Του Βασίλη Δρουκόπουλου
«Τα κέρδη είναι σαν τα λουκάνικα [...] εκτιμώνται ιδίως από όσους γνωρίζουν ελάχιστα για το τι περιέχουν». Alvin Toffler
Με αφορμή την πρόσφατη δήλωση περί κατώτατων μισθών θα ήθελα να επαναλάβω τη γνώμη ότι τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί κατά καιρούς από μνημονιακούς οικονομολόγους τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα, περί κατώτατων (ή μη) μισθών, ανταγωνιστικότητας, κόστους εργασίας και πληθωρισμού, στην πλειοψηφία τους, όχι μόνον προσδιορίζονται από την υιοθέτηση μιας ανομολόγητης ταξικής ιδεολογικής προσέγγισης, αλλά και είναι εσκεμμένα ελλιπή, ύποπτα ώς και εμπειρικά λανθασμένα. Σ' αυτό το σύντομο κείμενο δεν θα επανέλθω σ' αυτά. Ήδη οι απόψεις μου έχουν καταγραφεί στα εξής δύο άρθρα: «Περί κατώτατων μισθών, ή η ανήσυχος μέριμνα για τους ανέργους», Θέσεις, Τεύχος 119, Απρίλιος - Ιούνιος 2012, που έχει αναρτηθεί και στο www.leftlab.gr (14.2.2013) και «Η ενοχοποίηση της εργασίας και το αναμάρτητο του κεφαλαίου: προτροπές, κατηγορίες και επιχειρήματα για την ανταγωνιστικότητα, τους μισθούς και τα κέρδη», Θέσεις, Τεύχος 121, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2012, που και αυτό έχει αναρτηθεί στον ίδιο ιστότοπο, την ίδια ημερομηνία.
Επιθυμώ όμως τώρα να αναφερθώ στα ευρήματα μιας πολύ πρόσφατης μελέτης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Elena Angelini et al., “Learning about wage and price mark-ups in euro area countries”, Working Paper, 1512, ECB, February 2013). Για τη χώρα μας επισημαίνεται (σ. 7) ότι ο μέσος ρυθμός μεταβολής του μοναδιαίου κόστους εργασίας μεταξύ 2008 και 2012 ήταν μηδενικός. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα φαίνεται να αποτελεί τη μοναδική περίπτωση ανάμεσα σε άλλες εννέα χώρες της Ευρωζώνης όταν για το ίδιο διάστημα ο μέσος ρυθμός μεταβολής των ονομαστικών μισθών είναι αρνητικός, όπως επίσης (περίπου ίσος) και εκείνος της παραγωγικότητας! Αλλά τα ευρήματα της μελέτης δεν περιορίζονται εδώ. Προκύπτει επίσης ότι το μέτρο κερδοφορίας «ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα» (gross operating surplus) είναι το υψηλότερο για την ίδια περίοδο απ' εκείνο όλων των υπολοίπων χωρών.
Τέλος, παρατηρείται ότι την περίοδο 1999-2007, στην Ελλάδα, όπως και στην Ιρλανδία και Ισπανία, η συμβολή του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος στον αποπληθωριστή του ΑΕΠ (μέτρο πληθωρισμού) ήταν μεγαλύτερη απ' ό,τι η συμβολή του ονομαστικού κόστους εργασίας. Για την πιο πρόσφατη περίοδο 2008-2012 η μείωση του πληθωρισμού στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση των μισθών, ενώ, αντίθετα, σ' αυτό δεν συνέβαλε η κερδοφορία, που παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη (σ. 8).
Ας μου επιτραπεί τώρα η παράθεση μερικών σχετικών αποσπασμάτων, χωρίς σχόλια πλην ενός, από τα δυο άρθρα που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Κρίνω ότι είναι ιδιαίτερα ταιριαστά και επίκαιρα.
«Η σημερινή μορφή της ανεργίας στην Ελλάδα είναι κεϋνσιανού τύπου και απαιτεί ενίσχυση της ζήτησης για να περιοριστεί. Όχι την περιστολή που γίνεται. Η μείωση των μισθών επιτείνει την ύφεση και βελτιώνει οριακά ή και καθόλου την ανταγωνιστικότητα τιμών και το εξωτερικό ισοζύγιο», Ν. Ζόνζηλος, «Επενδύσεις, ανάπτυξη, ανεργία: προτάσεις βελτίωσης στο μείγμα οικονομικής πολιτικής για καταπολέμηση της ανεργίας και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας», ΙΟΒΕ, Ιανουάριος 2012, σ. 28.
«[...] παρατηρείται ότι από τη σύγκριση της [...] μείωσης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας το 2011 με την αύξηση του αποπληθωριστή του ΑΕΠ (κατά 1,6%) προκύπτει διεύρυνση του περιθωρίου κέρδους στην οικονομία συνολικά. Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από τις προβλέψεις για τη διετία 2012-2013», Τράπεζα της Ελλάδος, Έκθεση του διοικητή για το Έτος 2011, ΤτΕ, Αθήνα, 2012, σ. 86.
«Οποτεδήποτε ο νόμος προσπάθησε να ρυθμίσει τον μισθό των εργατών, αυτό γινόταν πάντα με σκοπό τη μείωση και όχι την αύξησή του», Adam Smith, Έρευνα για τη Φύση και τις Αιτίες του Πλούτου των Εθνών, μτφ. Χρήστος Βαλλιάνος, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000 [1776], σ. 196.
«Ένας χαμηλότερος κατώτατος μισθός θα συμβάλει στη μείωση της απόκλισης στην ανταγωνιστικότητα και επίσης θα βοηθήσει ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους να αποκτήσουν ένα πάτημα στην αγορά εργασίας. Η ανεργία των νέων στην Ελλάδα είναι οδυνηρά υψηλή, κοντά στο 40%» (IMF Survey Magazine, 15/3/2012). Ήδη τον Νοέμβριο του 2012, το ποσοστό της ανεργίας στην ομάδα ηλικίας 15-24 ετών είχε εκρηκτικά ανέλθει στο θεόρατο 61,7%, ενώ αναδρομικά από 14/2/2012 είχαν περικοπεί κατά 22% τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων και κατά 32% για τους νέους κάτω των 25 ετών. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι πράγματι οι νέοι, αντί για «πάτημα στην αγορά εργασίας» σύμφωνα με το ΔΝΤ, «πατήθηκαν» πολύ γερά στην αγορά εργασίας. Σε λίγο βέβαια οι περικοπές θα σταματήσουν γιατί απλούστατα θα πάψουν σχεδόν να υπάρχουν νέοι μισθωτοί εργαζόμενοι. Μήπως πρόκειται πάλι για ένα ακόμα «λάθος» του ΔΝΤ;
Μάλλον ας μην περιμένουμε τον σχολιασμό των επισημάνσεων της μελέτης της ΕΚΤ. Πέραν της επιλεκτικής ψιμυθίωσης και της δημιουργικής στατιστικής των στοιχείων υπάρχει και η βαθύτατη σιωπή των λαλίστατων, κατά τα άλλα, μνημονιακών οικονομολόγων, που όμως ταυτόχρονα είναι τόσο εύγλωττη και διαπεραστική ώστε σπάει τα ακουστικά μας τύμπανα. Θα περιορίζονται μόνο στο να αρθρώνουν εμφατικά και απεγνωσμένα τη μόνιμη επωδό: «Απαιτείται να μειωθούν οι μισθοί για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα».