Live τώρα    
Ευλογιά αιγοπροβάτων / Η Κεντρική Μακεδονία νοσεί βαριά
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ευλογιά αιγοπροβάτων / Η Κεντρική Μακεδονία νοσεί βαριά

Μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κτηνοτροφική απειλή εξαιτίας της ευλογιάς των αιγοπροβάτων βρίσκεται η Κεντρική Μακεδονία. Χιλιάδες ζώα έχουν χαθεί, οικογένειες κτηνοτρόφων βλέπουν την επιβίωσή τους να απειλείται και η έλλειψη συντονισμένων μέτρων αφήνει τον τομέα εκτεθειμένο. Η κρίση αποκαλύπτει αδυναμίες διαχείρισης, κενά σε πόρους και καθυστέρηση στην εφαρμογή πολιτικών. Στο ρεπορτάζ που ακολουθεί παρουσιάζονται μαρτυρίες και θέσεις που σκιαγραφούν την πραγματικότητα της ευλογιάς στην περιοχή.

Την εικόνα της εξέλιξης της νόσου που σαρώνει το ζωικό κεφάλαιο στην Κεντρική Μακεδονία δίνει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής ο αρμόδιος αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Οικονομίας Γεώργιος Κεφαλάς: «Η ευλογιά των αιγοπροβάτων έχει διαφορετική ένταση από περιφερειακή ενότητα σε περιφερειακή ενότητα. Στη Χαλκιδική είμαστε σε ύφεση. Στη Θεσσαλονίκη, επίσης, το ίδιο. Εκεί που υπάρχει ένταση ακόμη είναι στις Σέρρες».

Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν το μέγεθος της κρίσης. Στις Σέρρες έχουν εντοπιστεί 211 μολυσμένες εκτροφές και 36.000 είναι τα θανατωμένα ζώα, ενώ συνολικά στην Περιφέρεια καταγράφονται 321 εκτροφές με 58.900 ζώα. Όπως αναφέρει, «στις Σέρρες υπάρχει πραγματικό πρόβλημα πολύ περισσότερο από οπουδήποτε άλλο» καθώς η απώλεια στο ζωικό κεφάλαιο προσεγγίζει το 10%, ενώ σε επίπεδο Κεντρικής Μακεδονίας βρίσκεται στο 4,5%.

Μιλώντας για τους λόγους που έχει λάβει τέτοιες εκρηκτικές διαστάσεις το φαινόμενο, κάνει λόγο για «έναν ιό πάρα πολύ ευμετάβλητο, με μεταδοτικότητα την οποία ούτε οι ίδιοι οι επιστήμονες δεν μπορούν να ερμηνεύσουν». Σε ό,τι έχει να κάνει με τη διαχείριση της κατάστασης, παραδέχεται πως «ενδεχομένως να έπρεπε να είναι πιο αυστηρά τα μέτρα όσον αφορά τη βιοασφάλεια, τις μετακινήσεις κ.λπ. και να ληφθούν νωρίτερα».

Ερωτηθείς αν κρίνει τα μέτρα που λαμβάνονται από την Πολιτεία αποδοτικά, σημειώνει πως τα μέτρα καθορίζονται από τη Γενική Διεύθυνση Κτηνιατρικής του υπουργείου, «αυτή κρίνει την αναγκαιότητα και την ορθότητά τους. Εμείς αυτό που κάνουμε είναι να τα εφαρμόζουμε όσο πιο πιστά μπορούμε». «Δεν υπάρχει ούτε ένας δημόσιος κτηνίατρος που να μην έχει επιστρατευτεί», ενώ και η αστυνομία «συνδράμει σημαντικά» στο κομμάτι των ελέγχων. «Ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατό γίνεται» ισχυρίζεται. Σύμφωνα με τον αντιπεριφερειάρχη, πρέπει τα μέτρα αντιμετώπισης να παραμείνουν ενεργά: «Συνεχείς απολυμάνσεις, συνεχής περιορισμός των μετακινήσεων, απαγόρευση της διακίνησης ζώων για αναπαραγωγή ή πάχυνση, τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας σε κάθε κτηνοτροφική εκμετάλλευση είναι απολύτως απαραίτητα».

