Του Ανδρέα Πετρόπουλου
Δραματική αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας και ταυτόχρονα ραγδαία επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων διαπιστώνει η Ετήσια Έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ πιστοποιώντας πλήρη αποτυχία των διαδοχικών Μνημονίων που εφαρμόζονται την τελευταία πενταετία
Τα στοιχεία της έκθεσης επιβεβαιώνουν ότι η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα (από 7,3% το γ' τρίμηνο του 2008 σε 27,8% το α' τρίμηνο του 2014) και επιπλέον 1.000.000, ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι αντιστοιχούν πλέον στο 73% των ανέργων (σε σύνολο 909.000 το 2014).
Ταυτόχρονα, ο δείκτης της απόλυτης φτώχειας δείχνει ότι το 2012 το ποσοστό των πολιτών με διαθέσιμο εισόδημα μικρότερο του αντίστοιχου ορίου φτώχειας το 2009 ανερχόταν σε 42,3%. Τέσσερες στους δέκα κατοίκους είχαν διαθέσιμο εισόδημα μικρότερο του ορίου φτώχειας του 2009. Το ποσοστό φτώχειας όμως των ανέργων από 34,8% το 2009 έφτασε το 65,5% το 2012.
"Η Έκθεση αποτυπώνει την αποτυχία της στρατηγικής οικονομικής προσαρμογής με κύριους άξονες τη δημοσιονομική λιτότητα, την εσωτερική υποτίμηση και την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, έννοιες ασύμβατες με τη σημερινή δομή του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης. Και αυτό γιατί δεν αποτυπώνουν τη δυναμική σχέση κατανάλωση / εγχώρια ζήτηση / οικονομική μεγέθυνση", σημειώνει το ΙΝΕ, υπογραμμίζοντας ότι τα δομικά αυτά χαρακτηριστικά θα έπρεπε "να αποτελούν το βασικό πλαίσιο σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση χρέους και την οικονομική και κοινωνική κρίση".
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της Έκθεσης είναι ότι η ασκούμενη οικονομική πολιτική με πυρήνα φιλοσοφίας τον συνδυασμό δημοσιονομικής λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης σκοπό είχε να δημιουργήσει οικονομική μεγέθυνση μέσω της βελτίωσης των επενδύσεων της ανταγωνιστικότητας των εισαγωγών. "Αυτή η προσέγγιση για μείωση του κόστους εργασίας απέτυχε να λειτουργήσει ως διορθωτικός μηχανισμός προσαρμογής της ανταγωνιστικότητας. Η αντιμετώπιση δημοσίου χρέους, του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας με λιτότητα και συρρίκνωση μισθών - συντάξεων και κοινωνικών δαπανών, δημιούργησε παραπάνω ύφεση, αναπαρήγαγε το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας που έχει η χώρα δεκαετίες".
Η αποδόμηση των εργασιακών σχέσεων την τελευταία πενταετία ήταν βασικός στόχος προσαρμογής. Το εύρος και η ένταση των μέτρων διαμόρφωσαν ανησυχητικές τάσεις για το εργασιακό πλαίσιο. Έχουν αυξηθεί οι ελαστικές -ευέλικτες μορφές εργασίας σε βάρος της σταθερής. Οι συλλογικές συμβάσεις και διαπραγματεύσεις έχουν συρρικνωθεί σε βάρος των ατομικών.
Κατά την περίοδο 2010 - 2014 οι κλαδικές συμβάσεις εργασίας μειώθηκαν από 65 σε μόλις 14, οι επιχειρησιακές αντιθέτως αυξήθηκαν σε 976 από 227 το 2012 για να μειωθούν δραματικά, λόγω της κυριαρχίας των ατομικών συμβάσεων, σε 286 το 2014.
Μεγάλες ήταν οι μειώσεις στις αμοιβές των εργαζομένων. Η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού την περίοδο 2010-2014 μειώθηκε στο 24,9% και 34,5% για τους νέους κάτω των 25 ετών.
Οι τρεις παγίδες...
Σύμφωνα με τον επιστημονικό διευθυντή του ΙΝΕ Γ. Αργείτη, "η επιβολή βίαιης δημοσιονομικής και εισοδηματικής λιτότητας προκάλεσε τον εγκλωβισμό της ελληνικής οικονομίας σε τρεις θανάσιμες παγίδες: Στην παγίδα δημόσιου χρέους, που κρατά την οικονομία συνεχώς στο χείλος της χρεοκοπίας και επιτρέπει στους δανειστές να ασκούν ασφυκτικές πιέσεις σε βάρος της εθνικής μας κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Στην παγίδα λιτότητας, η οποία συρρικνώνει την οικονομική δραστηριότητα και καθιστά το τραπεζικό σύστημα εύθραυστο και τη χώρα αφερέγγυα υπονομεύοντας τη δυνατότητά της να αποπληρώσει το χρέος της. Στην παγίδα ρευστότητας, που πνίγει καθημερινά την πραγματική οικονομία και κάθε επενδυτική και παραγωγική δραστηριότητα, δημιουργώντας σημαντικές αρνητικές επιδράσεις στους εργαζομένους και στο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων".
Όπως τόνισε συμπερασματικά, "η συρρίκνωση των μισθών και των συντάξεων δεν είναι διέξοδος αλλά μία από τις αιτίες της κρίσης. Δεν δημιουργούν ανταγωνιστικότητα και βιώσιμες επιχειρήσεις, αλλά ενισχύουν παρασιτικές συμπεριφορές και αναδιανέμουν πόρους σε βάρος παραγωγικών δραστηριοτήτων», κατέληξε, ενώ, αναπτύσσοντας τους τρεις πυλώνες βραχυπρόθεσμου σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην έξοδο της οικονομίας από την κρίση και στη διαμόρφωση συνθηκών σταθερότητας με επίκεντρο την απασχόληση, ανέφερε α) τον επανασχεδιασμό της χρηματοδότησης των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας και την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους βάσει του άξονα: βιώσιμο πρωτογενές πλεόνασμα - βιώσιμο χρέος, β) την ενεργοποίηση της εγχώριας ζήτησης με αύξηση των επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης και γ) την επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας με αποκατάσταση του συστήματος των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των συλλογικών συμβάσεων και του κατώτατου μισθού.