Η Ελλάδα διανύει περίοδο υψηλών θερμοκρασιών, με αποτέλεσμα να αυξάνεται και η ζήτηση ενέργειας. Τους καλοκαιρινούς μήνες ανέκαθεν καταγράφεται υψηλή ζήτηση ενέργειας στην Ελλάδα και λόγω της τουριστικής κίνησης. Ωστόσο, τον τελευταίο χρόνο, κυρίως τους χειμερινούς μήνες καταγράφηκε σημαντική μείωση της ζήτησης, εξαιτίας της ενεργειακής κρίσης, γεγονός που αποτυπώνεται σε όλα τα ενημερωτικά δελτία του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας.
Ομως από την προηγούμενη εβδομάδα οι υψηλές θερμοκρασίες άλλαξαν τα δεδομένα και έφεραν στην επικαιρότητα την ανάγκη ευστάθειας του ενεργειακού συστήματος. Οι διαφορές στη ζήτηση ενέργειας τις τελευταίες μέρες συγκριτικά με τις αρχές του μήνα είναι μεγάλες, αν λάβει κάποιος υπόψη το γεγονός πως, σύμφωνα με στοιχεία του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, τη Δευτέρα 3 Ιουλίου η κορύφωση της ζήτησης καταγράφηκε στις 12:30, φτάνοντας τα 7.031 MW. 17 ημέρες αργότερα, τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Ειδικότερα, την περασμένη Πέμπτη στις 12:30 η ζήτηση διαμορφώθηκε στα 10.028 MW. Τα ερωτήματα είναι πολλά, όπως ποιο είναι το ενεργειακό μείγμα της χώρας. Σύμφωνα πάλι με στοιχεία του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ), για την ίδια ώρα, τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας αλλά και οι θερμικές μονάδες παρείχαν στο σύστημα τον ίδιο περίπου όγκο ενέργειας, 4.400 MW ξεχωριστά. Δηλαδή 8.830 MW παρήγαγαν οι δύο τεχνολογίες. Η εικόνα αυτή όμως είναι τελείως διαφορετική τις νυχτερινές ώρες, καθώς αφενός μειώνεται η ζήτηση, αφετέρου το μεγαλύτερο μερίδιο στην παραγωγή το διαθέτουν οι θερμικές μονάδες. Μια εξήγηση είναι η απουσία έργων αποθήκευσης για τα έργα των ΑΠΕ. Στο ενεργειακό σύστημα της χώρας συνεισφέρουν βέβαια και οι μονάδες λιγνίτη αλλά και φυσικού αερίου. Στη «μάχη» για την κάλυψη των αναγκών έχει μπει και η υπερσύγχρονη μονάδα της ΔΕΗ Πτολεμαΐδα 5. Αξίζει να σημειωθεί πως και για την επόμενη εβδομάδα, σύμφωνα με στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών αναμένεται να υπάρχει εκτίναξη της ζήτησης, η οποία αναμένεται να κορυφωθεί στις 26 Ιουλίου με 9.780 MW. Ένα άλλο ερώτημα είναι πόσο προετοιμασμένο είναι το ενεργειακό σύστημα της χώρας για να αντέξει την υψηλή ζήτηση. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα φαίνεται να ανταποκρίνεται με θετικό τρόπο και δεν φαίνεται να απειλείται η ευστάθεια του συστήματος, ούτε και λόγω των πυρκαγιών. Βέβαια, είναι ακόμα νωρίς να γίνει καταγραφή των ζημιών που έχει υποστεί το δίκτυο. Σημαντικός παράγοντας είναι το γεγονός πως οι περισσότερες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος είναι «ετοιμοπόλεμες».
Η υψηλή ζήτηση
Το φαινόμενο της υψηλής ζήτησης δεν παρατηρείται, φυσικά, μόνο στη χώρα μας. Αρκετές χώρες στη Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη βρίσκονται υπό πίεση, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούν τους 40 βαθμούς Κελσίου. Οι υψηλές θερμοκρασίες έφεραν εκτίναξη της ζήτησης, όπως στην Ιταλία, την Κροατία, αλλά και τη Ρουμανία. Να σημειωθεί πως η παραγωγή ηλιακής και αιολικής ενέργειας τις πρώτες δύο εβδομάδες του Ιουλίου παρέμεινε στα ίδια επίπεδα. Την ίδια περίοδο καταγράφηκε μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου πανευρωπαϊκά, που οδήγησε και σε πτώση των τιμών. Η πτώση των τιμών οφείλεται και στο γεγονός ότι αυξήθηκε η παραγωγή στο κοίτασμα Troll στη Νορβηγία, με την ολοκλήρωση της συντήρησης των μονάδων επεξεργασίας φυσικού αερίου.
Ενδιαφέροντα στοιχεία για την παγκόσμια ζήτηση αναφέρει, σε έκθεσή του, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας. Συγκεκριμένα, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να μειωθεί κατά 3%. Το ίδιο ποσοστό είχε καταγραφεί και το 2022. Μετά από αυτές τις δύο διαδοχικές μειώσεις, οι οποίες αποτελούν τη μεγαλύτερη πτώση της ζήτησης στην Ε.Ε. που έχει καταγραφεί, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ε.Ε. αναμένεται να μειωθεί στα επίπεδα που παρατηρήθηκαν τελευταία φορά το 2002. Επομένως, η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί κατά ελαφρώς λιγότερο από 2% φέτος, από 2,3% το 2022. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του οργανισμού, η ισχυρή ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας παγκοσμίως σημαίνει ότι βρίσκονται σε καλό δρόμο για να ανταποκριθούν στις εκτιμήσεις για αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας τα επόμενα δύο χρόνια. Μέχρι το 2024, το μερίδιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην παγκόσμια παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας θα ξεπεράσει το ένα τρίτο.
Στο πλαίσιο αυτό, παραμένει ερώτημα εάν η χώρα μας θα ανταποκριθεί σε ένα από τα ζητούμενα, που είναι η επέκταση του δικτύου, προκειμένου να αποδεχτεί το νέο όγκο έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Δεύτερον, εάν θα προχωρήσει ο εκσυγχρονισμός του δικτύου για να αντεπεξέλθει στις συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή.