Ανενεργό καθίσταται υπό προϋποθέσεις και για ομάδες ελευθέρων επαγγελματιών το μέτρο της επιβολής του προστίμου των 250 ευρώ ανά μη εκδοθείσα απόδειξη μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου. Απειλούνται μεν οι παραβάτες που θα εντοπιστούν στον έλεγχο με ποινή φυλάκισης, αλλά αυτό θα συμβεί εφόσον εντοπιστούν για μεγάλα αποκρυβέντα ποσά. Κάτω από 10.000 ευρώ έσοδα ετησίως, μπορούν και να "γλιτώσουν".
Ενδεικτικά, αν ένας ελεγκτής του υπουργείου Οικονομικών διεξαγάγει προληπτικό έλεγχο για έκδοση αποδείξεων λ.χ. σε έναν γιατρό και διαπιστώσει ότι αυτός δεν έχει εκδώσει τρεις αποδείξεις, μπορεί να βεβαιώσει 750 ευρώ (3Χ250 ευρώ) πρόστιμο. Μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου όμως ο ελεγκτής δεν θα μπορεί να επιβάλει ούτε ένα ευρώ πρόστιμο στον συγκεκριμένο επαγγελματία, αφού οι υπηρεσίες του νομίμως απαλλάσσονται από ΦΠΑ παρότι υποχρεούται να εκδίδει αποδείξεις.
Το ίδιο συμβαίνει και για κάθε ελεύθερο επαγγελματία με τζίρο έως 10.000 ευρώ και με μια απλή διαδικασία πλέον μπορεί να έχει εξαίρεση από το καθεστώς ΦΠΑ.
Σημειώνεται, ότι κατά μέσον όρο κάτω από 10.000 ευρώ δηλώνουν ηλεκτρολόγοι (9.708 ευρώ), υδραυλικοί (9.703 ευρώ), ελαιοχρωματιστές (7.350 ευρώ), αρτοποιοί (6.139 ευρώ), εστιάτορες (6.105 ευρώ), ιδιοκτήτες μπαρ (4.320 ευρώ).
Αν η φοροδιαφυγή που διαπράττει ο ελεύθερος επαγγελματίας εμπίπτει στις διατάξεις περί ποινικών κυρώσεων και ειδικότερα αν η απόκρυψη εισοδήματος είναι πάνω από 100.000 ευρώ, δεν έχει αποδώσει ΦΠΑ πάνω από 50.000 ευρώ ή δεν έχει εκδώσει αποδείξεις πάνω από 10.000 ευρώ σε ετήσια βάση, κινδυνεύει με φυλακή. Αν όμως απλώς εντοπιστεί να μην έχει κόψει δέκα αποδείξεις σε μια μέρα, σε επίπεδο προστίμου δεν τιμωρείται.