Live τώρα    
Γυάρος / Τόπος μνήμης και όχι τουριστικός προορισμός
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γυάρος / Τόπος μνήμης και όχι τουριστικός προορισμός

Η Γυάρος
Το νεκροταφείο των εξορίστων στη Γυάρο

Γιάρος ή Γιούρα, τόπος μαρτυρίου για τον Σύνδεσμο Φυλακισθέντων-Εξορισθέντων, για την Αριστερά, για τους 18.000 χιλιάδες που εξορίστηκαν και βασανίστηκαν, για τους 100 νεκρούς που άφησαν εκεί τα κόκαλα τους, σε ένα άνυδρο κυκλαδίτικο νησί που μετατράπηκε σε τόπο εξορίας από το τέλος του Εμφυλίου, το 1949, έως και το 1974 κατά περιόδους.

Γυάρος, τόπος τουριστικής αξιοποίησης, κερδοσκοπικής εκμετάλλευσης και ιδιωτικής επένδυσης για αιολικά πάρκα σύμφωνα με διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό της ιδιωτικής εταιρείας Alumil και της ΑΜΚΕ Αιγέας, συμφερόντων της εφοπλιστικής οικογένειας Μαρτίνου. Μια προκλητική ενέργεια της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» που προμοτάρεται από την κυβέρνηση της Ν.Δ. και προκαλεί θύελλα αντιδράσεων από τον ΣΦΕΑ και όσους επιμένουν να αντιστέκονται στη λήθη.

Στα συρτάρια των υπουργείων Πολιτισμού και Νησιωτικής Πολιτικής υπάρχουν από το 2000 μελέτες του ΕΜΠ για την ανάδειξη του νησιού ως τόπο μνήμης και μαρτυρίου. Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με τον Νίκο Σηφουνάκη στο τιμόνι του τότε υπουργείου Αιγαίου, σε συνεργασία με τη διοίκηση του ΣΦΕΑ και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, με επικεφαλής τους καθηγητές Άννη Βρυχέα και τον Σταύρο Σταυρίδη, είχαν δρομολογήσει και χρηματοδοτήσει μελέτες για:

* Την αναστήλωση-ανάδειξη του κεντρικού κτηρίου των φυλακών, με τη δημιουργία μουσείου, και των τριών γειτονικών κτηρίων.

* Τη δημιουργία περιπατητικής διαδρομής μήκους 3 χιλιομέτρων από το κεντρικό κτήριο της φυλακής προς το νεκροταφείο και αναστήλωσης του νεκροταφείου.

* Την κατασκευή μικρού μόλου.

Το υπουργείο Αιγαίου το 2001 κήρυξε διατηρητέα τα κτήρια των φυλακών, το υπουργείο Πολιτισμού κήρυξε το νησί ιστορικό τόπο, οι καθηγητές του ΕΜΠ Άννη Βρυχέα και Σταύρος Σταυρίδης έκαναν τις μελέτες για τα μονοπάτια και το νεκροταφείο χωρίς αμοιβή, αλλά το 2004 η δεξιά κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή τα σταμάτησε όλα. Το 2011 το μεγαλύτερο τμήμα του νησιού αποχαρακτηρίστηκε από ιστορικός τόπος και παρέμεινε «ιστορικός» μόνο γύρω από τα κτήρια.

Ο ΣΦΕΑ ζητά να επικαιροποιηθούν όλες οι μελέτες, να κηρυχθεί ιστορικός τόπος ολόκληρο το νησί, να αναστηλωθούν τα κτήρια που καταρρέουν, να γίνουν τα μονοπάτια, να συντηρηθεί ο χώρος του νεκροταφείου και να τοποθετηθεί μια αναθηματική πλάκα με τα ονόματα όλων των πατριωτών που πέρασαν από το κολαστήριο της Γυάρου.

