζουμε σπίτι μπροστά στις παράλογες αυξήσεις των ενοικίων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: απώλεια φιλικών σχέσεων και δικτύων στήριξης, αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος για τα παιδιά μας κ.λπ.».
Είναι ενδεικτικό πως υπάρχουν καταγγελίες, που φτάνουν και στην υπό σύσταση Ένωση Ενοικιαστ(ρι)ών Θεσσαλονίκης, ακόμη και για τριπλασιασμό ενοικίων μετά τη λειτουργία του μετρό στη Θεσσαλονίκη σε περιοχές κοντά στους σταθμούς, δεδομένου ότι δεν υπήρξε καμία πρόνοια για συγκράτηση των τιμών. Επίσης, οικογένειες αναγκάζονται να μετακομίσουν σε περιοχές απομακρυσμένες από το πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης προκειμένου να αναζητήσουν μία οικονομικά πιο προσιτή κατοικία, ακόμη κι αν αυτό δυσχεραίνει την καθημερινότητά τους και ανατρέπει τα δεδομένα της ζωής τους. Τελευταία δε καταγράφεται η αδυναμία οικογενειών να στείλουν τα παιδιά τους για σπουδές στην πόλη της Θεσσαλονίκης, καθώς δεν μπορούν να ανταποκριθούν στo κόστος της φοιτητικής στέγης.
Ανάγκη διεύρυνσης των δικαιωμάτων των ενοικιαστών
Ενώ οι πιέσεις που υφίσταται η κοινωνική πλειονότητα από τη στεγαστική κρίση είναι έντονες και οι πρακτικές των εκμισθωτών συχνά καταχρηστικές, δυστυχώς παραμένει ζητούμενο η γνώση των δικαιωμάτων των ενοικιαστών-τριών. «Δυστυχώς, η γνώση των δικαιωμάτων των ενοικιαστών απουσιάζει, αφού μέχρι πρότινος για την πλειοψηφία η ενοικίαση θεωρούνταν προσωρινή, ένας προθάλαμος της ιδιοκατοίκησης. Σήμερα, που γίνεται μια μόνιμη κατάσταση, αναδεικνύεται η ανάγκη για διεύρυνση των δικαιωμάτων απέναντι στις καταχρηστικές πρακτικές εκμισθωτών και μεσιτών, αφού το υπάρχον πλαίσιο είναι ανεπαρκές» παρατηρεί ο Θ. Καρυώτης. Αναφερόμενος στις διεκδικήσεις της Ένωσης Ενοικιαστ(ρι)ών, υπογραμμίζει: «Απαιτούμε ένα νομικό πλαίσιο που να εγγυάται σταθερή, προσιτή και αξιοπρεπή κατοικία μέσω της διεύρυνσης των στεγαστικών δικαιωμάτων μας και του περιορισμού της αισχροκέρδειας: αύξηση της ελάχιστης υποχρεωτικής διάρκειας των μισθώσεων, απαγόρευση των καταχρηστικών ρητρών, πληρωμή των μεσιτικών αμοιβών μόνο από τους εκμισθωτές και ποιοτικούς ελέγχους των μισθωμένων κατοικιών, εξορθολογισμό των αυξήσεων των μισθωμάτων, όπως ισχύει σήμερα για τις εμπορικές μισθώσεις, αλλά και θέσπιση ανώτατου μισθώματος ανά οικιστική ζώνη, παλαιότητα και ενεργειακή κλάση του σπιτιού, όπως συμβαίνει στην Ολλανδία». «Η σημερινή κατάσταση, όπου μια μειοψηφία του πληθυσμού, οι εκμισθωτές, αισχροκερδεί εις βάρος των νοικοκυριών με την ανοχή του κράτους πρέπει να αντιστραφεί» προσθέτει.
Αποσπασματικά μέτρα από το κράτος
Σε σχέση με την κατεύθυνση στην οποία κινούνται οι παρεμβάσεις σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο γύρω από το ζήτημα ο Θ. Καρυώτης επισημαίνει: «Λείπει μια ολιστική αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Τα μέτρα που παίρνονται είναι αποσπασματικά και στοχεύουν κυρίως στην αναθέρμανση της κτηματαγοράς. Μέτρα, όπως το “Σπίτι μου”, αποκλείουν το μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που δεν έχει πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό και επιδεινώνουν τη στεγαστική κρίση αυξάνοντας τις τιμές. Προγράμματα, όπως το “Κάλυψη” και το “Ανακαινίζω-Νοικιάζω”, μεταφέρουν δημόσιους πόρους σε εκμισθωτές, χωρίς να προσφέρουν εγγυήσεις στεγαστικής ασφάλειας στους ενοικιαστές».
«Δεδομένου ότι η Ελλάδα παραμένει η μοναδική χώρα της Ε.Ε. χωρίς κοινωνική κατοικία και ουραγός σε όλους τους δείκτες στεγαστικής ασφάλειας, επείγει μια ενιαία και μακροπρόθεσμη κοινωνική στεγαστική πολιτική, που να προάγει τη διαχείριση και διάθεση του στεγαστικού αποθέματος με γνώμονα το κοινό συμφέρον. Αφενός με τον περιορισμό των κερδοσκοπικών πρακτικών και αφετέρου με τη δημιουργία αποθέματος κοινωνικής κατοικίας, το οποίο θα διαχειρίζονται μη κερδοσκοπικοί φορείς και θα το διαθέτουν σε προσιτές τιμές με κοινωνικά κριτήρια» συνεχίζει.