Σχετικά με το βάρος που καλούνται να σηκώσουν οι φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναφέρει: «Έχουμε αξιοποιήσει όλα τα διατιθέμενα μέσα της Περιφέρειας και έχουν συνδράμει και ιδιώτες για την ορθότερη εφαρμογή των μέτρων». Ωστόσο, τα μέτρα αναδεικνύονται ανεπαρκή εκ του αποτελέσματος. «Εγώ προσωπικά περίμενα ότι θα είχαν αποδώσει τα μέτρα καλύτερα» συνηγορεί και ο ίδιος. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό πως καταγράφεται δυσκολία των δήμων να υποδείξουν κατάλληλους χώρους για υγειονομική ταφή των ζώων, ζήτημα που έχει απασχολήσει την Περιφερειακή Ένωση Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας. Εκεί εκφράστηκαν ισχυρές αντιρρήσεις από δημάρχους -οι περισσότεροι δήμοι δεν έχουν ανταποκριθεί στο σχετικό αίτημα- καθώς, όπως τονίζουν, δεν έχουν την τεχνογνωσία και το επιστημονικό προσωπικό για να προχωρήσουν στη σχετική αξιολόγηση των χώρων.

«Mπορούμε να απαλλαγούμε από την ασθένεια»

Ερωτηθείς ο κ. Κεφαλάς για τα μέτρα στήριξης των κτηνοτρόφων που βρίσκονται σε αδιέξοδο λόγω της κατάστασης, αναγνωρίζει πως «αυτή τη στιγμή με τον τρόπο που λειτουργεί η κεντρική διοίκηση υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις στην απόδοση των αποζημιώσεων των παραγωγών». «Ο παραγωγός τη στιγμή που του συμβαίνει χάνει το 100% των εσόδων του. Δεν μπορούμε να του λέμε ότι θα σε αποζημιώσουμε και αυτό να είναι 6 με 8 μήνες». Προτείνει να αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού: «Όχι κατά κεφαλήν, όπως είναι τώρα, αλλά με βάση το ακαθάριστο έσοδο που έχουν από τα ζώα τους».

Παρά την πίεση που δέχεται ο κλάδος από την ευλογιά, ο ίδιος βλέπει προοπτική: «Αν όλοι μας κάνουμε τη δουλειά μας σωστά, μπορούμε να απαλλαγούμε από την ασθένεια». Μιλά για τη σημασία των δύο βασικών προϊόντων της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας: «Το γάλα που γίνεται φέτα και το ελληνικό αρνάκι ή κατσικάκι γάλακτος που είναι προϊόντα εξαγώγιμα, υψηλής διατροφικής αξίας», υπογραμμίζοντας πως «υπάρχει προοπτική για την προβατοτροφία, αρκεί να ασκηθεί πιο επαγγελματικά και να υπάρξει σχέδιο υποστήριξης».

Απουσία σχεδίου διαχείρισης

Η έξαρση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων στη χώρα συνεχίζεται παρά τα μέτρα που λαμβάνονται και παρά τις προσπάθειες των κτηνιατρικών υπηρεσιών, όπως επισημαίνει στην ΑΥΓΗ της Κυριακής η Μήνα Μπόρη, αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων. «Δυστυχώς, η ευλογιά δεν έχει την πορεία που ελπίζαμε. Η νόσος δεν έχει ακόμη αναχαιτιστεί». Όπως εξηγεί, παρουσιάζεται απρόβλεπτη επιδημιολογία: «Σε σημεία που θεωρούμε ότι έχει ελεγχθεί η νόσος και έχει μια ύφεση για κάποιους λόγους που δεν έχουμε εξηγήσει επιδημιολογικά, μας δίνει ξανά έξαρση. Αυτό δυσκολεύει πολύ την αντιμετώπιση της επιζωοτίας».

