Κρίσιμα πολιτικά συμπεράσματα για τη συνέχεια, τόσο του ελληνικού προγράμματος όσο και γενικότερα για τις πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη, προσδοκά να εξάγει η ελληνική κυβέρνηση από την επίσκεψη του επιτρόπου Οικονομικών Πιέρ Μοσκοβισί στην Αθήνα, με την εκτίμηση του Μαξίμου να είναι ότι τα δύο αυτά ζητήματα συμπλέκονται έντονα.
Το μήνυμα που θα εκπέμψει ο Πιέρ Μοσκοβισί -ως Ευρωπαίος επίτροπος, Γάλλος και Σοσιαλιστής- στις κατ' ιδίαν συναντήσεις θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τις συμμαχίες και τον ρόλο που θέλουν να παίξουν η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ευρώπη. Το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο καθορίζει, εξάλλου, τη στάση που θα ακολουθήσουν η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη στην Ελλάδα. Γι' αυτό και η κυβέρνηση έχει τη γνωστή στόχευση να χτίσει ένα προοδευτικό μπλοκ δυνάμεων με τις νότιες χώρες και τις σοσιαλιστικές δυνάμεις.
Κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα ο Πιέρ Μοσκοβισί θα συναντήσει τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο και τον υπουργό Οικονομίας Γιώργο Σταθάκη.
Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση αναμένει την επόμενη σύνοδο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών ηγετών χωρών στα τέλη Αυγούστου (πιθανότατα στις 25 Αυγούστου) -τη δεύτερη στην οποία θα μετέχει ο Αλέξης Τσίπρας- και στα μέσα Σεπτεμβρίου το άτυπο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην Μπρατισλάβα.
Κανείς δεν θέλει νέο δράμα στην Ελλάδα
Πάντως, με ανοιχτά τα μέτωπα του Brexit, των ιταλικών τραπεζών, του δημοψηφίσματος στην Ουγγαρία για το μεταναστευτικό, της υπέρβασης των στόχων για τα ελλείμματα σε Πορτογαλία και Ισπανία και δεδομένων των τριών εκλογικών αναμετρήσεων σε Γερμανία, Γαλλία και Ολλανδία το 2017, οι Ευρωπαίοι “καίγονται” να μην υπάρξει η παραμικρή αναταραχή γύρω από την Ελλάδα.
Αυτό αποτελεί την ανάγνωση του Μαξίμου για την κατάσταση, αλλά και το κλίμα που φρόντισαν υψηλόβαθμοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι να περάσουν σε πολυμελή αποστολή Ελλήνων δημοσιογράφων σε Βρυξέλλες και Χάγη πριν από δύο εβδομάδες. Όπως έγινε ξεκάθαρο, οι Ευρωπαίοι θα εύχονταν να πληροφορηθούν το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης χωρίς καμία άλλη “ενόχληση”.
Η πρόθεση ταυτίζεται σαφώς με τη στρατηγική της ελληνικής πλευράς, που επιδιώκει επίσης ένα γρήγορο και χωρίς "δράματα" κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης, ώστε να εμπεδωθεί το κλίμα σταθερότητας, να κερδίσει επιπλέον αξιοπιστία η χώρα και να συνεχιστεί η προσέλκυση επενδύσεων και η ανάκαμψη της οικονομίας. Εξάλλου, αυτό ακριβώς επαναλαμβάνεται μονότονα στις Βρυξέλλες: “Η υλοποίηση όσων έχουν συμφωνηθεί είναι το παν και μέσω αυτής θα κερδίσει η Ελλάδα αξιοπιστία στις αγορές αλλά και εντός του Eurogroup”.
Διευκρινίζεται ταυτόχρονα ότι η δεύτερη αξιολόγηση είναι κατά πολύ μικρότερη της πρώτης, χωρίς δημοσιονομικά μέτρα και με απλή υλοποίηση ήδη υφιστάμενων νόμων, όχι νέα νομοθέτηση. Επιπλέον, διασκεδάζονταν οι φόβοι για τα εργασιακά, με τους αξιωματούχους να τονίζουν ότι δεν θα είναι το μεγαλύτερο ζήτημα της διαπραγμάτευσης, διότι ήδη το εργατικό κόστος στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλό.
Όλα αυτά δεν εξαλείφουν, βεβαίως, τους κινδύνους γύρω από την επικείμενη αξιολόγηση, ούτε αρκούν για να εξουδετερωθεί η πιο σκληρή πλευρά, δηλαδή το ΔΝΤ. Επίσης, η στρατηγική του λιγότερου δυνατού θορύβου γύρω από την Ελλάδα έχει και μια αρνητική συνέπεια: Την προσπάθεια των Ευρωπαίων να σπρώξουν στο 2018 την όποια συζήτηση για τη μείωση των στόχων για τα πλεονάσματα.
Και το ΔΝΤ μοιάζει να καταλαβαίνει την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί και να μαλακώνει της έως τώρα άκαμπτη στάση του. Αξιωματούχοι του Ταμείου, αν και δεν παραλείπουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους για το ότι στη Ελλάδα επέδειξε χαμηλό βαθμό μεταρρυθμιστικής ικανότητας, παραδέχονται ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για πρόσθετα μέτρα. Παραδέχονται, επίσης, ότι έπεσαν έξω στις τελευταίες προβλέψεις τους, προβάλλοντας τη δικαιολογία ότι είχαν τη μέριμνα να μην επαναλάβουν τις υπέρμετρα αισιόδοξες προβλέψεις των προηγούμενων χρόνων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, εξακολουθούν να εκτιμούν ότι είναι αδύνατον να πιαστούν οι στόχοι του προγράμματος επί μακρόν, δεδομένων και των νέων δυσμενών συνθηκών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Γι' αυτό και επιμένουν στη μείωση των πλεονασμάτων.