Την ήδη υψηλή εξάρτηση της χώρας μας από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες ενισχύει η πολιτική της κυβέρνησης, που προωθεί ιδίως την εξάπλωση της χρήσης φυσικού αερίου παρά τους κατά τα άλλα φιλόδοξους περιβαλλοντικούς στόχους για τις επόμενες δεκαετίες.
Με δεδομένη την ήδη αυξημένη κατανάλωση φυσικού αερίου, που το 2019 προσέγγισε το ιστορικό υψηλό επίπεδο των 5 δισ. κυβικών μέτρων και φέτος αναμένεται να ξεπεράσει τα 6 δισ., καθώς η συμμετοχή του λιγνίτη υποχωρεί θεαματικά (6% - 7%, από 19% πέρσι), αναμένεται άνοδος στην εγχώρια κατανάλωση με ζήτηση της τάξεως των 7 - 8 δισ. κυβικών μέτρων ετησίως μετά το 2023, που ενδέχεται να φτάσει σε 1 δισ. μέχρι το 2030.
Στην ηλεκτροπαραγωγή, με την απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων, η χρήση φυσικού αερίου είναι κυρίαρχη και εκτός της λειτουργίας σήμερα συνολικά 12 μονάδων (συνολικής καθαρής ισχύος 5,2 GW) είναι υπό κατασκευή ακόμη δύο μονάδες ( Όμιλος Μυτιληναίου και Elpedison), ενώ έχουν ανακοινωθεί σχέδια για ακόμη δύο μονάδες (ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ και Όμιλος Κοπελούζου), οδηγώντας σε συνολική εγκατεστημένη ισχύ τουλάχιστον 7 GW. Συγχρόνως, επεκτείνεται η χρήση φυσικού αερίου στη βιομηχανία, στις εμπορικές επιχειρήσεις και στον οικιακό τομέα με την αντίστοιχη διεύρυνση των δικτύων πανελλαδικά.
Η Ελλάδα εξαρτάται κατά 61% από υδρογονάνθρακες -πετρέλαιο και φυσικό αέριο-, τους οποίους εισάγει σχεδόν 100% και το θέμα της απεξάρτησης δεν φαίνεται να απασχολεί την ενεργειακή πολιτική.
Στη διάσταση αυτή αναφέρεται η ετήσια έκθεση 2020 για τον Ελληνικό Ενεργειακό Τομέα του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) που παρουσιάστηκε πρόσφατα. Μάλιστα, παραπέμπει στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) που τροποποίησε η κυβέρνηση Ν.Δ., στο οποίο η συμμετοχή των υδρογονανθράκων στην τελική κατανάλωση μειώνεται στο 54,7% το 2030 και στο 50,7% το 2040, συμπεραίνοντας ότι, παρά τη σημαντική διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο και στην εξοικονόμηση ενέργειας, η ενεργειακή οικονομία της χώρας θα εξακολουθήσει να κυριαρχείται από υδρογονάνθρακες.
Το ΙΕΝΕ αναγνωρίζει μεν τη σημασία του ΕΣΕΚ για την ενεργειακή μετάβαση σε καθαρή ενέργεια, όμως τονίζει ότι «δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι συνιστά από μόνο του εθνική ενεργειακή πολιτική, καθώς αυτή απαιτεί μια περισσότερο ολιστική θεώρηση του ενεργειακού τομέα».
Βέβαια, το Ινστιτούτο αναπτύσσει μια άλλη προσέγγιση, σημειώνοντας την ανάγκη και τις δυνατότητες αξιοποίησης του εγχώριου δυνητικού δυναμικού αναφερόμενο στην «παγωμένη» έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, που απουσιάζει από κάθε επίσημο σχεδιασμό. Επισημαίνει δε χαρακτηριστικά ότι «το ΕΣΕΚ, ακολουθώντας κατά γράμμα τις προδιαγραφές της Κομισιόν, αποφεύγει να αναφερθεί στον ‘ελέφαντα στο δωμάτιο’ που είναι οι υδρογονάνθρακες και στην προτεινόμενη διαχείρισή τους κατά τα επόμενα κρίσιμα χρόνια της ενεργειακής μετάβασης».
Όπως τονίζει, χρειάζεται επεξεργασία μιας συνεκτικής ενεργειακής πολιτικής που θα καλύπτει όλες τις μορφές ενέργειας και θα μπορεί να αξιολογήσει σωστά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων και των προτερημάτων του εγχώριου ενεργειακού πλούτου, η αξιοποίηση του οποίου θα μπορέσει να αναβαθμίσει τη γεωπολιτική θέση της χώρας μειώνοντας παράλληλα την υπέρμετρη ενεργειακή εξάρτηση.