Από την ερχόμενη Πέμπτη 22 Ιανουαρίου θα προβάλλεται στον κινηματογράφο Δαναό το βραβευμένο ντοκιμαντέρ «Επιστροφή στην πατρίδα» της Χρύσας Τζελέπη και του Άκη Κερσανίδη που αφορά τη διαχείριση του διαγενεακού τραύματος της ναζιστικής κληρονομιάς της Γερμανίας. Μια ταινία η οποία, παρατηρώντας το ατομικό τραύμα και τον αναστοχασμό του Γερμανού ψυχιάτρου Τίτους Μίλεχ που επέλεξε να ζήσει εκτός Γερμανίας για να διαχειριστεί την ντροπή του για τη ναζιστική κληρονομιά της χώρας του, παρακολουθεί τη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου λαού και μιας χώρας που ακόμη αναμετριέται με το παρελθόν της.

Ο 79χρονος σήμερα Τίτους Μίλεχ ζει στη Θεσσαλονίκη, είναι παντρεμένος με Ελληνίδα και έχουν ένα παιδί, που, όπως επαναλαμβάνει ο ίδιος στην ταινία, δεν θέλει να μιλάει και να ακούει την τονικότητα της γερμανικής γλώσσας, γιατί η γλώσσα είναι αυτή που μεταφέρει το τραύμα. Ο κινηματογραφικός φακός ακολουθεί το προσωπικό ταξίδι της επιστροφής του Γερμανού ψυχιάτρου στη γενέτειρά του, τη Γερμανία, αναζητώντας απαντήσεις γύρω από την ιστορική αλήθεια της κοινωνικής απήχησης, της συμμετοχής, της αποδοχής και της ανοχής απέναντι στο διαπραχθέν έγκλημα του ναζισμού, αλλά και το τι γίνεται σήμερα. «Τρεις στους τέσσερις Γερμανούς θα έπρεπε να έχουν αυτοκτονήσει για το ναζιστικό έγκλημα» λέει ο Τίτους Μίλεχ στην ταινία, υπογραμμίζοντας την κοινωνική διάχυση της αποδοχής του ναζισμού όχι μόνο εκείνη την σκοτεινή περίοδο, αλλά και μετά την ήττα, καθώς το μοντέλο της ναζιστικής διοίκησης και διαπαιδαγώγησης εξακολουθούσε να υπάρχει.
Ο Τίτους μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου η μητέρα του αναγνώριζε τον ναζισμό ως ανθρωπιστική ιδεολογία, όπου το εκπαιδευτικό σύστημα απαιτούσε μόνο υπακοή και πειθαρχία από αυτόν, η χειροδικία και το ξύλο ήταν διαπαιδαγωγητικά, η εξόντωση των αναπήρων ήταν προς όφελος των «υγιών μελών της κοινωνίας» και της καθαρότητας, οι φίλοι του και οι συμμαθητές του δεν μιλούσαν στα σπίτια τους για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γι’ αυτό και ο ίδιος από ντροπή και ενοχή επέλεξε να σπουδάσει Ψυχιατρική για τη διαχείριση της ανοχής των ναζιστικών εγκλημάτων της χώρας του και να ζήσει εκτός Γερμανίας αρνούμενος την καταγωγή του. Εργάστηκε στη Μασσαλία ως ψυχίατρος θεραπεύοντας κυρίως ανθρώπους που υπέστησαν απώλειες και τραύματα από τον ναζισμό και τα τελευταία 15 χρόνια επέλεξε να ζήσει στη Θεσσαλονίκη. Επιστρέφοντας στη Γερμανία συναντά τους παιδικούς του φίλους και ρωτά επίμονα να μάθει τι συζητήσεις γίνονταν στα δικά τους σπίτια, για να αποκαλυφθεί ότι κυριαρχούσαν η ομερτά αλλά και το μίσος απέναντι στους «διαφορετικούς». Άλλοτε χρειαζόταν εκπαιδευτικό ταξίδι στην Αγγλία για να ενημερωθούν οι μαθητές για τα εγκλήματα των Ναζί. Σιωπή και αποδοχή. Κρατά ημερολόγιο για αυτά που ακούει, γράφει βιβλίο από τις παρατηρήσεις του με τίτλο «Ο τόπος του εγκλήματος, Γερμανία η ανοίκεια πατρίδα», το οποίο αποτελεί τον οδηγό για το ντοκιμαντέρ.
