Το τελευταίο διάστημα, και όσο βαθαίνει η κρίση από την αύξηση των τιμών, διότι, όπως είναι γνωστό, εισόδημα και ακρίβεια είναι απολύτως συγκοινωνούντα δοχεία, οι καταναλωτές έχουν αναπτύξει μια νέα συνήθεια. Έχοντας μάθει τα τελευταία χρόνια την αξία της λίστας για το σούπερ μάρκετ, που σημαίνει πρακτικά οργανωτικότητα και προγραμματισμός, πλέον έχουν αποκτήσει και πλήρη γνώση των τιμών ανά προϊόν σε κάθε κατάστημα. Σε άλλο πάει κάποιος για τα χαρτικά και τα απορρυπαντικά, από αλλού αγοράζει τα είδη διατροφής, τα γαλακτοκομικά έχουν το δικό τους σούπερ μάρκετ και πάει λέγοντας.
Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο αποκτούν βαθιά -όσο και η οικονομική τους αδυναμία συνήθως- γνώση της λειτουργίας της αγοράς, αλλά εξοικονομούν και πόρους για να τους διαθέσουν σε άλλους τομείς της οικογενειακής τους ζωής. Όπως, για παράδειγμα, σε συνδρομές για πλατφόρμες, αφού με δυσκολία μπορούν πλέον να πάνε σε κάποιο σινεμά ή ακόμα δυσκολότερα σε μια θεατρική παράσταση.
Είναι εξαιρετικά σύνηθες λοιπόν, εκτός από την πρωτογενή παρατήρηση των τιμών, να ασχολούνται και με άλλα, περισσότερο ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά. Διότι μπορεί σήμερα όλοι να πηγαίνουν σε όλα τα σούπερ μάρκετ, όμως το καθένα από αυτά έχει τη δική του φυσιογνωμία. Τη δική του αύρα όπως λέμε. Στις μικρότερες αλυσίδες, για παράδειγμα, τα ράφια είναι μικρότερα και τα προϊόντα στριμωγμένα. Έχουν σαφώς περιορισμένη ποικιλία και κάπου, σε κάποιο σημείο, εκτός ραφιών, είναι στοιβαγμένα τα προϊόντα στα οποία η επιχείρηση γνωρίζει ότι διαθέτει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Η προώθηση αυτή εξασφαλίζει μεγαλύτερο απόθεμα στους περιορισμένους χώρους τους. Στα μεγαλύτερα σούπερ μάρκετ βρίσκεις περισσότερο κόσμο και μεγαλύτερη γκάμα προϊόντων και το προσωπικό τους είναι με κάποιον τρόπο εκπαιδευμένο στη διαχείριση των πελατών. Είναι συχνότατο το φαινόμενο να λαμβάνεις τη σχετική απάντηση σε οποιαδήποτε ερώτηση μπορεί να κάνει ο καταναλωτής με τον ίδιο τόνο και ένταση, ανεξάρτητα από τον εργαζόμενο που σε εξυπηρετεί. Φυσικά, πολλές φορές ο όγκος της δουλειάς και το πλήθος των πελατών καθορίζουν σε κάποιον βαθμό τη διάθεση κάθε εργαζόμενου αλλά, κατά γενική ομολογία, οι απαντήσεις του προσωπικού διέπονται από ευγένεια και διάθεση να εξυπηρετήσουν. Όσο λοιπόν η αλυσίδα του σούπερ μάρκετ μεγαλώνει τόσο περισσότερο κωδικοποιημένη είναι και η αντιμετώπιση προς τους πελάτες. Φυσικά όμως, επειδή οι εργαζόμενοι δεν είναι πρόβατα, όπως λέμε, η ξεχωριστή προσωπικότητα καθενός ή καθεμιάς δίνει στο τέλος και τον τόνο της εξυπηρέτησης.
Πρόσφατα, κατόπιν παρότρυνσης, επισκέφθηκα ένα σούπερ μάρκετ μεγάλης πολυεθνικής αλυσίδας. Μου συστήθηκε αυτή η επίσκεψη διότι η επιχείρηση είχε εγκαταστήσει μια σειρά αυτόματων ταμειακών μηχανημάτων. Εκείνα δηλαδή που, αφού κάνεις τις αγορές σου, ακουμπάς τα προϊόντα που αγόρασες σε έναν μεταλλικό πάγκο, τα σκανάρεις, πληρώνεις με την κάρτα σου και φεύγεις χωρίς να απασχολείς κάποιον εργαζόμενο ή να περιμένεις στην ουρά. Εκμεταλλευόμενος την ευκαιρία αυτής της επίσκεψης, έκανα μια βόλτα εντός του καταστήματος, διάλεξα δυο-τρία πράγματα και κατευθύνθηκα προς τα ταμεία. Ένας ευγενέστατος και πρόσχαρος υπάλληλος προθυμοποιήθηκε να με εξυπηρετήσει επιδεικνύοντάς μου ταυτόχρονα και τη διαδικασία της αυτόματης αγοράς και πληρωμής. Οφείλω να ομολογήσω ότι υπήρξε εξαιρετικά εξυπηρετικός και απάντησε σε όλες μου τις ερωτήσεις με χαμόγελο και υπομονή. Ακόμα και σ’ εκείνες που έκανα επιδεικτικά προσπαθώντας να εκμαιεύσω μια διαφορετική αντίδρασή του, αλλά μάταια.
Βέβαια, πρέπει να πω ότι δεν απάντησε την τελευταία ερώτηση που του έκανα, αλλά δεν τον κατηγορώ γι’ αυτό. Πώς να απαντήσει άλλωστε ποια δουλειά περιμένει έναν εργαζόμενο σε σούπερ μάρκετ όταν οι πελάτες μάθουν να σκανάρουν το barcode και να πληρώνουν μόνοι τους με την κάρτα;