Η κ. Μπόρη υπογραμμίζει ότι η υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών αποτελεί το βασικό πρόβλημα στη διαχείριση του φαινομένου. «Αν οι υπηρεσίες είναι στελεχωμένες, πολύ έγκαιρα θα γίνονται και η διάγνωση και οι ενέργειες που άπτονται μετά των θετικών κρουσμάτων, δηλαδή η θανάτωση και η διαχείριση των πτωμάτων είτε με υγειονομική ταφή είτε με την καύση τους» σημειώνει. Ωστόσο, παρά τους μήνες που έχουν περάσει από την εμφάνιση της νόσου, η Πολιτεία δεν έχει ενισχύσει τις υπηρεσίες όπως θα έπρεπε. «Δεν αρκεί ένα νομοθέτημα, όσο επιτακτικό κι αν είναι. Έπρεπε ήδη με την εμφάνιση της νόσου να έχει ληφθεί μέριμνα για πρόσληψη προσωπικού, να είναι στις περιφερειακές ενότητες και να συνδράμει. Το πυροσβεστικό μέτρο της μετακίνησης κτηνιάτρων από το ένα σημείο στο άλλο δεν είναι αποδοτικό και μπορεί να αποβεί και επικίνδυνο για τη μετάδοση της ευλογιάς».

Επίσης, προσθέτει, «όταν ενδιαφέρεσαι να αντιμετωπίσεις ένα νόσημα πρέπει να έχεις στρατηγική, να έχεις θέσει στόχους και να έχεις διαθέσει και τους κατάλληλους πόρους, ανθρώπινους και υλικούς» και διαπιστώνει απουσία ενός ολοκληρωμένου σχέδιο διαχείρισης.
Σχετικά με την εμπλοκή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η ίδια τονίζει: «Οι περιφέρειες δεν μπορούν να ανταποκριθούν πλήρως, γιατί ακόμη και σε κατάσταση έκτακτης επιτήρησης το χρονικό διάστημα για προσλήψεις είναι μικρό και οι προϋπολογισμοί συγκεκριμένοι. Δεν έχουν διατεθεί αρκετοί πόροι για τις λειτουργικές ανάγκες» σημειώνει.

Σχετικά με το εμβόλιο υπογραμμίζει ότι η απόφαση πρέπει να ληφθεί από την κεντρική κτηνιατρική αρχή με «ένα αποτελεσματικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο σχέδιο εμβολιασμού, το οποίο όμως θα στηρίξει με επάρκεια πόρων και μέσων». Επίσης, προσθέτει, «πρέπει να λάβει υπόψη την ύπαρξη ενός εγκεκριμένου εμβολίου και τη διαθέσιμη ποσότητα εμβολίων, που σημαίνει ότι αν λάβει την σχετική απόφαση, θα πρέπει να γίνει και το αντίστοιχο αίτημα για την έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή». «Θα πρέπει επιπλέον να γνωρίζουμε την ανοσολογική ανταπόκριση του εμβολιασμού, αν υπάρχει δυνατότητα διαχωρισμού του φυσικού από το παθογόνο στέλεχος και τις οικονομικές επιπτώσεις» σημειώνει.

«Βλέπουμε μια ευρύτατη διασπορά σε όλη την ηπειρωτική χώρα. Σε λίγο δεν θα μιλάμε για επιζωοτία στη μορφή που ξέρουμε αλλά για ενδημικότητα της ευλογιάς» προειδοποιεί. Μιλά δε για την πολιτική που ασκείται με τις θανατώσεις των ζώων, διερωτώμενη: «Ποιο είναι το όριό μας; Έχει θανατωθεί το 10% του ζωικού κεφαλαίου. Πού θέλουμε να φτάσουμε αυτόν τον στόχο; Μπορούμε να επιμένουμε στις θανατώσεις και να χάσουμε το 50% του ζωικού κεφαλαίου; Και αν το χάσουμε, οι κοινωνικοοικονομικές συνέπειες μπορούν να αντιμετωπιστούν;».

