Live τώρα    
Απομονωμένη η Ευρωζώνη σε G20 και σύνοδο ΔΝΤ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Απομονωμένη η Ευρωζώνη σε G20 και σύνοδο ΔΝΤ

Πιο απομονωμένη παρά ποτέ είναι η Ευρωζώνη στα δύο μεγάλα οικονομικά ραντεβού των ημερών, τη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών και των κεντρικών τραπεζιτών των G20 και την εαρινή σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Απομονωμένη και υπό πίεση, καθώς η ευρωπαϊκή συνταγή της λιτότητας, με τη γερμανική υπογραφή, θεωρείται από τον υπόλοιπο κόσμο άκρως προβληματική και επικίνδυνη για την παγκόσμια οικονομία. Δεν είναι τυχαίο, ότι κατά την έναρξη της συνόδου του ΔΝΤ, η διευθύντριά του, Κριστίν Λαγκάρντ, κάλεσε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να κάνει περισσότερα για να τονώσει την ανάπτυξη, ενώ αντίθετα καλωσόρισε τις πρόσφατες αποφάσεις της Τράπεζας της Ιαπωνίας, η οποία άρχισε αφειδώς να κόβει χρήμα, να αγοράζει κρατικά ομόλογα κι άφησε να εννοηθεί ότι θα αγοράσει και επιχειρηματικά χρεώγραφα.

«Από όλες τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες στον κόσμο, η ΕΚΤ είναι η μόνη η οποία έχει ξεκάθαρα περιθώρια για να ελιχθεί», είπε κομψά η Λαγκάρντ, την ώρα που χαρακτήριζε το πρόγραμμα της κεντρικής τράπεζας της Ιαπωνίας για την απεγκλωβισμό της οικονομίας από τον αποπληθωρισμό «φιλόδοξο» και με «θετικές επιπτώσεις». Πίσω από τη δήλωση της Λαγκάρντ για τα περιθώρια ελιγμού της ΕΚΤ, πολλοί διαβάζουν το αίτημα να μειώσει τα επιτόκια παρέμβασης του ευρώ. Κι άλλοι τόσοι προβλέπουν ότι αυτό μπορεί να γίνει μέχρι τον Ιούνιο. Αλλά μια μείωση του ήδη ιστορικά χαμηλού επιτοκίου δεν φέρνει την άνοιξη, εάν δεν βρεθεί ένας τρόπος να φτάσει το φθηνό χρήμα στα ταμεία των παραγωγικών επιχειρήσεων. Πολλές προσδοκίες από πιθανή μείωση του επιτοκίου του ευρώ δεν έχει ούτε ο διοικητής της γερμανικής Bundesbank, Γενς Βάιντμαν, ο οποίος υποστήριξε χθες σε συνέντευξή του στη Wall Street Journal ότι «θα χρειαστεί μία δεκαετία» για να ξεπερασθεί η ευρωπαϊκή κρίση χρέους. Σύμφωνα με τον Βάιντμαν, θα βρεθεί διαρκής λύση στο ευρωπαϊκό πρόβλημα «μόνο όταν οι πολιτικοί σταματήσουν να βασίζονται στην ΕΚΤ» και προωθήσουν μεγάλης κλίμακας διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.


Ευρωζώνη: Πάμε καλά...

Στο μεταξύ, τη δική τους γραμμή υπεράσπισης παρουσίασαν πριν από την έναρξη των δύο συνόδων οι πέντε θεσμικοί διαχειριστές της ευρωκρίσης με κοινό άρθρο τους στον αμερικανικό Τύπο, προκαλώντας μεγαλύτερη ένταση, αντί να λειτουργήσουν πειστικά. Έγραψαν, λοιπόν, ο πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Ντέισελμπλουμ, ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Όλι Ρεν, το μέλος του διευθυντηρίου της ΕΚΤ, Γεργκ Άσμουσεν, ο διευθυντής του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ, και ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Βέρνερ Χόγερ (ένας Ολλανδός, ένας Φινλανδός και τρεις Γερμανοί, για να μην ξεχνιόμαστε), ότι τελικά «αποφέρει καρπούς» ο τρόπος με τον οποίο η Ευρωζώνη αντιμετωπίζει την κρίση.
«Όλα δεν έχουν έρθει ακόμη στη θέση τους. Όμως είναι σαφές ότι η απάντησή μας στην κρίση συμβάλλει στην εκ νέου εξισορρόπηση της οικονομίας της Ευρωζώνης και εγγυάται για την ακεραιότητα του ευρώ», γράφει η πεντάδα, και συνεχίζει, υποστηρίζοντας ότι, «μέσα στη θύελλα, ενισχύσαμε τα θεμέλια της νομισματικής ένωσης και βελτιώσαμε τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών μας».

Στο άρθρο των πέντε δεν υπάρχει η λέξη "λιτότητα", αλλά μόνο κάποια κομψά συνώνυμά της. Οι Ντέισελμπλουμ και σία θεωρούν ως εκ των ων ουκ άνευ τους βασικούς πυλώνες της απάντησής τους στην κρίση, μεταξύ των οποίων η ενίσχυση της δημοσιονομικής επίβλεψης των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, το πρόγραμμα εξαγοράς του χρέους της ΕΚΤ, η δημιουργία μόνιμου τείχους ασφαλείας και η υποστήριξη που προσφέρεται, συχνότερα μαζί με το ΔΝΤ, στις χώρες που χρειάζονται οικονομική βοήθεια.

