Σφοδρές αντιδράσεις και έκδηλη ανησυχία έχουν προκαλέσει οι αλλαγές στις οποίες προχώρησε η κυβέρνηση στο καθεστώς των σχολικών νοσηλευτών-τριών, στην ευθύνη των οποίων τη νέα σχολική χρονιά θα είναι περισσότερα από ένα σχολεία. Συνδικαλιστικοί φορείς των σχολικών νοσηλευτών και σύλλογοι γονέων με παιδιά με χρόνια νοσήματα έχουν εκφράσει την έντονη διαμαρτυρία τους για την κατάσταση που θα επικρατήσει από τον Σεπτέμβριο, αλλά οι φωνές τους αγνοήθηκαν.
Μέχρι πρότινος κάθε παιδί με εγκεκριμένη ανάγκη για σχολικό νοσηλευτή είχε δίπλα του έναν επαγγελματία Υγείας καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, που είχε υπό την ευθύνη του όχι μόνο τον μαθητή για τον οποίο είχε λάβει έγκριση, αλλά όλη τη σχολική μονάδα για πρώτες βοήθειες και για να παρέμβει άμεσα όποτε υπήρχε ανάγκη. Επίσης, ο σχολικός νοσηλευτής καλούνταν να καλύψει και ένα συστεγαζόμενο σχολείο εάν υπήρχε ανάγκη, κάτι στο οποίο μπορούσε να ανταποκριθεί διότι πρόκειται για σχολεία με κοινές εγκαταστάσεις και κοινό αύλειο χώρο, οπότε υπήρχε μια αμεσότητα με τα παιδιά. Ωστόσο, με βάση όσα ψηφίστηκαν στο πρόσφατο πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας, οι σχολικοί νοσηλευτές θα κληθούν να καλύψουν όμορες σχολικές μονάδες που βρίσκονται σε μία ακτίνα 100 μ. (η αρχική πρόβλεψη ήταν για 500 μ. αλλά εν συνεχεία τροποποιήθηκε). Η διάταξη προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις, καθώς, όπως εξηγεί στην ΑΥΓΗ της Κυριακής η Αθηνά Πρωτόπαππα, πρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Σχολικών Νοσηλευτών, «θα είμαστε υποχρεωμένοι να μοιράσουμε τον χρόνο μας. Από τη στιγμή που τοποθετούμαστε σε δύο σχολικές μονάδες και όχι σε μία, θα είμαστε αναγκασμένοι να κατανείμουμε τις ημέρες της εβδομάδας ή να μοιράσουμε τις ώρες της ημέρας μεταξύ των δύο σχολείων. Άρα και στις δύο περιπτώσεις ένα από τα δύο σχολεία θα μένει ακάλυπτο για ώρες ή για μέρες». Αυτό αφενός οδηγεί σε πλήρη υποβάθμιση της ποιότητας της φροντίδας που παρέχεται και αφετέρου έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, που έχει κυρώσει και η χώρα μας και τέθηκε σε ισχύ το 2012, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στην εξατομικευμένη υποστήριξη για άτομα με χρόνια νοσήματα. «Όταν φεύγεις από τον-την μαθητή-τριά σου και πηγαίνεις αλλού, αυτό δεν είναι εξατομικευμένη υποστήριξη. Υπάρχουν πολλές παραβιάσεις, για τις οποίες όμως δεν εισακουγόμαστε» συμπλήρωσε.
«Θέμα ζωής και θανάτου»
Στον καίριο ρόλο των σχολικών νοσηλευτών-τριών στάθηκε μιλώντας στην ΑΥΓΗ της Κυριακής η Φαίη Εμβολιάδου, μητέρα δύο κοριτσιών με αλλεργίες από τη Θεσσαλονίκη. «Κανονικά θα έπρεπε κάθε σχολική μονάδα να έχει σχολικό-ή νοσηλευτή-τρια και ο λόγος είναι ότι οι εκπαιδευτικοί δεν επιτρέπεται να χορηγούν οποιαδήποτε φαρμακευτική ουσία ούτως ή άλλως. Ειδικά για τα παιδιά που έχουν σπάνια νοσήματα, σοβαρές αλλεργίες, καρδιακά και χρειάζονται συνεχώς υποστήριξη είναι θέμα ζωής και θανάτου» σημείωσε και διατύπωσε το εύλογο ερώτημα: «Εάν ταυτόχρονα ένα παιδί πάθει αλλεργικό σοκ και κάποιο άλλο χρειάζεται υποστήριξη γιατί έχει ανέβει το ζάχαρό του, πώς θα επιλυθεί αυτό το ζήτημα;». Δυστυχώς, όπως διαπιστώνει η κ. Πρωτόπαππα, δεν έχει υπάρξει καμία πρόβλεψη για το τι θα συμβεί εάν την ίδια στιγμή χρειαστεί να υπάρξει παρουσία σχολικού νοσηλευτή σε δύο σχολεία. «Φανταστείτε σε ένα σχολείο με 200 μαθητές-τριες, που είναι συνηθισμένο να υπάρχουν συνήθως 15-20 περιστατικά την ημέρα από διάφορα ατυχήματα, εμείς να πηγαινοερχόμαστε σε άλλα σχολεία. Ποιος-α θα είναι εκεί όταν ένα παιδί έχει υπογλυκαιμία ή πέσει και χτυπήσει ή πάθει αναφυλακτικό σοκ που τα δευτερόλεπτα μετράνε;» διερωτήθηκε. Στάθηκε δε στο επιπλέον βάρος που θα κληθούν εκ των πραγμάτων να σηκώσουν οι εκπαιδευτικοί: «Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι υγειονομικοί και δεν έχουν κανένα λόγο να αναλάβουν τέτοιες ευθύνες. Υπάρχει μεγάλη πίεση σε αυτούς τους ανθρώπους, που είναι ήδη επιβαρυμένοι με μεγάλο φόρτο στο σχολείο, οπότε φανταστείτε τώρα να πρέπει να είναι υπόλογοι και σε κάτι το οποίο δεν είναι ούτε εκπαιδευμένοι αλλά ούτε έχουν και κάποια ευθύνη».