Η ίδια επισημαίνει τον κίνδυνο για την ΠΟΠ φέτα, που βασίζεται σε αυτόχθονες φυλές αιγοπροβάτων οι οποίες διατρέφονται με τα φυτά της βιοποικιλότητας της ελληνικής υπαίθρου: «Όταν αυτές καταστρέφονται καθώς δεν έχει υπάρξει μέριμνα για να κρατηθούν με τράπεζα γενετικού υλικού, δεν θα μπορέσουμε να κρατήσουμε το εγχείρημα για τη φέτα με εισαγόμενες φυλές που δεν έχουν τα χαρακτηριστικά βάσει των οποίων έχουμε κατοχυρώσει την ΠΟΠ».

Συνολικά, η κ. Μπόρη προτείνει ένα πολυεπίπεδο σχέδιο μέτρων: «Πρέπει να γίνει εφαρμογή μέτρων που να συνδυάζουν βραχυπρόθεσμη οικονομική στήριξη και μακροπρόθεσμες θεσμικές παρεμβάσεις. Αξιοποίηση πόρων για στήριξη των κτηνοτρόφων, επιδότηση ανασύστασης ζωικού κεφαλαίου, τράπεζα γενετικού υλικού, ενίσχυση των περιφερειακών κτηνιατρικών υπηρεσιών και αναβάθμιση του συστήματος καταγραφής του ζωικού κεφαλαίου». Εμμένοντας στο τελευταίο, τονίζει πως πρέπει «να υπάρχει ηλεκτρονικό ενώτιο το οποίο θα καταγράφεται σε ένα αξιόπιστο σύστημα και δεν θα αλλοιώνεται, για να μην έχουμε φαινόμενα ΟΠΕΚΕΠΕ».

Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία, υπογραμμίζει, δεν είναι απλώς παραγωγική δραστηριότητα: «Είναι ένα πολύπλευρο κοινωνικό θέμα. Η απώλεια του ζωικού κεφαλαίου των αιγοπροβατοτρόφων έχει πολυδιάστατο αντίκτυπο, οικονομικό, κοινωνικό, περιβαλλοντικό, καθώς πλήττει τη διατήρηση της αγροτικής δραστηριότητας και της βιοποικιλότητας, ακόμη και της πολιτιστικής ταυτότητας των περιοχών».

Η τραγική μαρτυρία ενός κτηνοτρόφου

Ο Θανάσης Πίσιος, κτηνοτρόφος στο Σιδηρόκαστρο Σερρών, μιλά στην ΑΥΓΗ της Κυριακής για την καταστροφή που προκάλεσε στο κοπάδι και στη ζωή του η ευλογιά. Τα 310 πρόβατά του προσβλήθηκαν από τη νόσο και παρέμειναν για μέρες άρρωστα, χωρίς παρέμβαση, πριν τελικά θανατωθούν. «Αρχές Οκτωβρίου είχα πάρει τηλέφωνο να ενημερώσω το κτηνιατρείο γιατί είδα κάποιο κρούσμα και τα ζώα παρέμειναν 25 μέρες άρρωστα, ψοφούσανε μέχρι που ήρθαν και τα σκότωσαν» περιγράφει. Οι Σέρρες, προσθέτει, έχουν πληγεί ιδιαίτερα. «Ο νομός μας καίγεται από την ευλογιά. Καταστραφήκαμε πάρα πολλοί κτηνοτρόφοι, ιδίως στα πεδινά. Η Πολιτεία δεν έκανε τίποτε για να μας προστατεύσει» σημειώνει και προσθέτει πως τα μέτρα που εφαρμόστηκαν ήταν ανεπαρκή και αργοπορημένα.

