Σφιγμένος από το κρύο, που πάγωνε μέχρι και το μεδούλι στα κόκαλά του, και τη βροχή, έχωσε τα χέρια του στα γάντια της μηχανής και πάτησε με τον αντίχειρα τη μίζα. Ίσα που γύρισε ο κινητήρας για να πάρει μπροστά το μηχανάκι που ξερόβηχε, λες και ήταν παρατημένο και αχρησιμοποίητο για καιρό.
Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά από τη στιγμή που το είχε σβήσει για να παραλάβει την παραγγελία. Μα με βροχή, μα με χιόνι, μα με ήλιο, το καθήκον επίτασσε να βρίσκεται στις επάλξεις. Ανειδίκευτος γαρ, γιατί ως τέτοιος είχε προσληφθεί από την εταιρεία διανομής. Με τον βασικό και χωρίς συμβάσεις εργασίας και μέσα ατομικής προστασίας.
Η ειδίκευση στο να μπορείς να κινείσαι γρήγορα στους δρόμους της πόλης για να μην κρυώσει το φαγητό του πελάτη τον χειμώνα ή να μην λιώσουν τα παγάκια του καφέ το καλοκαίρι δεν απαιτεί καμία ειδίκευση, φαίνεται. Αρκεί να είσαι ένας ριψοκίνδυνος και επιπόλαιος κασκαντέρ ή από εκείνους που, ανεξάρτητα από γνώσεις, καταγωγή και πολλές φορές και πτυχία, έχουν απόλυτη ανάγκη να εργαστούν. Έτσι, άλλωστε, λειτουργεί και αναπαράγεται το σύστημα της μισθωτής εργασίας. Και όχι μονάχα από τους κεφαλαιούχους οι οποίοι εκμεταλλεύονται όσους το μόνο που έχουν να πουλήσουν είναι η εργατική δύναμή τους. Αλλά και από τους άλλους, τους λήπτες των υπηρεσιών, τους «με τα λεφτά μου», «την κυρά μου» ή στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο «την κυρά μου», αλλά και την κυρά του άλλου, τον πατέρα, τον αδελφό… τη χαρούμενη φατσούλα των Χριστουγέννων και του κυρίου «πλερώνω».
Διότι ο διανομέας δεν είναι γιατρός για να τον ευχαριστείς επειδή σου έσωσε τη ζωή ούτε υπάλληλος σε κάποια δημόσια υπηρεσία που επειδή γνωρίζει καλά τον νόμο και τα περιθώρια που αφήνει εξυπηρετεί τον πολίτη για να τον διευκολύνει. Ο διανομέας είναι ο πιτσιρικάς με το μηχανάκι που τρέχει σαν τον διάολο και κάνει σφήνες ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Που εισπράττει το παράπονο του καταναλωτή ή λούζεται με τα πιο απαξιωτικά βλέμματα μιας και είναι η τελευταία τρύπα της φλογέρας.
Αυτό, μάλιστα, αποτελεί και ένα από τα παράδοξα της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Παράδοξο διότι από αυτόν εξαρτάται πότε θα πιεις τον καφέ σου ή πότε θα φας και, αφετέρου, διότι, παρά το γεγονός ότι οι μοτοσικλετιστές, απόγονοι των φορτοματιάρηδων και των ταξιδευτών, έχαιραν της εκτίμησης των ανθρώπων και απολάμβαναν παραδοσιακά και τη φιλοξενία τους, σήμερα δεν χαίρουν καμίας. Έτσι, λοιπόν, δεν απολαμβάνουν και καμιά ειδική συμπεριφορά. Από τον δρόμο, που κανένας δεν αφήνει χώρο να περάσουν τα μηχανάκια ακόμα και όταν τα πάντα είναι φρακαρισμένα από την κίνηση, ούτε στη βροχή ούτε στο κρύο, μέχρι τους χαρακτηρισμούς.
Ανοιξε το στήριγμα της μηχανής με το αριστερό πόδι, πέρασε το δεξί ανάμεσα από τη σέλα και το τιμόνι και έτρεξε μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας να παραδώσει την παραγγελία. «Συγγνώμη», του είπε ο κύριος που άνοιξε την πόρτα για να παραλάβει, «είχα απορροφηθεί από τη δουλειά και δεν κατάλαβα ότι έβρεχε». Ο διανομέας χαμογέλασε και του αποκρίθηκε πως δεν πειράζει. Οι εργάτες καταλαβαίνονται μεταξύ τους.
Καλή χρονιά!