Οι προτάσεις της κυβέρνησης για μέτρα και αντίμετρα τέθηκαν χθες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ανώτατος κυβερνητικός αξιωματούχος, πραγματοποιήθηκε μια πρώτη συζήτηση για τα μέτρα και τα αντίμετρα που θα περιλαμβάνονται στον νέο μηχανισμό που καταρτίζεται. Όπως ανέφερε τo ίδιο κυβερνητικό στέλεχος, «παρουσιάσαμε τις προτάσεις μας, ορισμένα μέτρα είναι σε πολύ καλό δρόμο, σε κάποια άλλα ζητούν τεχνικές λεπτομέρειες, σε κάποια άλλα διαφωνούν». Τα παραπάνω παραπέμπονται από σήμερα στα τεχνικά κλιμάκια και η συζήτηση σε επίπεδο υπουργών για αυτό το ζήτημα δεν αναμένεται να επαναληφθεί πριν από την Παρασκευή.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι συζητήσεις γίνονται ενώ από την κυβέρνηση, διά του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, διαμηνύθηκε ότι είναι εφικτή η ολοκλήρωση της τεχνική συμφωνίας έως τις 20 Μαρτίου. Είναι στόχος μας να ολοκληρώσουμε την αξιολόγηση στις 20 Μαρτίου, υποστήριξε ο πρωθυπουργός μετά τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό της Μάλτας κ. Τζόζεφ Μουσκάτ.
Γερμανός υφ. ΥΠΟΙΚ: Κοντά σε συμφωνία
Την ίδια ώρα, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην αγγλόφωνη τηλεόραση της Deutsche Welle το βράδυ της Τετάρτης ο Γερμανός υφυπουργός Οικονομικών Γενς Σπαν επανέλαβε την πρόσφατη εκτίμησή του ότι η σημερινή ελληνική κυβέρνηση υλοποίησε περισσότερες μεταρρυθμίσεις από κάθε προηγούμενη. Όπως πρόσθεσε, απομένει να κάνει ακόμη «κάτι λίγο». Αναφορικά με τις διαπραγματεύσεις θεσμών και Ελλάδας το ζητούμενο «αυτή τη στιγμή είναι ότι ο καθένας θα πρέπει να μετακινηθεί λίγο από τις θέσεις του και τότε θα μπορέσουμε να καταλήξουμε σε έναν συμβιβασμό».
Προσβλέπουν σε μείωση των απαιτήσεων
Από εκεί και πέρα, αρμόδιος κυβερνητικός αξιωματούχος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο οι τελικές απαιτήσεις να είναι μικρότερες από 2% (που ζητάει το ΔΝΤ) παραπέμποντας στην επισήμανση του Ταμείου, όπως αποτυπώνεται στην έκθεση του άρθρου 4, σύμφωνα με την οποία οι προβλέψεις και οι απαιτήσεις του ΔΝΤ δεν έχουν ενσωματώσει τα στοιχεία μετά τον Νοέμβριο. «Αυτή η συζήτηση θέλει χαρτί και μολύβι» ανέφερε η πηγή, τονίζοντας ότι είναι πολύ σημαντική παράμετρος το μέγεθος του κενού για τα επόμενα χρόνια, ήτοι το 2018 και το 2019, καθώς και οι προβλέψεις για τις δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας τα επόμενα χρόνια, από τα οποία θα καθοριστούν τόσο το είδος όσο και το εύρος των μέτρων που θα απαιτηθούν για να κλείσει η συμφωνία για τη δεύτερη αξιολόγηση.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί πως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αναθεωρήσεων στις προβλέψεις του, εφόσον προκύψουν τα οριστικά στοιχεία του 2016, όπως ανέφερε πρόσφατα ο Πολ Τόμσεν.
Την ίδια ώρα η ελληνική κυβέρνηση επιδιώκει μείωση των συνολικών απαιτήσεων στη βάση καλύτερης επίδοσης στο μέτωπο του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2016. Πέρυσι εκτιμάται από πηγές του υπουργείου Οικονομικών ότι το πρωτογενές πλεόνασμα προσέγγισε το 3% του ΑΕΠ έναντι στόχου 0,5% του ΑΕΠ. Επομένως το ζητούμενο είναι τώρα αφενός η πιστοποίηση αυτών των εκτιμήσεων, αφετέρου η θετική επίδραση της υπέρβασης τα επόμενα χρόνια. Πάντως, τις προηγούμενες ημέρες, κυβερνητικές πηγές έλεγαν ότι η βάση εκκίνησης, με αυξημένη πιθανότητα καθόδου, ήταν να υπάρξουν μέτρα 0,75% από το αφορολόγητο, 0,75% από συνταξιοδοτικό και 0,5% από περικοπές δαπανών υπουργείων (spending review), το οποίο δεν ανησυχεί την κυβέρνηση, καθώς ήδη εδώ και μήνες βρίσκεται σε πορεία υλοποίησης.
Ο μηχανισμός
Η συζήτηση διεξάγεται στο πλαίσιο θέσπισης ενός νέου μηχανισμού έγκαιρων προβλέψεων για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων των επομένων ετών. Σε αυτό το πλαίσιο, εάν ξεπεραστεί το 3,5% του ΑΕΠ τα θετικά μέτρα θα είναι περισσότερα, αν κλείσει ακριβώς στο 3,5% θα υπάρχουν και θετικά και αρνητικά που θα νομοθετηθούν από τώρα και μάλιστα ισόποσα και αν είναι κάτω από 3,5% του ΑΕΠ θα είναι περισσότερο τα επιπλέον μέτρα.
«Καμπανάκι» τραπεζιτών για κλείσιμο της αξιολόγησης
Χθες οι δανειστές είχαν τελικά συνάντηση με κλιμάκιο της Ελληνικής Ενωσης Τραπεζών υπό τον πρόεδρο Νίκο Καραμούζη. Το συγκεκριμένο ραντεβού ήταν προγραμματισμένο για το μεσημέρι και τελικά μεταφέρθηκε για το απόγευμα. Πηγή προσκείμενη στην πλευρά των τραπεζιτών αρκέστηκε να σημειώσει μετά τη συνάντηση ότι «έχει επιστρέψει η αβεβαιότητα το πρώτο δίμηνο του 2017. Πρέπει να κλείσει η αξιολόγηση γρήγορα». Η ίδια πηγή σημείωσε ότι το τέταρτο τρίμηνο του 2016 τα δεδομένα είχαν σταθεροποιηθεί.
Μείωση 900 εκατ. του ELA
Ωστόσο, για άλλη μια εβδομάδα, παρατηρήθηκε μείωση του ευρωπαικού μηχανισμού ενίσχυσης της ρευστότητας των τραπεζών ELA. Ειδικότερα Στα 42,8 δισ. ευρώ από 43,7 δισ. μειώθηκε στα τέλη Ιανουαρίου η χρήση του μηχανισμού έκτακτης ρευστότητας (ELA) για τις ελληνικές τράπεζες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ο δανεισμός των εγχώριων τραπεζών μέσω του ELA υποχώρησε κατά 2% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.