«Οι ίδιοι που θεσπίζουν τα μέτρα, οι ίδιοι δεν τα τηρούν. Ενώ βάσει πρωτοκόλλου λένε ότι τα ζώα  πρέπει να θανατωθούν εντός 72 ωρών, ορίστε το δικό μου το κοπάδι, ένα μήνα στεκόταν άρρωστο. Τα ζώα αρρώσταιναν, ψοφούσαν, δεν ξέραμε τι να τα κάνουμε και κανένας δεν ήρθε να μας βοηθήσει» καταγγέλλει, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτη την υγειονομική ταφή που ακολούθησε: «Έσκαψαν μία τρύπα στην αυλή του στάβλου, έστρωσαν ένα νάιλον από κάτω, πέταξαν μέσα τα πρόβατα και από πάνω τα σκέπασαν με χώμα. Την επόμενη μέρα το μέρος άρχισε να φουσκώνει. Μέχρι το βράδυ είχε σηκωθεί η γη ένα μέτρο και άρχισε να χαράσσεται. Τη μεθεπόμενη μέρα άρχισαν να τρέχουν υγρά κι έρχονταν τα κοράκια και έτρωγαν από εκεί. Μετά από κάποιες μέρες το μέρος άρχισε να πέφτει και να βουλιάζει».

Την ίδια τραυματική εμπειρία αντιμετωπίζουν κι άλλοι κτηνοτρόφοι της περιοχής των Σερρών. «Είμαστε σε κατάσταση απελπισίας. Δεν μας ρωτάει κανένας πώς αντέχουμε. Αυτοί που τα κοπάδια τους ζουν ακόμη είναι χειρότερα από εμάς γιατί κάθε μέρα που μπαίνουν στον στάβλο η καρδιά τους τρέμει να μην δουν τα ζώα τους να αρρωσταίνουν».

Καταγγέλλει την έλλειψη στήριξης από την Πολιτεία, τις ανεπαρκείς και καθυστερημένες επιδοτήσεις και αποζημιώσεις, παρά τα μέτρα στήριξης που διαφημίζονται. «Καλά που είναι ο κόσμος και με βοηθάει με κανένα μεροκάματο. Βρεθήκαμε στους πέντε δρόμους». Όσο για την επόμενη ημέρα για τον κλάδο, αυτή φαντάζει αβέβαιη. «Δεν υπάρχει επόμενη μέρα. Ο μόνος τρόπος για να ξαναδημιουργήσεις κοπάδια είναι ο εμβολιασμός» τονίζει.

Ελλιπής διαχείριση οδηγεί σε κατάρρευση

Η κρίση με την ευλογιά των αιγοπροβάτων δεν αντιμετωπίστηκε με την απαιτούμενη πρόληψη, παρότι υπήρχαν έγκαιρα κρούσματα, τονίζει σε δήλωσή της στην ΑΥΓΗ της Κυριακής η περιφερειακή σύμβουλος της παράταξης Αλλαγή στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας Μαρία Παπαδημητρίου, σημειώνοντας πως η διασπορά επιδεινώθηκε από την ελλιπή διαχείριση, με αποτέλεσμα σήμερα ο Νομός Σερρών να βρίσκεται σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης.

Η ίδια τονίζει πως το ζωικό κεφάλαιο δεν αντικαθίσταται με μια απλή αποζημίωση και ότι η καταστροφή πλήττει τον πυρήνα του πρωτογενούς τομέα, ιδίως σε έναν νομό ήδη επιβαρυμένο οικονομικά. Οι μικρές κτηνοτροφικές μονάδες αδυνατούν να αντεπεξέλθουν φοβούμενες νέα διασπορά καθώς δεν υπάρχει διαθέσιμος εμβολιασμός. Καταλήγει ότι απαιτούνται άμεση δράση, σοβαρός σχεδιασμός και πραγματική στήριξη των πληγέντων κτηνοτρόφων, υπογραμμίζοντας παράλληλα την απουσία αποτελεσματικής παρέμβασης από την κεντρική πολιτική ηγεσία και τους βουλευτές του νομού.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0