Όλο και πιο σκληρές γίνονται οι διαπραγματεύσεις καθ' οδόν προς την σύνοδο κορυφής της 27ης Ιουνίου για την πολιτική που θα ακολουθήσει η «κυβέρνηση» της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα επόμενα πέντε χρόνια - και για τα πρόσωπα που θα τη στελεχώσουν. Μόλις άρχισαν να πιέζουν συντονισμένα το Παρίσι και η Ρώμη για μια άλλη... ερμηνεία του Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε να χαλαρώσει ο στενός κορσές της δημοσιονομικής πειθαρχίας, βγήκε η καγκελάριος Μέρκελ από το Βερολίνο να δηλώσει ορθά κοφτά ότι «δεν χρειάζεται να τροποποιηθεί το Σύμφωνο Σταθερότητας».
Μάλιστα, υπογράμμισε ότι το λέει αυτό ως πρόεδρος της κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού με τους Σοσιαλδημοκράτες, καθώς, όπως είπε, «είναι κοινή πεποίθησή μας ότι το υφιστάμενο Σύμφωνο παρέχει αρκετή ευελιξία».
Υπενθυμίζεται ότι την ανάγκη να γίνει «πιο ευέλικτο» δεν την είχαν διατυπώσει μόνο Γάλλοι αξιωματούχοι και ο πρωθυπουργός της Ιταλίας, Ματέο Ρέντζι, αλλά και ο απερχόμενος πρόεδρος της σοσιαλιστικής ομάδας στο Ευρωκοινοβούλιο, Χάνες Σβόμποντα, εκφράζοντας και τις απόψεις του γερμανικού SPD, εταίρου της κυβέρνησης Μέρκελ. Άλλωστε και ο αντικαγκελάριος της Γερμανίας, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, είχε δηλώσει πρόσφατα από τη Γαλλία ότι θα πρέπει «να δοθεί χρόνος στις χώρες που είναι αποφασισμένες να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις» να πιάσουν τους στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας, εν προκειμένω να ρίξουν το έλλειμμά τους κάτω από το 3%.
Αυτόν τον χρόνο τον επιθυμεί διακαώς η κυβέρνηση Ολάντ στο Παρίσι, αλλά και η κυβέρνηση Ρέντζι στη Ρώμη. Μάλιστα, κατά κανόνα, ως μεγάλες χώρες και οικονομίες, σφυρίζουν μάλλον αδιάφορα όταν η Κομισιόν τις επιπλήττει που δεν πιάνουν τους στόχους. Αλλά, στόχος τους είναι να αποφύγουν τις επιπλήξεις από την επόμενη Κομισιόν -την αιώνια θεματοφύλακα των συνθηκών- γι' αυτό και θέλουν να εξαιρεθούν από το έλλειμμα οι δημόσιες επενδύσεις που καλύπτουν το κόστος των μεταρρυθμίσεων και ανοίγουν τον δρόμο προς την ανάπτυξη.
Ο Ρέντζι, μάλιστα, ως πιο... ορμητικός, εμμέσως θέτει αυτή την εξαίρεση ως προϋπόθεση για να αποδεχθεί ως πρόεδρο της επόμενης Κομισιόν τον ευρωδεξιό Ζαν Κλοντ Γιούνκερ - κάτι που κάνει τη ζωή της Μέρκελ πιο δύσκολη, αφού έχει πλέον, έστω με σφιγμένα τα δόντια, να στηρίξει τον Γιούνκερ και να παλέψει για την ενισχυμένη πλειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μια πλειοψηφία που, δεδομένης της αντίθεσης της Βρετανίας, της Ολλανδίας, της Ουγγαρίας και της Σουηδίας, δεν θα μπορέσει να μαζέψει εάν της γυρίσει την πλάτη και η Ιταλία.
Οπότε το χθεσινό «όχι» της Μέρκελ στη χαλάρωση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας ίσως να μην είναι τόσο... τελεσίδικο όσο ακούστηκε. Υποτίθεται, άλλωστε, ότι κι αυτή κρίνει πως η επόμενη Κομισιόν θα πρέπει να εργαστεί σκληρά για την ενίσχυση «της ανάπτυξης, της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας» στην Ε.Ε..
Βουτιά της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων
Σύγκλιση, ποια σύγκλιση; Θυμάστε το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης Σημίτη; Στο ίδιο επίπεδο ευημερίας με τους «παλιούς» εταίρους του ευρωπαϊκού κέντρου θα έφτανε η Ελλάδα, εκεί στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Εν έτει 2014, το στοίχημα είναι προφανές ότι πάει, χάθηκε. Το καταλαβαίνει η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων στο πορτοφόλι και στην ανασφάλειά της, το πιστοποιούν και οι αριθμοί.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε χθες η Eurostat, τόσο η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων όσο και η ατομική τους κατανάλωση υπολείπονταν το 2013 σημαντικά σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. των 28 και ακόμη περισσότερο εν συγκρίσει με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Ειδικότερα, σε όρους αγοραστικής δύναμης το κατά κεφαλή ΑΕΠ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2013 στο 75% του μέσου όρου της Ε.Ε. των 28, ενώ υπολειπόταν κατά 33% του μέσου όρο της Ευρωζώνης.
Συνολικά στην Ε.Ε. το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, κυμάνθηκε το 2013 μεταξύ 47% (Βουλγαρία) και 264% (Λουξεμβούργο).
Ως προς την πραγματική ατομική κατανάλωση, η Ελλάδα κατετάγη 16η στο σύνολο των 28 χωρών. Συγκεκριμένα, η ατομική κατανάλωση στην Ελλάδα ανήλθε στο 82% του μέσου όρου της Ε.Ε. των 28, ενώ υπολειπόταν κατά 24% του μέσου όρο της Ευρωζώνης.
Η μεγαλύτερη ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο στην Ε.Ε. των 28 καταγράφηκε στο Λουξεμβούργο, με ένα επίπεδο 38% πάνω από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η Γερμανία ήταν 25% πάνω από τον μέσο όρο όπως και η Αυστρία (19%), η Σουηδία(18%), η Δανία (15%), το Βέλγιο (14%), η Φινλανδία (14%) και η Γαλλία (13%). Η μικρότερη ατομική κατανάλωση ανά κάτοικο στην Ε.Ε. των 28 καταγράφηκε σε Ουγγαρία 63%, Κροατία 61%, Ρουμανία 54% και Βουλγαρία 49%.