Σαν να μην έφτανε στην κυβέρνηση η διαρκής αγανάκτηση της κοινής γνώμης, με τελευταία αφορμή τη ληστρική φορολόγηση της ακίνητης περιουσίας και τα εξώφθαλμα "λάθη" και αδικίες στα εκκαθαριστικά του ΕΝΦΙΑ, προστέθηκε και η αρνητική συμπεριφορά των αγορών έναντι της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζει.
Ανεξαρτήτως του αν οι καθημερινές διακυμάνσεις και ακόμη περισσότερο οι γενικότερες τάσεις των κεφαλαιαγορών είναι ή δεν είναι από τους πιο αξιόπιστους δείκτες για την πορεία μιας οικονομίας, η για δέκα συνεχείς συνεδριάσεις υποχώρηση του Γενικού Δείκτη στο χρηματιστήριο και η κατακρήμνισή του στα επίπεδα της 3ης Οκτωβρίου 2013, σε συνδυασμό με τις μειώσεις των τιμών (και κατ' αντιστοιχία αυξήσεις των αποδόσεών τους στη δευτερογενή αγορά κρατικών χρεωγράφων) των ομολόγων και την διεύρυνση των spreads δείχνουν ότι:
Αφενός, οι αγορές δεν πείθονται από την επικοινωνιακή καθησυχαστική και αισιόδοξη στάση της κυβέρνησης για την οικονομία.
Αφετέρου, η οικονομία της χώρας είναι απροστάτευτη απέναντι στις διεθνείς εξελίξεις, όπως είναι λόγου χάριν η λήψη οικονομικών και εμπορικών αντιμέτρων κατά της Ε.Ε. από ρωσικής πλευράς.
Προς το παρόν, τίθεται άμεσο ζήτημα για περισσότερους από 600.000 τόνους οπωροκηπευτικών, αλλά και για ελληνικές εταιρείες, από κλάδους όπως π.χ. των πλαστικών ή των τροφίμων που εδώ και αρκετά χρόνια δραστηριοποιούνται στη ρωσική αγορά.
Η τελευταία εβδομάδα, η οποία για το χρηματιστήριο ήταν από τις χειρότερες των τελευταίων ετών, έδειξε ότι οι αγορές είναι ανήσυχες:
Από την μία πλευρά, είναι αισθητή και εύλογη η ανησυχία για τις διεθνείς εξελίξεις. Αυτές μπορούν να πλήξουν τα ελληνικά συμφέροντα είτε άμεσα (π.χ. τουρισμός, ενεργειακό κόστος -με την Ελλάδα να συνεχίζει να διατηρεί υψηλό βαθμό εξάρτησης από τις εισαγωγές όπως τονίζει το ΚΕΠΕ σε μελέτη του για τις αναπτυξιακές δυνατότητες του ενεργειακού τομέα στην Ελλάδα- αγροτικά προϊόντα κ.λπ. μετά τα ρωσικά εμπορικά και οικονομικά αντίμετρα κατά Ε.Ε.) είτε έμμεσα, όπως για παράδειγμα από τον κίνδυνο αναταράξεων που ελλοχεύει για τις διεθνείς οικονομίες μετά την νέα στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράκ, ή τα διαρκή οικονομικά προβλήματα του Νότου της Ευρωζώνης είτε αυτά αφορούν σε πορτογαλικές τράπεζες είτε στην επιστροφή της Ιταλίας στην ύφεση.
Από την άλλη πλευρά, είναι ορατή η αδυναμία της συγκυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου να διαχειριστεί στοιχειωδώς τα οικονομικά. Του λόγου το ασφαλές επιβεβαιώνουν οι διαρκείς παλινωδίες και αποτυχίες της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα.
Εύλογα, λοιπόν, η εγχώρια αγορά φαίνεται απαισιόδοξη, ουδόλως πείθεται από το επικοινωνιακό "στώμεν καλώς" της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα ο γενικός δείκτης του χρηματιστηρίου να υποχωρήσει προχθές για 10η συνεχή συνεδρίαση. Και όχι μόνο αυτό, αλλά χάνοντας και τη "μάχη των 1.050 μονάδων" (τεχνικό σημείο στήριξης των τιμών σύμφωνα με τους επαΐοντες περί το χρηματιστήριο) καθώς έκλεισε στις 1.047,21 μονάδες με ποσοστιαίες ημερήσιες απώλειες ακριβώς 4% και αθροιστικά περί τις 10 ποσοστιαίες μονάδες στο πτωτικό σερί.
Ένας καθοριστικός παράγοντας ο οποίος θα επηρεάσει αλυσιδωτά, πέραν της αγοράς, τη ρευστότητα της οικονομίας, το τραπεζικό σύστημα, αλλά και τα δημόσια οικονομικά (όπως λ.χ. το χρέος και την διαχείρισή του) είναι το ορατό πλέον ενδεχόμενο να πραγματοποιηθούν εξ ανάγκης νέες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου από πλευράς τραπεζών και μάλιστα σε χαμηλότερες τιμές από τις τρέχουσες. Κάτι τέτοιο θα προκύψει εφόσον επιβεβαιωθούν από τα stress tests των τραπεζών, των οποίων τα αποτελέσματα αναμένονται το φθινόπωρο, οι μέχρι τούδε εκτιμήσεις, πως θα χρειαστούν και νέα κεφάλαια. Και ενώ γενικευμένη είναι η πεποίθηση πως είτε κάποιες από αυτές τις τράπεζες είτε και όλες (κάτι που καθόλου δεν αποκλείεται) θα αναγκαστούν να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις κεφαλαίου, έντονοι είναι οι φόβοι ότι ενδέχεται να διενεργηθούν σε τιμές χαμηλότερες από τις τρέχουσες. Αυτό και μόνο είναι ένας λόγος που έχει συμπιέσει τις τιμές τραπεζικών μετοχών.
Η ανησυχία στη συγκεκριμένη περίπτωση έγκειται και στα αποτελέσματα της υπό εξέλιξη άσκησης προσομοίωσης για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, αφού μετά την κατάρρευση της πορτογαλικής Banco Espirito Santo αναμένεται υιοθέτηση αυστηρότερων παραδοχών στον έλεγχο ποιότητας στοιχείων ενεργητικού που ολοκληρώνεται.
Στις ανησυχίες αυτές, θα πρέπει να προστεθεί και το γενικότερο "αλαλούμ" της οικονομικής πολιτικής. Πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτελούν οι κυβερνητικές παλινωδίες με τον ΕΝΦΙΑ και ενώ την εξοντωτική και υπέρμετρη φορολόγηση των ακινήτων επισημαίνει και η Alpha Bank, σημειώνοντας ότι ο Ενιαίος Φόρος Ακινήτων λειτουργεί ως βαρίδι στην ανάκαμψη της οικονομίας. Αλλά εκτός του "αλαλούμ" και των διεθνών εξελίξεων οι αγορές έχουν απογοητευθεί και από τη γενικότερη δυσμενή εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Όπως λ.χ. από τη βουτιά κατά 6,7% που κατέγραψε η βιομηχανική παραγωγή τον Ιούνιο ή τη διατήρηση του ποσοστού ανεργίας σταθερά πάνω από το 27% (εξελίξεις που ανακοίνωσε προχθές και την Πέμπτη αντίστοιχα η ΕΛΣΤΑΤ). Και, βεβαίως, θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η εκτίμηση πολλών οικονομικών παρατηρητών και αναλυτών για ελάχιστες πιθανότητες κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού μέσω εκδόσεων ομολόγων στις αγορές. Ακόμη δε και στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, επισημαίνεται η αδυναμία να προχωρήσει αυτό, με τελευταίο κρούσμα τον διαγωνισμό παραχώρησης της διεξαγωγής του ιπποδρομιακού στοιχήματος στην Ελλάδα, καθώς το διοικητικό συμβούλιο του ΤΑΙΠΕΔ δεν έλαβε απόφαση στην προχθεσινή συνεδρίασή του, η οποία είχε ως κύριο θέμα να αξιολογήσει τη δεσμευτική προσφορά της Intralot.
Στο μεταξύ, ανάλογη είναι η ειικόνα και στην αγορά ομολόγων, όπου η ελληνική δεκαετία έδινε απόδοση γύρω στο 6,5% με το ελληνικό spread (διαφορά απόδοσης μεταξύ ελληνικών 10ετών και γερμανικών ομολόγων) στις 548 μονάδες βάσης το πορτογαλικό στις 287 μονάδες, το ιταλικό στις 188 και το ισπανικό στις 163 μονάδες.