Οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) καταγράφονται συγκεντρωτικά, αλλά και αναλυτικά ανά λειτουργία (συντάξεις, ασθένεια, αναπηρία, ανεργία, στέγαση, οικογένεια, κοινωνικός αποκλεισμός), σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ολοκληρωμένων Στατιστικών Κοινωνικής Προστασίας (ESSPROS), που θεσπίστηκε με τον Κανονισμό 458/2007. Το ESSPROS είναι ένα μεθοδολογικό πλαίσιο βασισμένο σε κοινά πρότυπα, ορισμούς, ταξινομήσεις και κανόνες λογιστικής, με σκοπό την παρακολούθηση των στατιστικών στοιχείων εσόδων και δαπανών κοινωνικής προστασίας σε συγκρίσιμη βάση. Από την ανάλυση των στοιχείων αυτών για την Ελλάδα και τις άλλες χώρες της Ε.Ε. προκύπτουν ορισμένες χρήσιμες διαπιστώσεις για τον ανασχεδιασμό και την άσκηση της κοινωνικής πολιτικής:
Πρώτον, το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου είναι κυρίως προσανατολισμένο στις συντάξεις, οι οποίες αποτελούν τα 2/3 περίπου των κοινωνικών δαπανών. Οι υπόλοιπες παροχές αφορούν τα κοινωνικά επιδόματα (ανεργίας, οικογενειακά, αναπηρίας κ.ά.), που ενισχύουν περισσότερο τους οικονομικά ασθενέστερους. Πιο αναλυτικά, για την Ελλάδα, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες (παροχές γήρατος και χηρείας) αποτελούν το 64,1% των συνολικών δαπανών κοινωνικής προστασίας (έναντι 46,1% για τις χώρες της Ε.Ε. ως σύνολο). Ακολουθούν οι δαπάνες για παροχές ασθένειας, που αποτελούν το 19,8%, ενώ για το σύνολο των υπόλοιπων κοινωνικών δαπανών για την οικογένεια και τα παιδιά, την ανεργία, την αναπηρία, τη στέγαση και τον κοινωνικό αποκλεισμό διατίθεται μόλις το 16,2% των δαπανών κοινωνικής προστασίας. Με άλλα λόγια, η κοινωνική δαπάνη εκτός των συντάξεων είναι μικρή. Η ενίσχυση των δαπανών αυτών και η αποτελεσματικότερη στόχευσή τους προς αυτούς που πραγματικά έχουν ανάγκη πρέπει να τεθούν στο επίκεντρο της κοινωνικής πολιτικής.
Η αναδιανεμητική επίδραση των κοινωνικών δαπανών είναι σημαντική, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ε.Ε., ενώ η ικανότητα των δαπανών αυτών, και κυρίως των συντάξεων, να μειώνουν την ανισότητα και τον κίνδυνο φτώχειας έχει βελτιωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία στην περίπτωση της Ελλάδος. Πράγματι, όπως προκύπτει από την πιο πρόσφατη Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC έτους 2020, εισοδήματα 2019), το σύνολο των κοινωνικών δαπανών στην Ελλάδα περιορίζουν τον κίνδυνο φτώχειας κατά 31,9 ποσοστιαίες μονάδες (βλ. δελτίο Τύπου ΕΛΣΤΑΤ «Κίνδυνος Φτώχειας», 23 Σεπτεμβρίου 2021). Το ευεργετικό αυτό αποτέλεσμα δημιουργείται κυρίως από τις συντάξεις (κατά 26,0 μονάδες) και λιγότερο από τα κοινωνικά επιδόματα (κατά 5,9 μονάδες). Με αυτά τα δεδομένα, είναι επιτακτική ανάγκη οι πόροι που διατίθενται για τα κοινωνικά επιδόματα να ενισχυθούν και, επιπλέον, να φτάνουν στους πραγματικούς δικαιούχους, ώστε να μειώνουν ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο φτώχειας και την ανισότητα.
