Live τώρα    
Μήπως ο Ντράγκι ανακάλυψε -πάλι-τον Κέυνς;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Μήπως ο Ντράγκι ανακάλυψε -πάλι-τον Κέυνς;

Οι κοινωνίες αρέσκονται να ανακαλύπτουν- ή και να κατασκευάζουν- είδωλα στα οποία αναθέτουν είτε το ρόλο του κακού είτε τον ρόλο του καλού - ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες και ελλείψεις. Το παιγνίδι αυτό έχει παιχτεί σε πολλά πεδία. Από τον αθλητισμό μέχρι την πολιτική και από τη βιομηχανία του θεάματος μέχρι την οικονομία. Τις τελευταίες μέρες, η πλειονότητα του διεθνούς Τύπου έχει αναθέσει τον ρόλο του καλού στον Ευρωπαίο κεντρικό τραπεζίτη, τον κ. Μάριο Ντράγκι. Και σίγουρα ο Ευρωπαίος τραπεζίτης προσφέρεται γι' αυτό: Το αντιφατικό βιογραφικό του βολεύει εξίσου τους επικριτές, αλλά και τους υποστηρικτές του.

Το γεγονός ότι είναι Ιταλός τον θέτει αυτόματα απέναντι από τον τευτονικό πολιτικό πολιτισμό της κυρίας Μέρκελ και του κ. Σόιμπλε. Και αυτό βολεύει εκείνους που βλέπουν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που θα αναφωνήσει ένα στεντόρειο "όχι" απέναντι στους ιερόσυλους που κατάργησαν τον... Κέυνς.

Από την άλλη πλευρά όμως, η ιησουιτική εκπαίδευσή του στη Ρώμη, η θητεία του ως εκτελεστικού διευθυντή της Παγκόσμιας Τράπεζας και η παρουσία του -από το 2002 μέχρι το 2005- στη θέση του αντιπροέδρου της Goldmann Sachs στο Λονδίνο, βολεύει εκείνους που υποστηρίζουν ότι ο σούπερ Μάριο όχι μόνο είναι μέρος του παγκόσμιου οικονομικού κατεστημένου, αλλά και ένας από τους πρωταγωνιστές της οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε το 2008. Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι ο τέως Γάλλος πρόεδρος, ο κ. Νικολά Σαρκοζί, ήταν αυτός που τον έχρισε επίσημα υποψήφιο διάδοχο του Τρισέ και ότι η Γερμανίδα καγκελάριος έδωσε το πράσινο φως για την τοποθέτησή του.

Η τελευταία απόφασή του, που αφορούσε στη μείωση του επιτοκίου και την αγορά ABS και καλυμμένων ομολόγων, μπορεί να αποτελεί ένδειξη διαφοροποίησης από τη γερμανική γραμμή της εμμονικής προσήλωσης του αντιπληθωρισμού, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δείχνει οριστική και δραστική στροφή της ΕΚΤ προς τα οικονομικά της ζήτησης. Και πραγματικά, θα ήταν ιδιαίτερα τολμηρό να σκεφτεί κανείς ότι ο πρώην αντιπρόεδρος της Goldmann Sachs έγινε προσήλυτος της πολιτικής της ζήτησης και ως σύγχρονος σταυροφόρος, με μοναδικό όπλο τη νομισματική πολιτική, να αψηφήσει τους μυριάδες κινδύνους από την παντελή έλλειψη συντονισμού, με τη δημοσιονομική και την αναπτυξιακή πολιτική και να προσπαθεί να προστατεύσει το «ιερό δισκοπότηρο» της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης: το ευρώ.