Η Γυάρος

Νίκος Μανιός, γιατρός: Η λήθη είναι για τους ηλίθιους

Μεταφέρθηκα στη Γυάρο, χωρίς καμία κατηγορία, μαζί με άλλους είκοσι οκτώ συντρόφους στις 29/12/1973, με στρατιωτικό μεταγωγικό πλοίο που έφυγε από ένα λιμάνι κοντά στον Πειραιά. Δεν υπήρχαν άλλοι κρατούμενοι. Η εξορία ξανάνοιξε, για τέταρτη φορά, για εμάς. Και ήμασταν, ευτυχώς, οι τελευταίοι. Ήμασταν νεολαίοι από όλο το φάσμα της Άκρας Αριστεράς, στελέχη του ΚΚΕ Εσωτερικού με τα οποία είχα συνυπάρξει πριν στις φυλακές, τον Νίκο Κιάο, Βασίλη Τσιγκούνη, και κάποιοι ενήλικες από το ΚΚΕ που δεν τους γνώριζα πριν. Με δεδομένο ότι λίγες μέρες πριν είχαν αφήσει ελεύθερα κορυφαία στελέχη της Αριστεράς, δεν πιστεύαμε ότι θα συλλαμβάνανε εμάς, που ήμασταν ακόμη παιδιά…

Ημουν 26 χρόνων, είχα ήδη δύο χρόνια στις φυλακές Κορυδαλλού. Ήμουν φοιτητής Ιατρικής, οργανωμένος στην 20ή Οκτώβρη, που ήταν υπέρ του ενόπλου αγώνα... Μεσολαβεί η εξέγερση του Πολυτεχνείου, κρύβομαι μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου, που με συνέλαβαν στο πανεπιστήμιο μαζί με τον σύντροφο Σαγιά. Μας οδηγούν στην Ασφάλεια, όπου το βράδυ της 27ης Δεκεμβρίου μας ζητούν να ενημερώσουμε τους συγγενείς μας ότι θα μεταφερθούμε σε έναν τόπο εξορίας και να μας φέρουν ρούχα. Την επομένη το πρωί μας οδηγούν με ένα σκοτεινό λεωφορείο σε ένα λιμάνι, πιθανότατα στην Ελευσίνα, και επιβιβαζόμαστε στο μεταγωγικό του στρατού για άγνωστο προορισμό. Ήμασταν είκοσι εννέα κρατούμενοι. Η εικόνα που αντικρίσαμε το μεσημέρι, όταν άνοιξε η μπουκαπόρτα, ήταν ένα κυκλαδίτικο νησί με μικρούς διάσπαρτους θάμνους ανάμεσα σε πέτρες και πορόλιθο. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι δεν έχει νερό… Το μάθαμε μετά...

Εκεί γνώριζα μόνο τον Κιάο, τον Φελέκη, τον Τσιγκούνη, τον Σοφρώνη και τον Καραμαντάνη. Οι περισσότεροι κρατούμενοι ήταν άνω των 70 ετών. Πώς αυτοί οι ταλαιπωρημένοι από προηγούμενες φυλακίσεις και εξορίες θα κουβαλούσαν οι ίδιοι το κρεβάτι τους, ένα σιδερένιο ράντζο του στρατού, και δύο παλιοκουβέρτες και το στρώμα για ν’ ανέβουν στο κτήριο της φυλακής; Εμείς οι δέκα νέοι κρατούμενοι αναλάβαμε να μεταφέρουμε κρεβάτια, βαλίτσες και στρώματα από τον όρμο στο κτήριο της φυλακής. Είχε ψηλούς τοίχους, δεν έβλεπες ουρανό από μέσα, κι ήταν χτισμένο σε τέσσερα επίπεδα που επικοινωνούσαν με σκάλα. Μοιραστήκαμε οι είκοσι εννέα σε τρεις κοιτώνες με κριτήρια ακατανόητα. Εγώ ήμουν με πέντε νέους συντρόφους και με τον Γιάννη Χαραλαμπόπουλο, που ήταν πολύ μεγαλύτερος από εμάς και υπαρχηγός του ΠΑΚ. Επτά μήνες μαζί.

Υπήρχε ένας κρατούμενος, ο Γιάννης ο Χοτζέας, μια χούφτα κόκαλα, 45 κιλά, καταπονημένος, γυρτός, νόμιζα πως θα πέθαινε ανεβαίνοντας για τη φυλακή . Όμως αυτός είχε τον τρόπο να περάσει ένα μικρό ραδιοφωνάκι από τον έλεγχο της χωροφυλακής χωρίς να το αντιληφθούν οι ασφαλίτες. Μας μοίρασε ρόλους που έπρεπε να υποδυθούμε κατά τον έλεγχο. Στη «θεατρική παράσταση» ήμασταν τέσσερις: αυτός, εγώ, ο Σαγιάς και ο Φελέκης. Μου λέει λοιπόν: «Όταν ο ασφαλίτης αρχίσει να ελέγχει τα δικά μου προσωπικά αντικείμενα, εγώ θα του κάνω σκηνή, εσύ θα αγριέψεις, ο Σαγιάς θα είναι κατευναστικός και ο Φελέκης δεν θα μιλάει καθόλου». Το ΚΚΕ είχε δώσει το ραδιοφωνάκι στον Χοτζέα, που ήταν μαοϊκός, για να το περάσει στους εξόριστους, και ο Χοτζέας το έδωσε στον Φελέκη, που ήταν τροτσκιστής. Το σχέδιο εκτελέστηκε κανονικά και ο Φελέκης πέρασε το ραδιοφωνάκι χωρίς έλεγχο…

«Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου, διάβαζε πολύ». Αυτό το τρίπτυχο ακολουθούσα: εγερτήριο, φαγητό, γυμναστική. Αργότερα φτιάξαμε ομάδα ποδοσφαίρου στην οποία ήθελε ακόμη και ο Τάκης Μπενάς να συμμετέχει. Διάβαζα συστηματικά ιατρικά βιβλία της σχολής που είχα φέρει μαζί μου - ως και τη Βιολογία του Ζακόμπ είχα μαζί μου, στα γαλλικά, ό,τι πιο αριστερό υπήρχε τότε στην επιστήμη. Γαλλικά μου είχε μάθει συγκρατούμενός μου στις φυλακές Κορυδαλλού. Κι εκεί έγραφα ποιήματα… Το συσσίτιο ήταν αυτοοργανωμένο. Ο Γιάννης Κοκκοβός μαγείρευε μακαρόνια, ρύζι, κριθαράκι και κρέας μία φορά την εβδομάδα ή ψάρι που ψαρεύαμε. Ο Χαλβατζής με τον Σαγιά μοίραζαν το φαγητό κι όταν έμπαιναν στον θάλαμο που ήταν ο Βούλγαρης, ο Ψαρουδάκης, ο Παράβας και κάτι χουντικοί, όπως ο Μπαλόπουλος, ο Σαγιάς τραγουδούσε «Τα κεφάλια σας θα πέσουν απ’ αντάρτικο σπαθί». Εμείς ζητήσαμε άδεια από τους χωροφύλακες και πήγαμε μαζί με τον νησιώτη τον Νίκο τον Καραγιάννη να πιάσουμε δυο αρνιά για να έχουμε κρέας. Δυστυχώς, το ένα μας το πήραν οι χωροφύλακες…

Δεν κάναμε πολιτικές συζητήσεις μεταξύ μας, γιατί μετατρέπονταν σε πολιτικές συγκρούσεις και καβγάδες. Όμως εγώ, ο Σπύρος Χαλβατζής και ο Σαγιάς συνηθίζαμε να περπατάμε μέχρι τον όρμο και να συζητάμε χωρίς να προσπαθούμε ν’ αλλάξουμε ο ένας τον άλλον.

Ήμασταν χωρισμένοι σε «ξεμπούκες», εκείνους που πίστευαν ότι όπου να ’ναι φεύγουμε από την εξορία, και σε «κοκκινόκωλους», αυτούς που πίστευαν ότι θα σαπίσουμε στη φυλακή. Μα δεν ήταν παρανοϊκό ν’ αφήνουν ελεύθερο τον Παρτσαλίδη και να εξορίζουν εμένα;

Από το παράνομο ραδιοφωνάκι μάθαμε για την κατάρρευση της Χούντας. Το πρωινό της 23ης Ιουνίου ήρθε ο νέος μοίραρχος και μας ενημέρωσε ότι ήμασταν ελεύθεροι. Πήγαμε στο νεκροταφείο που ήταν θαμμένοι εξόριστοι από την περίοδο του Εμφυλίου. Στις 24 Ιουνίου ήρθε ένα μικρό πλεούμενο, μας πήγε στη Σύρο κι από κει με άλλο καράβι πήγαμε στο Πόρτο Ράφτη. Το περπάτημα στη Σύρο για να ενημερώσουμε τους δικούς μας τηλεφωνικά ότι ελευθερωθήκαμε ήταν σουρεαλιστικό. Οι επίστρατοι κυκλοφορούσαν άλλοι με σαγιονάρες, άλλοι με κοντά παντελόνια και δίκοχο. Γελοία κατάσταση…

Για μένα η εξορία στη Γυάρο ήταν μοναδική εμπειρία. Η απόφαση να κάνω οικογένεια ήταν απόφαση της εξορίας. Όταν έβλεπα την ταλαιπωρία των γερόντων αριστερών που μπαινόβγαιναν στις φυλακές, κατάλαβα ότι αυτή είναι η ζωή μας και πρέπει κάποιος να σε περιμένει έξω, γυναίκα ή παιδί. Να έχεις από κάπου να κρατηθείς.

Ολοι οι τόποι που ήταν πολιτικά κάτεργα, κολαστήρια εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων πρέπει να διατηρούνται, να συντηρούνται, γιατί η μνήμη είναι απαραίτητη για την ορθή κρίση. Η λήθη είναι για τους ηλίθιους.

Νίκος Μανιός και ο Βαγγέλης Γκιουγκής,
O Νίκος Μανιός και ο Βαγγέλης Γκιουγκής, εξόριστοι της Γυάρου, καταθέτουν στην ΑΥΓΗ της Κυριακής τις μνήμες τους από τον τόπο-κολαστήριο

Βαγγέλης Γκιουγκής, πρόεδρος ΣΦΕΑ: Νιώθω περήφανος που αντιστάθηκα

Ημουν τρία χρόνια εξόριστος. Στη Γυάρο βρέθηκα κρατούμενος δύο φορές: το 1967 και το 1968. Με συνέλαβαν το πρωί της 21ης Απριλίου 1967. Ήμουν 22 χρόνων, τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη, συνδικαλιστής, εκλεγμένο μέλος του Δ.Σ. της σχολής, στο γραφείο Σπουδάζουσας της Νεολαίας Λαμπράκη και στους Θράκες φοιτητές. Αυτή η τριπλή δράση με κατάστησε «επικίνδυνο»...

Επειτα από μέρες κράτησης σε αστυνομικά τμήματα της Θεσσαλονίκης, τα ξημερώματα της Μεγάλης Πέμπτης μας μεταφέρουν με χειροπέδες στην Καβάλα περίπου εφτακόσιους κρατούμενους κι από κει, προσθέτοντας και άλλους, μας φορτώνουν στο αρματαγωγό «Σάμος». Κατευθυνόμαστε στο άγνωστο καταμετρημένοι χίλιοι πενήντα από Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Τελικά φτάνουμε στη Γυάρο ύστερα από πενήντα δύο ώρες, Μεγάλο Σάββατο. Οι παλιότεροι κρατούμενοι του ’47 μας προετοιμάζουν ότι μπορεί να πέσει ξύλο στην αποβίβαση γιατί αυτό είχαν βιώσει στο παρελθόν. Το αρματαγωγό δεν δένει, περπατάμε μέσα στη θάλασσα για να βγούμε στη στεριά. Αντικρίζουμε παντού σκηνές. Εμάς δεν μας πάνε στο κτήριο της φυλακής γιατί αυτό έχει καταληφθεί από τους Αθηναίους. Μας δίνουν εικοσάρες μεγάλες στρατιωτικές γκρίζες σκηνές για να τις στήσουμε.