Δεύτερον, η απουσία κοινωνικών δαπανών για τη στήριξη των στεγαστικών αναγκών των ελληνικών νοικοκυριών είναι αποτέλεσμα της έλλειψης στεγαστικής πολιτικής στη χώρα μας, με πολλαπλές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Είναι ανάγκη το ζήτημα της στεγαστικής πολιτικής να τεθεί κατά προτεραιότητα στον δημόσιο διάλογο. Ιδιαίτερη έμφαση πλέον πρέπει να δοθεί στη διευκόλυνση των νεαρών ζευγαριών για την απόκτηση κατοικίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με κατάλληλες οικονομικές, διοικητικές και άλλες παρεμβάσεις, που, εκτός των άλλων, θα στηρίξουν τα εισοδήματά τους και τη θέση τους στην αγορά εργασίας και θα διευκολύνουν την πρόσβασή τους στη στεγαστική πίστη. Η απόκτηση κατοικίας αποτελεί τη σημαντικότερη μορφή συσσώρευσης πλούτου για τα περισσότερα νοικοκυριά, ενώ ο αποκλεισμός των νέων από την δυνατότητα αγοράς κατοικίας μπορεί να δημιουργήσει στρεβλώσεις σε σημαντικές αποφάσεις τους, όπως είναι η δημιουργία οικογένειας και η απόκτηση παιδιών, με μακροχρόνιες δημογραφικές και οικονομικές επιπτώσεις.
Η έλλειψη μιας συνεκτικής στεγαστικής πολιτικής, που να διευκολύνει την απόκτηση κατοικίας, όπως είναι φυσικό, έχει συμβάλει στη μείωση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης που καταγράφεται τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες. Οι σχετικές μελέτες έχουν δείξει ότι η μείωση του ποσοστού ιδιοκατοίκησης σχετίζεται τόσο με τις συνθήκες που επικρατούν στην ίδια την αγορά κατοικίας όσο και με την επισφάλεια στην αγορά εργασίας, την αβεβαιότητα για την απασχόληση, αλλά και την αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας. Τα χαμηλά και αβέβαια εισοδήματα των νεαρών νοικοκυριών καθιστούν δύσκολη την απόκτηση κατοικίας και τα ίδια τα νοικοκυριά απρόθυμα να διακινδυνεύσουν μια τόσο σημαντική και σχετικά πιο δύσκολα ρευστοποιήσιμη επένδυση. Ως αποτέλεσμα, τα νοικοκυριά αυτά συσσωρεύουν λιγότερο πλούτο, ενώ διαμένουν για περισσότερο χρόνο στην πατρική κατοικία. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται πλέον ξεκάθαρα και στην Ελλάδα, όπου οι νεότερες γενιές είναι λιγότερο πιθανό να ζουν στο δικό τους σπίτι από ό,τι οι παλαιότερες γενιές ίδιας ηλικίας.
Τέλος, οι κοινωνικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια, και κυρίως κατά την περίοδο των Μνημονίων, φαίνεται ότι ήταν πιο αποτελεσματικές στον περιορισμό της φτώχειας των ηλικιωμένων, αλλά λιγότερο αποτελεσματικές για άλλες κοινωνικά ευπαθείς ομάδες και ιδιαίτερα τους νέους, τις οικογένειες με παιδιά και τους ανέργους. Το ποσοστό φτώχειας για την ομάδα των ηλικιωμένων (65 ετών και άνω) είναι 13,0% με βάση τα αποτελέσματα της έρευνας EU-SILC για το 2020, έναντι 20,9% για την ομάδα των παιδιών (έως 17 ετών) και 45,3% για την ομάδα των ανέργων. Ο κίνδυνος φτώχειας στις νεότερες ηλικιακές ομάδες επηρεάζει δυσανάλογα τις γεννήσεις, αλλά και τις συνθήκες διαβίωσης των παιδιών και με αυτό τον τρόπο επιβαρύνει τις δημογραφικές εξελίξεις, το ασφαλιστικό σύστημα, αλλά και τον μακροχρόνιο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Έτσι, ο ανασχεδιασμός της κοινωνικής πολιτικής με έμφαση στη στήριξη των νεότερων ζευγαριών με παιδιά, των νέων και των ανέργων προβάλλει πλέον ως αναγκαίος για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Η αναγκαιότητα αυτή γίνεται ακόμα πιο επιτακτική τους τελευταίους μήνες, καθώς οι μεγάλες αυξήσεις στις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών επιβάρυναν δυσανάλογα τις παραπάνω κοινωνικές ομάδες και τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού.
* Ο Θεόδωρος Μ. Μητράκος είναι οικονομολόγος, πρώην υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος