Η πρόσφατη απώλεια του έμπειρου δρομέα στο παρθένο δάσος Φρακτού ύστερα από αλληλεπίδραση με καφέ αρκούδα (Ursus arctos) θέτει επί τάπητος ένα ερώτημα βαθύτερο από την αναζήτηση υπευθύνων ή αιτιών: σε ποιο βαθμό ο σύγχρονος άνθρωπος κατανοεί και σέβεται τη φύση ως ένα οικοσύστημα που συνεχώς εξελίσσεται. Όπως έγραψε ο Bookchin: «Η βιολογική φύση είναι πάνω απ’ όλα η αθροιστική εξέλιξη συνεχώς διαφοροποιημένων και ολοένα πιο σύνθετων μορφών ζωής, σε σύνδεση με έναν ζωηρό και διαδραστικό ανόργανο κόσμο».
Η αρκούδα, εντός του φυσικού της οικοσυστήματος, δεν ενήργησε επιθετικά κατά την ανθρώπινη έννοια της πρόθεσης· ενήργησε ενστικτωδώς, αμυντικά. Η παρουσία ανθρώπων και σκύλου σε συνδυασμό με ήχους, μυρωδιές και την εγγύτητα στον βιότοπό της δημιούργησαν ένα αίσθημα απειλής. Σε αυτό το πλαίσιο, η «επίθεση» συνιστά στην πραγματικότητα άμυνα ενός άγριου ζώου, το οποίο αιφνιδιάστηκε στην καρδιά του δικού του χώρου.
Το δάσος Φρακτού είναι ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα παρθένα οικοσυστήματα στην Ευρώπη. Η ιδιότητά του αυτή θα έπρεπε να προκαλεί στον άνθρωπο στάση αυτοπεριορισμού. Η εισβολή, η παρουσία σκύλων ή η χρήση σπρέι πιπεριού σε περιοχές γνωστής παρουσίας αρκούδων αντανακλά μια εδραιωμένη ανθρωποκεντρική αντίληψη. Ότι η φύση μάς ανήκει, υπάρχει για να μας εξυπηρετεί.
Η περιβαλλοντική ηθική, όπως έχει διατυπωθεί από στοχαστές όπως ο Aldo Leopold (Land Ethic) και ο Arne Naess (Deep Ecology), καλεί τον άνθρωπο να ενταχθεί σε μια διευρυμένη ηθική κοινότητα, η οποία περιλαμβάνει τόσο τα οικοσυστήματα όσο και τα μη ανθρώπινα ζώα. Δεν είναι αρκετό να προστατεύουμε τα δάση - πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχουν αξία ανεξάρτητη από τη χρηστικότητα ή την αισθητική που τους προσδίδουμε, όπως και τα όντα που μένουν σε αυτά.
Ο τραγικός χαμός του δρομέα, όσο επώδυνος και αν είναι, δεν πρέπει να λειτουργήσει ως αφορμή για τη δαιμονοποίηση της αρκούδας. Από την καταδίωξη των γκρίζλι στις ΗΠΑ και τις μαζικές διώξεις στην Ευρώπη μέχρι τα κρατικά κυνηγετικά προγράμματα στην τσαρική και σοβιετική Ρωσία,η αρκούδα έχει παρουσιαστεί συστηματικά είτε ως τρόπαιο είτε ως εχθρός, απειλή και εμπόδιο στον «πολιτισμό». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για συστηματικά πογκρόμ εναντίον της άγριας ζωής, που αποκαλύπτουν όχι τόσο φόβο όσο μια βαθιά ριζωμένη ανάγκη κυριαρχίας.