Καθώς οδεύουμε στο άνοιγμα των σχολείων, η ανασφάλεια και η αγωνία για το πώς θα κυλήσει η νέα σχολική χρονιά και ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στην υγεία και στην ασφάλεια των μαθητών-τριών είναι διάχυτες. «Ειλικρινά, δεν θέλω καθόλου να φανταστώ το επόμενο διάστημα» ανέφερε η κ. Εμβολιάδου, μεταφέροντας παράλληλα το κλίμα που επικρατεί στις οικογένειες που είναι σε παρόμοια κατάσταση: «Υπάρχει διάχυτη ανησυχία, υπάρχει φόβος και υπάρχει και πολύς θυμός. Είναι εγκληματική αυτή η ενέργεια».
Ενα έωλο επιχείρημα
Το βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης για τις αλλαγές ήταν ότι το προηγούμενο σχολικό έτος 600 παιδιά έμειναν ακάλυπτα λόγω έλλειψης διαθέσιμων νοσηλευτών στους αξιολογικούς πίνακες και ισχυρίστηκε πως η νέα διάταξη δεν αποσκοπεί στην εξοικονόμηση πόρων, αλλά στην πιο αποτελεσματική διαχείριση του υπάρχοντος προσωπικού, κάνοντας λόγο για «ελάχιστη αναγκαία ευελιξία ώστε κανένα παιδί να μην μείνει χωρίς υποστήριξη». Σημειώνεται πως οι σχολικοί νοσηλευτές εντάσσονται σε ένα σύστημα κλειστού πίνακα που ανοίγει ανά τριετία και πριν από τρία χρόνια μπήκαν 2.500 σχολικοί-ες νοσηλευτές-τριες, που πλέον δεν αρκούν για να καλυφθούν οι ολοένα αυξανόμενες ανάγκες. Σύμφωνα, όμως, με την κ. Πρωτόπαππα, «με το νέο άνοιγμα των πινάκων οι νοσηλευτές-τριες που έχουν κάνει αιτήσεις για συμμετοχή είναι 6.300, έχει υπερδιπλασιαστεί το ποσοστό, άρα το κενό των 600 παιδιών θα καλυπτόταν». Στην πραγματικότητα, η νέα ρύθμιση αντί να λύσει ζητήματα, δημιουργεί νέα. «Το θέμα δεν είναι μόνο η κάλυψη, αλλά η ασφαλής κάλυψη. Σε αυτό που πάμε να κάνουμε δεν υπάρχει ασφάλεια, αυξάνουμε τον κίνδυνο, πάει να γίνει χειρότερο» σχολιάζει η ίδια. Άλλωστε, όπως επισημάνθηκε και από την Ένωση Νοσηλευτών Ελλάδος, με αυτό το νομοθέτημα παραβιάζονται υγειονομικά κριτήρια, αλλά και οι σχολικοί νοσηλευτές είναι απολύτως εκτεθειμένοι ως προς τη νομική ευθύνη (πειθαρχικά, ποινικά εάν κάτι πάει στραβά).
Αποφάσεις για εσάς χωρίς εσάς
Οι αντιδράσεις στις προωθούμενες αλλαγές τόσο από την πλευρά των συνδικαλιστικών φορέων των σχολικών νοσηλευτών-τριών όσο και των συλλόγων γονέων με παιδιά με χρόνια νοσήματα ήταν μεγάλες, αν και εν μέσω καλοκαιριού. Ειδικά κατά τη διαβούλευση του νομοσχεδίου υπήρξε ενεργή συμμετοχή χάρη στην οποία τροποποιήθηκε η διάταξη για την κάλυψη στα 500 μ. και μειώθηκε στα 100 μέτρα. Τα προβληματικά στοιχεία, όμως, παραμένουν και αναδείχτηκαν και κατά τη συζήτηση στη Βουλή χωρίς να υπάρξει κάποια ουσιαστική απάντηση. Το στοιχείο αυτό προκάλεσε μεν απογοήτευση, αλλά χαρακτηρίστηκε αναμενόμενο δεδομένου ότι ούτε κατά τον σχεδιασμό της ρύθμισης υπήρξε επικοινωνία της κυβέρνησης με τα εμπλεκόμενα μέρη, όπως φορείς σχολικών νοσηλευτών-τριών και συλλόγων γονέων παιδιών με χρόνια νοσήματα. Με τις συνθήκες όπως έχουν διαμορφωθεί και την αντιμετώπιση που επιφύλαξε η κυβέρνηση στις σοβαρές ενστάσεις που διατυπώθηκαν δεν αποκλείεται να πυροδοτηθεί ένα κύμα αντιδράσεων με την έναρξη της σχολικής χρονιάς, όταν πια θα φανεί και στην πράξη πόσους κινδύνους ενέχει η ρύθμιση που ψηφίστηκε και τι δραματικές διαστάσεις μπορεί να λάβει.