Εμείς, τριάντα πέντε νεολαίοι, ανεβαίνουμε στον λόφο σαράντα πέτρινα σκαλιά που είχαν χτίσει οι κρατούμενοι και στήνουμε τις σκηνές μας. Υπήρχε εμπειρία γιατί ήταν πολλοί κρατούμενοι από Μακρόνησο, Γυάρο και Αϊ-Στράτη. Μας δώσανε τσουβάλια, τα γεμίσαμε άχυρο για στρώματα. Κάτω χώμα, υγρασία, φίδια, σκορπιοί και σαύρες. Από τις 21 Απριλίου μέχρι τις 5 Μαΐου τρώγαμε συνεχώς κονσέρβες, γαλέτα και πολύ αργότερα μας δώσανε καζάνια για να μαγειρεύουμε… Αυτοοργανωθήκαμε και η μεγάλη μας απόλαυση ήταν το κριθαράκι μπλουμ. Επιτρέπονταν πέντε τσιγάρα την ημέρα, με δελτίο. Γεννήτριες για φωτισμό είχε μόνο στο κτήριο της φυλακής, στις σκηνές είχαμε λάμπες πετρελαίου. Μας μετακόμισαν στο κτήριο της φυλακής όταν άρχισαν να κάνουν δηλώσεις μετανοίας. Μείναμε δυόμισι χιλιάδες. Ήμασταν εγκλωβισμένοι σε έναν τόπο απ’ όπου δεν ξέραμε πότε θα φύγουμε και άπραγοι. Επιτρέπονταν τρία δελτάρια -ανοιχτές κάρτες- τον μήνα και ένα γράμμα κλειστό. Μόνο από συγγενείς, όχι από τρίτους. Όλα περνούσαν από λογοκρισία.

Το νερό που βγάζαμε από το πηγάδι για λάτρα ήταν γλυφό, κάναμε μπάνιο στη θάλασσα για να πλυθούμε με την επίβλεψη μιας ακταιωρού από τις 11 ως τη 1 το μεσημέρι και νερό πόσιμο μας έφερνε η υδροφόρα.

Ενημερωνόμασταν για τις πολιτικές εξελίξεις από το παράνομο ραδιοφωνάκι που οι περισσότεροι δεν ξέραμε πού βρισκόταν. Από στόμα σε στόμα έφταναν οι ειδήσεις. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1967 μας μετέφεραν χίλιους πεντακόσιους κρατούμενους με αρματαγωγά από τη Γυάρο στο Λακκί της Λέρου γιατί είχαν αρχίσει οι διαμαρτυρίες ότι οι συνθήκες εξορίας ήταν αφόρητες. Στη Γυάρο ξέμειναν περίπου τετρακόσια πενήντα άτομα να ξεχειμωνιάσουν. Η λογική της κυβέρνησης ήταν: τα «μεγάλα» στελέχη στο Παρθένι, τα «μεσαία» στη Γυάρο και οι λιγότερο επικίνδυνοι στο Λακκί.

Στο Λακκί μέναμε διακόσια άτομα σε έναν θάλαμο. Είχε συρματόπλεγμα, δεν επιτρεπόταν το μπάνιο στη θάλασσα μέχρι το 1968. Αρχές Ιουλίου του 1968 εκατό κρατούμενοι νέοι κάτω των 30 ετών, μεταξύ αυτών κι εγώ, μεταφερόμαστε από το Λακκί στον Ωρωπό για να μην μας «μολύνουν» οι μεγαλύτεροι και μας κάνουν επαγγελματικά στελέχη…

Ομως στον Ωρωπό οι αστυνομικοί και το κράτος θέλουν να μας επιβάλουν πειθαρχημένη διαβίωση. Εμείς οι νέοι, σε αντίδραση, με κιθάρα και ακορντεόν τραγουδάμε δυνατά Μίκη Θεοδωράκη, με αποτέλεσμα τις Κυριακές όσοι έρχονταν για μπάνιο να μαζεύονται και να μας ακούν έξω από το συρματόπλεγμα. Αναγκάζονται να μας μεταφέρουν και πάλι στη Γυάρο στις 20 Αυγούστου του 1968 και μένουμε μέχρι τέλη Νοεμβρίου του 1968, οπότε κλείνει προσωρινά, και μας μεταφέρουν όλους και πάλι στο Λακκί της Λέρου. «Απολύομαι» από το Λακκί στις 16 Απριλίου του 1970. Δεν έκανα δήλωση μετανοίας, διέσωσα τον εαυτό μου και τη δημοκρατική συνείδησή μου και νιώθω περήφανος γι’ αυτό!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0