«Οι αγορές χαιρετίζουν τις προσπάθειές μας», λένε οι πέντε και υποστηρίζουν ότι «η Ευρωζώνη έχει δείξει μια δυνατότητα αντίστασης και μια ικανότητα να επιλύει τα προβλήματά της, την οποία ορισμένοι παρατηρητές ούτε καν υποψιάζονταν πριν από ένα έτος», κι ότι θα βγει «πιο ισχυρή» από την κρίση.

Το μόνο που παραδέχονται οι διαχειριστές της κρίσης είναι ότι «η απαραίτητη δημοσιονομική προσαρμογή συνεπιφέρει σοβαρές κοινωνικές προκλήσεις, κυρίως υπό την μορφή μιας απαράδεκτα υψηλής ανεργίας», αλλά απαντήσεις στο πώς θα αντιμετωπιστούν αυτές δεν δίνουν.

ΗΠΑ και αναπτυσσόμενες: «Κόψτε τη λιτότητα»

Η επιχειρηματολογία των πέντε δεν πείθει ούτε το ΔΝΤ -όπως φάνηκε κι από την εξαμηνιαία έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία, όπου επισημαίνει ότι η ύφεση που προκαλεί η λιτότητα στην Ευρωζώνη είναι ο μείζων κίνδυνος και για τους άλλους- ούτε τις ΗΠΑ και τις αναπτυσσόμενες χώρες που συμμετέχουν στο κλαμπ των G20. Θεωρητικά, οι G20 είχαν δεσμευτεί να μειώσουν μακροπρόθεσμα το χρέος τους, όπως επέμενε η Γερμανία, τώρα όμως οι περισσότερες χώρες φοβούνται ότι εάν τεθούν αυστηροί στόχοι για τη μείωση του χρέους, οι περικοπές που συνεπάγεται κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσουν σε εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη. Μάλιστα, η Ουάσινγκτον τάσσεται κατά του προσδιορισμού συγκεκριμένου στόχου μείωσης του χρέους.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν χώρες -όχι μόνο η Γερμανία- που υποστηρίζουν την πρόταση για μείωση του χρέους μακροπρόθεσμα σε κάτω από το 90% του ΑΕΠ, ακόμη κι αν έχει αποδειχθεί ότι το μοντέλο που χρησιμοποιήθηκε από τους οικονομολόγους για να καθοριστεί αυτό το ποσοστό ήταν λανθασμένο. Οι ίδιες χώρες φοβούνται ότι οι χαλαρές δημοσιονομικές πολιτικές μπορεί να ανοίξουν τον δρόμο για μελλοντικές κρίσεις. «Ο στόχος είναι και παραμένει το βιώσιμο επίπεδο χρέους. Ορισμένοι θεωρούν ότι μπορεί να επιτευχθεί με δημοσιονομική προσαρμογή, άλλοι λένε με ανάπτυξη. Εμείς λέμε, με φιλική προς την ανάπτυξη προσαρμογή», δήλωσε στο Reuters Γερμανός αξιωματούχος, εκφράζοντας πιστά τη γραμμή του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών.

Η κόντρα για την Ιαπωνία

Κι ενώ ο καυγάς της Ευρωζώνης με όλους είναι προδιαγεγραμμένος, φαίνεται να πέφτουν οι τόνοι στην άλλη κόντρα που μαίνεται αυτό το διάστημα στους κόλπους των G20, αυτή για την απίστευτη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής της Ιαπωνίας, που πολλοί την είχαν χαρακτηρίσει προ μηνών κήρυξη «νομισματικού πολέμου». Ναι μεν, οι άλλες βιομηχανικές χώρες ανησυχούν από την επιθετική πολιτική της Τράπεζας της Ιαπωνίας και την υποτίμηση του γεν, πλην όμως δεν βγαίνουν στα κεραμίδια. «Όλοι έχουν συμφέρον από μια ισχυρή ιαπωνική οικονομία, αλλά οι συνέπειες των μέτρων αυτών και η βιωσιμότητά τους πρέπει να διερευνηθούν», δήλωσε κομψά ένας αξιωματούχος που συμμετέχει στη σύνοδο των G20, ενώ έτερος αξιωματούχος, αυτός από την Ευρωζώνη, υποστήριξε ότι «η γενική άποψη είναι ότι οι πρωτοβουλίες που πήρε η Ιαπωνία, οι οποίες επικεντρώνονται στα εγχώρια προβλήματά της, κινούνται στη σωστή κατεύθυνση», πλην όμως πρέπει «να συζητήσουμε για τις συνέπειες που θα υπάρξουν έξω από την Ιαπωνία, περιλαμβανομένων των συναλλαγματικών ισοτιμιών».

Πάντως, εκτιμάται ότι οι υπουργοί Οικονομικών και οι διοικητές κεντρικών τραπεζών των G20 θα επιβεβαιώσουν τη δέσμευση που ανέλαβαν τον περασμένο Φεβρουάριο να αποφύγουν ανταγωνιστικές υποτιμήσεις των νομισμάτων τους.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0