Επιστρέφοντας στην «πατρίδα» επισκέπτεται στρατόπεδα εξόντωσης η αρχιτεκτονική των οποίων είναι πανομοιότυπη, δείχνει χάρτες όπου ο αριθμός των στρατοπέδων αποκαλύπτει την έκταση του εγκλήματος, ο φακός ζουμάρει σε δρόμους και γέφυρες που κατασκευάστηκαν από κρατούμενους ως καταναγκαστικά έργα, δείχνει έργα τέχνης και πίνακες ζωγραφικής που αποτυπώνουν τη ναζιστική τραγωδία γιατί και οι φίλοι του ζωγράφοι θέλουν να διαχειριστούν το δικό τους τραύμα, επισκέπτεται ένα ινστιτούτο όπου ένας επίμονος πανεπιστημιακός καταγράφει τις μαρτυρίες του εγκλήματος ενάντια στη λήθη.
Στο ντοκιμαντέρ ο Γερμανός ψυχίατρος έρχεται κατά πρόσωπο με τις συνέπειες της ναζιστικής τραγωδίας, δηλαδή με μια Εβραία Θεσσαλονικιά, ο πατέρας της οποίας πέθανε σε ναζιστικό στρατόπεδο και η ίδια αποχωρίστηκε τη μητέρα της γιατί ήταν και αυτή κρατούμενη. Ο ασπασμός δεν είναι της συγχώρεσης αλλά του οίκτου. Όσο για το τέλος του ντοκιμαντέρ, ο λόγος του πρώην Γερμανού καγκελάριου στη Βουλή για επανεξοπλισμό της χώρας του δείχνει ότι το κουτί της Πανδώρας ξανάνοιξε και η Ιστορία δεν διδάσκει. Η καλλιτεχνική γλώσσα του ντοκιμαντέρ είναι σε απόλυτη αρμονία με το μήνυμα. Κάθε πλάνο είναι σαν πίνακας ζωγραφικής, ενώ η παγωνιά και η σκοτεινιά της εσωτερικής ερημίας του ψυχιάτρου, η σκληρότητα των στρατοπέδων και των ναζιστικών εγκλημάτων αποτυπώνονται με την εικόνα, τη μουσική, την αφήγηση, τις μεγάλες σιωπές, που είναι οι σιωπές του αναστοχασμού. Ο Γερμανός ψυχίατρος, που αν και πρωταγωνιστής δεν είναι ηθοποιός, μου θύμισε τη φιγούρα του Μαρτσέλο Μαστρογιάννι στις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Μετά τις προβολές στον Δαναό θα γίνει συζήτηση με τους σκηνοθέτες, τον Τίτους Μίλεχ, τον Αντώνη Λιάκο, τον Δημήτρη Χριστόπουλο και τον Γιώργο Τσεμπερόπουλο. Αξίζει να δείτε αυτό το αντιπολεμικό δοκίμιο.

Ο πρωταγωνιστής Τίτους Μίλεχ στην ΑΥΓΗ της Κυριακής
«Μια προσωπική εξομολόγηση»
«Από παιδί ονειρευόμουν να ζήσω κοντά στη θάλασσα, σε έναν τόπο γεμάτο φως και ζεστασιά. Πολλά χρόνια αργότερα βρήκα αυτόν τον τόπο στην Ελλάδα, στην Αγία Γαλήνη. Εμπνευσμένος από την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά της και έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η ευθύνη των αποφάσεων της ζωής μου ανήκει αποκλειστικά σε εμένα, μετανάστευσα στη Μασσαλία, καθώς διέθετα βασικές γνώσεις της γαλλικής γλώσσας.
Εκεί ερωτεύτηκα μια Εβραία γυναίκα. Οι συζητήσεις μας, σε συνδυασμό με την απόσταση που απέκτησα από τις προσωπικές μου καταβολές, μου επέτρεψαν να ταυτιστώ σε βαθύτερο επίπεδο με τα θύματα της ναζιστικής Γερμανίας. Με την απόφαση να έρθω πιο άμεσα αντιμέτωπος με τις ιστορικές τους διαδρομές, επέστρεψα στην πατρίδα μου προκειμένου να επισκεφθώ και να στοχαστώ σε τόπους όπου διαπράχθηκαν εγκλήματα.
Οι εμπειρίες και τα συναισθήματά μου καταγράφηκαν σε ημερολόγιο, το οποίο αργότερα μετατράπηκε σε βιβλίο και μεταφράστηκε στα ελληνικά. Το βιβλίο διάβασαν η Χρύσα Τζελέπη και ο Άκης Κερσανίδης, και συγκινημένοι από την αυθεντικότητά του αποφάσισαν να δημιουργήσουν το ντοκιμαντέρ “Return to Homeland”. Η συνεργασία μας υπήρξε εξαιρετικά δημιουργική. Το ντοκιμαντέρ αυτό δεν αποτελεί μια ταινία εναντίον της Γερμανίας, αλλά μια προσωπική εξομολόγηση και έναν στοχασμό ενός Γερμανού βαθιά και διαχρονικά επηρεασμένου από τη μοίρα όλων των θυμάτων της πατρίδας του. Πρόκειται για μια ταινία για τη μνήμη και την ενσυναίσθηση».