Η καθίζηση των δημοσίων εσόδων στα 21,28 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2020 από 24,03 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, η διόγκωση των κρατικών δαπανών από 21,58 δισ. ευρώ στα 23,42 δισ. ευρώ, σε συνδυασμό με το lockdown που επιβλήθηκε ακολούθως, δείχνουν ότι η ταυτόχρονη μεγέθυνση του δημοσιονομικού χρέους από 334,28 δισ. ευρώ στο ύψος ρεκόρ των 337,54 δισ. ευρώ αποτελεί βραδυφλεγή βόμβα. Μάλιστα, ουδεμία από τις τρεις προϋποθέσεις μείωσης του χρέους ισχύει, καθώς:
* Το πρωτογενές πλεόνασμα 5,02 δισ. ευρώ του 2019 μεταβλήθηκε πέρυσι σε πρωτογενές έλλειμμα 23,22 δισ. ευρώ, του οποίου η κάλυψη θα διογκώσει περαιτέρω δανεισμό και κατ' επέκτασιν δημόσιο χρέος.
* Το ΑΕΠ εκτιμάται ότι έχει σμικρυνθεί σε διψήφιο ποσοστό το 2020, οπότε ως ποσοστό του ΑΕΠ καθίσταται (αφού ο παρονομαστής του κλάσματος μειώνεται) ακόμη μεγαλύτερο.
Η διαχείριση του χρέους καθεαυτή γεννά επίσης προβληματισμούς. Δεύτερο δεκαπενθήμερο Ιανουαρίου πέρυσι, ο υπουργός Οικονομικών επιχειρηματολογούσε υπέρ ενός swap μεταξύ Δημοσίου και Εθνικής (επαναγορά από την τράπεζα τριών κρατικών ομολόγων Μαρτίου 2019 με μέσο σταθερό ονομαστικό επιτόκιο 3,50% και μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκεια 5,4 έτη). Έτσι μετατέθηκαν για το 2050 οι λήξεις των ομολόγων μέσω νέας έκδοσης ονομαστικό επιτόκιο 3,25%, 25 μονάδες βάσης χαμηλότερα, αλλά διάρκειας 30 ετών.
Η πρακτική του swap επαναλήφθηκε και ο Χρήστος Σταϊκούρας δήλωνε στις 19 Ιανουαρίου ικανοποιημένος για τα νέα swaps Δημοσίου με τράπεζες, κάνοντας λόγο για επέκταση της μέσης διάρκειας από 7,5 έτη σε 29,4. Εννέα ημέρες αργότερα εξέδωσε δεκαετές ομόλογο απόδοσης 0,80%, 13 μονάδες βάσης ακριβότερα της απόδοσης που έδινε την ίδια ημέρα το δεκαετές ομόλογο στην δευτερογενή αγορά.
Οι αρμόδιοι υποδέχθηκαν διθυραμβικά το χαμηλό επιτόκιο και τις υψηλόποσες προσφορές. Οι εξελίξεις αυτές όμως έχουν και «γκρίζες ζώνες».
Τυχόν συστηματοποίηση των swaps ενέχει κίνδυνο δημιουργίας μιας επίπλαστης εικόνας του βαθμού άνεσης εξυπηρέτησης του χρέους. Ελαφρύνει άμεσα τα βάρη από τοκοχρεολύσια, αλλά επιβαρύνει τις μακροχρόνιες προοπτικές, περίπου όπως συνέβη τη δεκαπενταετία που προηγήθηκε των Μνημονίων, με την κατάχρηση της «δημιουργικής λογιστικής».
Πέραν των μακροχρόνιων κινδύνων, υπάρχουν και βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες παρενέργειες. Ο «εγκλωβισμός» τραπεζικού χρήματος σε μακροχρόνια ομόλογα αφαιρεί από την πραγματική οικονομία χρηματοδοτικά κεφάλαια σε περίοδο που η αγορά αγωνιά για κεφάλαια επιβίωσης και επανεκκίνησης μετά την πανδημία.
Όσον αφορά την επιτυχία (ή «επιτυχία») του νέου δεκαετούς, αυτή είναι «συζητήσιμη». Το επιτόκιο βρέθηκε στην περιοχή του 0,80%. Η ζήτηση ήταν υψηλή, καθώς οι προσφορές ξεπέρασαν τα 25 δισ. ευρώ, λόγω του συνδυασμού ισχυρής πλεονάζουσας ρευστότητας σε διεθνές επίπεδο (ενδεικτικά, εκτός από την Ελλάδα και η Αυστρία δέχθηκε προσφορές από επενδυτές ύψους 40 δισ. ευρώ, αλλά και η Σλοβενία βγήκε για πώληση 60ετούς ομολόγου την ίδια ημέρα, ενώ είχαν προηγηθεί και άλλες χώρες της Ε.Ε.) και υψηλής απόδοσης.
Χαρακτηριστικό δε των συμφερουσών για τους μεγάλους θεσμικούς επενδυτές αποδόσεων είναι ότι την ημέρα τιμολόγησης του νέου ομολόγου, η απόδοση του δεκαετούς κρατικού τίτλου δευτερογενούς διαπραγματευόταν στο 0,67%. Επίπεδο αφενός υψηλότερο του ιστορικού χαμηλού του 0,55% και αφετέρου δίνοντας spread (διαφορά αποδόσεως μεταξύ ελληνικού δεκαετούς και αντίστοιχου γερμανικού bund) πάνω από τη μία ποσοστιαία μονάδα (124 μονάδες βάσης). Για να αποδειχθεί ότι είναι τα πλεονάζοντα κεφάλαια που στρέφουν τους επενδυτές σε ομόλογα και όχι οι διαφημιζόμενες «επιτυχίες» της ελληνικής οικονομίας, όπως πιστοποιεί και η πτώση του γενικού δείκτη την ώρα των προσφορών κάτω και από τις 750 μονάδες.