Η ιδέα ότι ένα μεμονωμένο συμβάν θα μπορούσε να δικαιολογήσει τον αφανισμό ενός ολόκληρου πληθυσμού, λοιπόν, θα ήταν όχι μόνο ανιστόρητη αλλά και ηθικά απαράδεκτη. Επομένως, το περιστατικό αυτό θα πρέπει να προκαλέσει έναν πολιτισμικό και ηθικό αναστοχασμό: Τι σημαίνει «συμβιώνω» με την άγρια φύση; Ποια είναι τα όρια της ανθρώπινης παρουσίας στο μη ανθρώπινο περιβάλλον;
Η ανάβαση σε μονοπάτια που διασχίζουν το ενδιαίτημα της αρκούδας, η πεζοπορία σε ευαίσθητα οικοσυστήματα δεν αποτελούν κατακτήσεις. Είναι δανεισμένες εμπειρίες. Και ως τέτοιες οφείλουν να τελούνται με συναίσθηση κινδύνου και οικολογική ταπεινότητα. Η αρκούδα δεν είναι απλώς ένα άγριο ζώο. Είναι ο καθρέφτης της σχέσης μας με το φυσικό. Και μας δείχνει σιωπηλά, αλλά με περισσή σαφήνεια, ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος στο δάσος δεν είναι το ζώο που φοβόμαστε· είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.
Παναγιώτης Παναρίτης: Με σεβασμό στην άγρια ζωή
Οι άνθρωποι που κινούνται στη φύση -δρομείς, πεζοπόροι, εξερευνητές, κυνηγοί ή φωτογράφοι άγριας ζωής- οφείλουν να είναι καλά ενημερωμένοι. Ρωτήσαμε τον Παναγιώτη Παναρίτη, κάτοικο Ξάνθης και τρεις φορές νικητή του ROUT Classic 100 Miles 2024 -ενός αγώνα που διεξάγεται στην καρδιά της Ροδόπης- τι πρέπει να αλλάξει στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε και βιώνουμε τη συνύπαρξη με το φυσικό περιβάλλον αλλά και για τις δικές του συναντήσεις με αρκούδες.

«Το δάσος της Ροδόπης και ειδικά ο παρθένος πυρήνας του Φρακτού (ζώνη 1) αποτελούν το σπίτι της αρκούδας για πολλές δεκαετίες. Οι αθλητές που τρέχουν το φθινόπωρο τους ορεινούς αγώνες της Ροδόπης (Vfut και Rout ) διασχίζουν αυτήν την περιοχή και η συνάντηση με την αρκούδα είναι αρκετά πιθανή. Έχω συναντηθεί και εγώ ο ίδιος μαζί της μερικές φορές είτε μόνος μου είτε με τον σκύλο μου. Η αρκούδα δεν είναι σε καμία περίπτωση επιθετικό ζώο και αυτό επιβεβαιώνεται και στο συγκεκριμένο συμβάν, στο οποίο οι πεζοπόροι παρότι βρέθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο μαζί της αυτή δεν επιτέθηκε ώστε να θανατώσει τον εχθρό της.
Εχοντας αποκτήσει σχετική εμπειρία στο δάσος της Ροδόπης τόσα χρόνια, θα πρότεινα σε όσους επισκέπτονται αντίστοιχα μέρη να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Το 2014 όταν τρέχαμε στους ορεινούς αγώνες της οροσειράς Ροδόπης, μας έδιναν ένα κουδουνάκι που έπρεπε να φοράμε πάνω μας. Μ’ αυτό τον τρόπο η αρκούδα ήξερε ότι κάποιος είναι εκεί και κυρίως πού είναι. Σήμερα χρησιμοποιούμε σφυρίχτρα ή μερικές φωνές για να μην έρθουμε τόσο κοντά όσο βρέθηκαν και οι πεζοπόροι από τη Δράμα.
Υπάρχουν περιπτώσεις όμως που η παρουσία μας μπλοκάρεται από τον αέρα ή από τον θόρυβο του νερού και η απρόσμενη επαφή με την αρκούδα και όλη την άγρια ζωή είναι αναπόφευκτη. Έχοντας ζήσει και αυτό το κομμάτι, μπορώ να πω ότι ακόμη και τότε που επικρατεί για λίγα δευτερόλεπτα τρόμος, η αρκούδα και η άγρια ζωή υποχωρούν και δεν υπάρχουν περαιτέρω επιπλοκές. Ένας δρομέας-πεζοπόρος οφείλει να γνωρίζει πληροφορίες για το μέρος το οποίο επισκέπτεται καθώς και να τηρεί μερικούς «άγραφους» κανόνες πρωτίστως με σεβασμό στην άγρια ζωή».