Αξιοποίηση κενών ακινήτων για το κοινό όφελος
Είναι αξιοσημείωτο πως, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού αντιμετωπίζει στεγαστικό αδιέξοδο στην προσπάθειά του να βρει μία προσιτή αξιοπρεπή κατοικία, υπάρχουν πολλά σπίτια που παραμένουν αδρανή. «Πράγματι», αναγνωρίζει ο κ. Καρυώτης, «πρόσφατες μελέτες τεκμηριώνουν την αύξηση των κενών, μη χρησιμοποιούμενων κατοικιών και δείχνουν τους διαφορετικούς λόγους της εγκατάλειψής τους: η οικονομική δυσπραγία των ιδιοκτητών, το περίπλοκο ιδιοκτησιακό καθεστώς, οι κερδοσκοπικές στρατηγικές δρώντων της αγοράς, αλλά και το κύμα πλειστηριασμών. Πολλά από τα κενά ακίνητα ανήκουν στο Δημόσιο, αλλά δεν αξιοποιούνται για το κοινό όφελος». Και συμπληρώνει: «Κάποια από τα ακίνητα αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν με κίνητρα στους μικρούς ιδιοκτήτες και μέτρα που θα αποθαρρύνουν τη μακροχρόνια διατήρηση κενών ακινήτων από μεγάλους ή θεσμικούς ιδιοκτήτες. Αυτό, όμως, θα πρέπει να είναι μέρος μιας συνεκτικής στεγαστικής πολιτικής για τους πολλούς και όχι κερδοσκοπική ευκαιρία για λίγους, όπως είναι τα περισσότερα προγράμματα που παρουσιάζονται ως στεγαστικά. Θετικά κινείται το πρόγραμμα κοινωνικής στέγασης του Δήμου Θεσσαλονίκης, που μέσω ενός Φορέα Κοινωνικής Μίσθωσης διαθέτει κλειστά ακίνητα του Δημοσίου σε προσιτές τιμές ενοικίασης, αλλά θα πρέπει το πρόγραμμα να χρηματοδοτηθεί επαρκώς».
Αφαντες οι ανάγκες των ενοικιαστών από τον δημόσιο διάλογο
Παρότι το ζήτημα της στέγασης αναδεικνύεται σε ένα μείζον κοινωνικό θέμα, δεν φαίνεται να απασχολεί με ένταση τον δημόσιο διάλογο. «Προφανώς οι διεκδικήσεις και οι ανάγκες των ενοικιαστών δεν έχουν την παρουσία που τους αναλογεί στον δημόσιο διάλογο, παρά το μέγεθος της στεγαστικής κρίσης και το αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει πολλά νοικοκυριά. Η έλλειψη αυτή έχει πολλές αιτίες. Κάποιες έχουν να κάνουν με τη χρονική συγκυρία, αφού διανύουμε μια εποχή αποδυνάμωσης της δημόσιας σφαίρας και απονομιμοποίησης των συλλογικών διεκδικήσεων. Μια από τις βαθύτερες αιτίες, ωστόσο, είναι ότι ιστορικά η κατοικία ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε ως κοινωνικό δικαίωμα, δεδομένης της μέχρι πρότινος πρωτοκαθεδρίας της ιδιοκατοίκησης. Στη συνείδηση πολλών συμπολιτών μας το δικαίωμα απεριόριστης αξιοποίησης της ιδιοκτησίας υπερτερεί ακόμα του δικαιώματος σε αξιοπρεπή κατοικία. Γι’ αυτό και, παραδόξως, στον δημόσιο διάλογο υπερισχύει η φωνή των επωφελούμενων από τη στεγαστική κρίση, των εκμισθωτών, και όχι των ζημιωμένων από αυτή, των ενοικιαστών» υπογραμμίζει. «Αυτήν την κατάσταση καλούμαστε να αλλάξουμε μέσα από την οργάνωσή μας σε έναν ανεξάρτητο και μαχητικό συλλογικό φορέα» προσθέτει.
Μοίρασμα εμπειριών και συλλογική διεκδίκηση
«Είναι έτοιμος ο κόσμος στη χώρα μας να μοιραστεί εμπειρίες και να διεκδικήσει συλλογικά ώστε να υπάρξουν λύσεις στα προβλήματα στέγασης;» ρωτάμε τον κ. Καρυώτη. «Η πρωτοβουλία μας έχει να αντιμετωπίσει μια ιδιαιτερότητα: Στην Ελλάδα η κατοικία δεν θεωρείται κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ατομική και οικογενειακή υπόθεση. Κατ’ επέκταση, η στεγαστική επισφάλεια βιώνεται ως ατομική αποτυχία και έτσι δυσχεραίνεται η συλλογική διεκδίκηση λύσεων» απαντά, σημειώνοντας πως «στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα ασφαλές πλαίσιο στο οποίο ως ενοικιαστές και ενοικιάστριες θα μοιραστούμε και θα επικοινωνήσουμε το βίωμά μας, θα κατανοήσουμε τις κοινές αιτίες των προβλημάτων και θα αναζητήσουμε συλλογικές λύσεις. Η ανταπόκριση του κόσμου είναι πολύ θετική και η προσέλευση στις συναντήσεις μας όλο και μεγαλύτερη. Προσκαλούμε σε αυτές τις συναντήσεις όλους τους κατοίκους της πόλης που αντιμετωπίζουν στεγαστική επισφάλεια, είτε βρίσκονται στο ενοίκιο είτε όχι».