Σήμερα, το πραγματικό πρόβλημα της ενιαίας Ευρώπης είναι η ανεπάρκεια της ζήτησης, που προκαλεί τη σπείρα αποπληθωρισμός - ύφεση. Οι νομπελίστες επικριτές της καγκελαρίου δεν περιορίζονται στον κύκλο των κεϋνσιανιστών. Συντηρητικοί, οπαδοί της Θεωρίας των Παιγνίων, ακόμη και φιλελεύθεροι οικονομολόγοι, εκφράζουν τη διαφωνία τους στην πολιτική της λιτότητας που η καγκελάριος έχει επιβάλει στην Ευρωζώνη. Και αυτή η πολιτική οδηγεί αναπόφευκτα σε συρρίκνωση της ζήτησης. Και δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά τα πράγματα σε μια οικονομία που η ανεργία κινείται στα επίπεδα του 11,5% και που ταυτόχρονα έχει να αντιμετωπίσει ένα γηράσκοντα πληθυσμό που καταναλώνει κάθε χρόνο και λιγότερο. Όταν μάλιστα στη συγκεκριμένη οικονομία υπάρχει σε εξέλιξη κρίση δημοσίου χρέους, σε αρκετά από τα συστατικά μέλη της, με προεξάρχουσες την Ιταλία και τη μικρότερη Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα ο τραπεζικός της τομέας είναι όχι μόνο προβληματικός, αλλά και υπερτροφικός, τότε η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της υστέρησης της ζήτησης. Ενδεικτικό για το μέγεθος του προβλήματος του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα είναι, ότι σε κάποιες χώρες της Ευρώπης οι τραπεζικοί ισολογισμοί είναι υψηλότεροι από το ΑΕΠ κατά 400 και πλέον τοις εκατό. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στην Ιαπωνία το σύνολο των τραπεζικών ισολογισμών αντιστοιχεί στο 190% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ στις ΗΠΑ, το σχετικό ποσοστό ανέρχεται στο 145%.

Έχοντας ως δεδομένα όλα αυτά -και παρά την κριτική που δέχθηκε ο κ. Ντράγκι για τις πρόσφατες αποφάσεις του από τη γερμανική κεντρική τράπεζα- η αλήθεια είναι ότι το εργαλείο της νομισματικής πολιτικής που διαθέτει δεν μπορεί να «γεννήσει» ζήτηση αν δεν συνεπικουρείται από τη δημοσιονομική και τη διαρθρωτική πολιτική. Αυτό που μπορεί να καταφέρει είναι απλώς να κερδίσει χρόνο και να μεταθέτει χρονικά την κρίση. Και αυτό υποστηρίζει με τον πιο γλαφυρό τρόπο ο Τζέιμς Μίρλες, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και κάτοχος του Νόμπελ Οικονομίας 1996: «Η Μέρκελ έχει ήδη αντιληφθεί ότι το ευρώ έχει κατασκευαστικά ελαττώματα, αλλά από αυτήν τη διαπίστωση εξάγει εσφαλμένα συμπεράσματα». Ο νομπελίστας οικονομολόγος μάλιστα επισημαίνει τη «δραματικά» υψηλή ανεργία στις χώρες-μέλη της Ευρωζώνης, η οποία απειλεί να τινάξει στον αέρα το κοινό νόμισμα. Και φυσικά οποιαδήποτε νομισματική χαλάρωση αποδυναμώνεται, όταν απειλείς μια χώρα που ήδη έχει καταρρεύσει με περαιτέρω κυρώσεις. Άλλωστε και το ιαπωνικό παράδειγμα, το οποίο εμφανίζει ανάλογα πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το ευρωπαϊκό (η Ευρώπη και η Ιαπωνία έχουν γηράσκοντες πληθυσμούς που καταναλώνουν λιγότερο, κάτι που οδηγεί σε επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης και η Ευρώπη και η Ιαπωνία είναι αμφότερες ιδιαίτερα υπερχρεωμένες, γεγονός που αυξάνει τις αρνητικές συνέπειες του αποπληθωρισμού), χρησιμοποίησε μια συνδυασμένη στρατηγική δημοσιονομικής και νομισματικής «χαλάρωσης» για να βγει η ιαπωνική οικονομία από το τέλμα του αποπληθωρισμού.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η πρωτοβουλία του κ. Ντράγκι έδειξε ότι έστω και έμμεσα παραδέχεται πως η Ευρώπη αντιμετωπίζει σήμερα ένα πρόβλημα ζήτησης. Και αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0